Supreme Court allows appeal against bank's property seizure ruling due to unclear valuation and missing evidence of asset dissipation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a lower court's decision upholding a bank's claim for property seizure. The appellant argued the trial court failed to verify if seized funds entered the debtor's assets or were used to pay debts, which is essential to prove insolvency. Consequently, the Court found the lower court's reasoning insufficient regarding the causal link between the seizures and the debtor's financial state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if the lower court fails to establish the causal link between property seizures and the debtor's insolvency by ignoring whether the proceeds were dissipated or used to extinguish debts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2038 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2038/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γ. Δ. και Σ. Κ., οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 7-1-2022 και 11-2-2022 δηλώσεις τους, αντίστοιχα, και παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η "...", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…..... ……".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο …... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ….. του ίδιου Δικαστηρίου και ….. του Εφετείου ……. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-8-2020 αίτησή της και τους από 20-12-2021 κοινοποιούμενους στον αναγκαίο ομόδικο Μ. Τ. του Σ. προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από …. αίτηση αναίρεσης και τους από 20-12-2021 προσθέτους αυτής λόγους, δικόγραφα τα οποία κοινοποιήθηκαν και στον αναγκαίο ομόδικο Μ. Τ. του Σ. (βλ. τις με αριθμούς ... και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου …. με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π.) προσβάλλεται η με αριθμό ...
απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ….., με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την με αριθμό 3069/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., το οποίο είχε απορρίψει την από 7/1/2014 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), με την οποία ζητούσε την διάρρηξη των αναφερόμενων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 24-8-2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό ... τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (14/2/2022), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 20/12/2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την ίδια ημέρα (βλ.
σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21/12/2021, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό 1401Β/21-12-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναίρεσης Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι:
α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του, η οποία κρίνεται από την εμφανή περιουσία του, δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν το ενεργητικό της (ΑΠ 1428/2019). Η γνώση του τρίτου εξάλλου ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια.
Το στοιχείο της γνώσης πρέπει τέλος να συντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης. Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει (ΑΠ 869/2021, ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 1798/2007). Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται, όπως προαναφέρθηκε, με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (Ολ.
ΑΠ 15/2012, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 928/2014).
Όμως, αν ο δανειστής που ζητεί τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης του οφειλέτη του ως καταδολιευτικής συμβαίνει να γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών του στοιχείων και μπορεί να ικανοποιηθεί από αυτά, εκλείπει τότε η αναγκαία για τη διάρρηξη προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, αφού η γνώση των αφανών αυτών περιουσιακών στοιχείων από τον δανειστή τα καθιστά τελικώς εμφανή ως προς αυτόν.
Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής δεν έχει αξίωση διάρρηξης της γενόμενης από τον οφειλέτη απαλλοτρίωσης, η οποία, άλλωστε, με διαφορετική εκδοχή, ευχερώς θα μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, αν ο δανειστής, παρόλο που γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και μπορεί έτσι να επιληφθεί αυτών για την ικανοποίηση της απαίτησής του, επιλέξει, ωστόσο, να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης ως καταδολιευτικής χωρίς ιδιαίτερο προς τούτο λόγο, προβάλλοντας απλώς τον κατ` αρχήν αφανή χαρακτήρα των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (ΑΠ 928/2014).
Περαιτέρω, η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς, (σχέση αιτίου-αιτιατού), με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το (απαραίτητο για την καταδολίευση δανειστών), στοιχείο της βλάβης, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς μόνο έτσι διαπιστώνεται η χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.
Δηλαδή, δεν αρκεί να είναι αδύνατη ή δυσχερής η ικανοποίηση του δανειστή μετά την απαλλοτρίωση, αλλά θα πρέπει να χειροτερεύει πραγματικά τη θέση του σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Συνακόλουθα τούτων, ο δανειστής που επιχειρεί τη διάρρηξη μιας απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής, οφείλει, πλην άλλων, να αποδείξει ότι η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη στρεφόταν και προσωπικά εναντίον του, πραγματοποιήθηκε δε σε σχέση με τη συγκεκριμένη απαίτησή του.
Πραγματοποίηση της πρόθεσης βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή και πρέπει να έχει συντελεστεί ήδη κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης. Η γνώση από τον οφειλέτη των στοιχείων που συνθέτουν την πρόθεση βλάβης πρέπει επίσης να αποδειχθεί από τον δανειστή.
Η απόδειξη αυτή είναι ευκολότερη, όταν ο οφειλέτης προκαλεί με την απαλλοτρίωση άμεση μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, όπως συμβαίνει επί εκποίησης ακινήτου με ευτελές αντάλλαγμα ή επί δωρεάς, ενώ όταν η απαλλοτρίωση οδηγεί μόνο σε έμμεση διακινδύνευση της ικανοποίησης του δανειστή, όπως όταν γίνεται έναντι ισάξιου τουλάχιστον ανταλλάγματος, τότε ο δανειστής πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένες αποδείξεις για την πρόθεση βλάβης του οφειλέτη, που δεν μπορεί πλέον, κατά κανένα τρόπο, να συναχθεί από την απαλλοτριωτική και μόνο πράξη του τελευταίου.
Τέλος, ο δανειστής οφείλει πάντοτε να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην απαλλοτρίωση, με την οποία πραγματοποιήθηκε η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη και στη ματαίωση της ικανοποίησής του, από την επιγενόμενη αφερεγγυότητα του οφειλέτη (ΑΠ 1275/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την με αριθμό ... σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη στην ….. μεταξύ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας (αναιρεσίβλητης) με την επωνυμία "... ... ..." και της μη διαδίκου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ...", χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση συνολικού ποσού μέχρι 500.000,00 ευρώ, με τους αναλυτικά εκτιθέμενους σε αυτή όρους και συμφωνίες, το ύψος της οποίας αυξήθηκε με τις πρόσθετες αυτής πράξεις ως ακολούθως, α) με την ...
κατά 150.000,00 ευρώ), β) με την ... κατά 350.000,00 ευρώ), γ) με την ... κατά 800.000,00 ευρώ, δ) με την ... κατά 900.000,00 ευρώ και ε) με την ... κατά 100.000,00 ευρώ, έτσι ώστε το συνολικό ύψος της πίστωσης να ανέλθει στο ποσό των 2.800.000,00 ευρώ. Την τήρηση των όρων της εν λόγω σύμβασης πίστωσης εγγυήθηκε ο πρώτος των εναγομένων, ήδη πρώτος των εφεσιβλήτων, ο οποίος από το έτος 2005 ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας, παραιτούμενος της ένστασης διζήσεως, ευθυνόμενος αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτης.
Η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης μέσω των ακόλουθων ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών, που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της πίστωσης από την έναρξή μέχρι του οριστικού κλεισίματός τους, στις 14.06.2013, με αριθμούς α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) ..., στ) ... και ζ) .... Μάλιστα, στις 02.01.2012 η άνω πιστούχος με τις από 2/1/2012 επιστολές της, αναγνώρισε το υπόλοιπο αυτών όπως αυτό είχε διαμορφωθεί έως την άνω ημερομηνία (:02.01.2012), στα ποσά των 0,00 ευρώ όσον αφορά στον με στοιχείο (α), των 0,02, όσον αφορά στον με στοιχείο (β), των 95.306,68 ευρώ, όσον αφορά στον με στοιχείο (γ), των 6.893,79 ευρώ, όσον αφορά στο με στοιχείο (δ), των 35.017,83 ευρώ, όσον αφορά στον με στοιχείο (ε), των 551.000,00 ευρώ, όσον αφορά στον με στοιχείο (στ) και 400.000 € όσον αφορά στον με στοιχείο (ζ).
Ωστόσο, στις 14.06.2013 η ... ως είχε δικαίωμα από την επίδικη σύμβαση, έκλεισε οριστικά τους τηρηθέντες λογαριασμούς κατόπιν μεταφοράς των άνω αναφερομένων λογαριασμών, στους κατωτέρω αναφερόμενους, που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση αυτής της σύμβασης, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 1.397.139,19 ευρώ ήτοι: α) ποσό 515.982,17 € από το κλείσιμο του με αριθμό ...
λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου μεταφέρθηκε αυθημερόν στον με αριθμό ... λογαριασμό καθυστερήσεως, β) ποσό 423.510,15 € από το κλείσιμο του με αριθμό ... λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου μεταφέρθηκε αυθημερόν στον με αριθμό ... λογαριασμό καθυστερήσεως, γ) ποσό 407.359,54 € από το κλείσιμο του με αριθμό ...
λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου μεταφέρθηκε αυθημερόν στον με αριθμό 0026.0003.0300192678 λογαριασμό καθυστερήσεως, δ) ποσό 39.633,81 € από το κλείσιμο του με αριθμό ... λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου μεταφέρθηκε αυθημερόν στον με αριθμό ... λογαριασμό καθυστερήσεως, ε) ποσό 10.653,52 € από το κλείσιμο του με αριθμό ...
λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου μεταφέρθηκε αυθημερόν στον με αριθμό ... λογαριασμό καθυστερήσεως και μηδέν (0) ευρώ από το κλείσιμο των με αριθμούς ... και ... λογαριασμών. Στις 17.06.2013 η ενάγουσα κοινοποίησε (και) στον πρώτο εναγόμενο, την από 17.06.2013 επιστολή με την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Α.
Α., για την καταβολή από τον ίδιο, του ανωτέρω καταλοίπου, ως κεφαλαίου, πλέον τόκων και εξόδων. Εν συνεχεία, αναφορικά με την προαναφερθείσα οφειλή, που προέκυψε από την άνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό εκδόθηκε η με αριθμό 18232/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατασσόταν, η πιστούχος εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος στην καταβολή προς την ενάγουσα 300.000,00 ευρώ ως μέρος της προαναφερθείσας αξίωσης πλέον νομίμων τόκων και εξόδων και επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον άνω εναγόμενο οφειλέτη με την ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ….., Π. Ρ.. Επίσης, η ίδια ως άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." δυνάμει της από 15.02.2008 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, σε συνδυασμό με την από 18.02.2008 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, αποφάσισε την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου, ποσού 500.000,00 ευρώ, διαιρούμενου σε πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ομολογίες στον κομιστή (ανώνυμες) με ονομαστική αξία κάθε ομολογίας ενός (1) ευρώ και τιμή εκδόσεως στο άρτιο και την 11.03.2008 η ως άνω εκδότρια εταιρεία εξέδωσε πρόγραμμα του δανείου (αρ. 1 παρ. 4 ν.3156/2003), το οποίο περιέχει τους όρους του δανείου ενώ την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε το άνω δάνειο με την έκδοση, α) ενός πολλαπλού τίτλου, με αύξοντα αριθμό 1, διαιρούμενου σε 495.000 ομολογίες και καλύφθηκε με την από 11.03.2008 σύμβαση κάλυψης ομολογιακού δανείου από την ενάγουσα ..., στην οποία παραδόθηκαν οι άνω ομολογίες, αφού αυτή κατέβαλε στην παραπάνω εκδότρια του δανείου εταιρία το συνολικό ποσό των 495.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική αξία των ομολογιών και η οποία (:ενάγουσα τραπεζική εταιρεία) ορίσθηκε πληρεξούσια των καταβολών και εκπρόσωπος των ομολογιούχων, β) ενός πολλαπλού τίτλου διαιρούμενου σε 5.000 ομολογίες, με αύξοντα αριθμό 2 και καλύφθηκε με την από 11.03.2008 σύμβαση κάλυψης ομολογιακού δανείου από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...)", στην οποία παραδόθηκαν οι άνω ομολογίες, αφού αυτή κατέβαλε στην παραπάνω εκδότρια του δανείου εταιρία το συνολικό ποσό των 5.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική αξία των ομολογιών και η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία ορίσθηκε πληρεξούσια των καταβολών και εκπρόσωπος των ομολογιούχων.
Το κεφάλαιο του δανείου καλύφθηκε εξ ολοκλήρου κατά την έκδοση του στις 13.03.2008, με τη συμφωνία να εξοφληθούν όλες οι ομολογίες στις 08.04.2013 κατά τους ειδικότερους όρους που συμπεριελήφθησαν στην από 11.03.2008 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου και διορισμού πληρεξούσιου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων.
Ο πρώτος των εναγόμενων εγγυήθηκε προς την ομολογιούχο ενάγουσα ... δυνάμει της ως άνω σύμβασης, την τήρηση των υποχρεώσεων της εκδότριας εταιρείας έναντι των ομολογιούχων παραιτούμενος της ένστασης διζήσεως, ευθυνόμενος αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την εκδότρια εταιρεία ως αυτοφειλέτης.
Με τον πέμπτο όρο της εν λόγω σύμβασης κάλυψης ομολογιακού δανείου συμφωνήθηκε ότι ο εκδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει στους ομολογιούχους τόκους, ο οποίος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών επί του ονομαστικού κεφαλαίου κάθε ομολογίας, από την ημερομηνία εκδόσεως της ομολογίας. Ο τόκος καταβάλλεται δεδουλευμένος ανά εξάμηνο ("περίοδος εκτοκισμού") με εξαίρεση την πρώτη περίοδο εκτοκισμού, η οποία θα λήξει την 8-4-2008, οπότε και θα γίνει η πρώτη καταβολή τόκων (περ.1).
Εξάλλου, με τον όγδοο όρο συμφωνήθηκε ότι ο εκδότης εάν δεν εξοφλήσει οποιαδήποτε οφειλή του από το δάνειο, καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας κατά την οποία η οφειλή έγινε ληξιπρόθεσμη (περ. 1). Στη συνέχεια δυνάμει του από 15-3-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού η τραπεζική εταιρεία "...) S.A" μεταβίβασε λόγω πώλησης στην ενάγουσα, τον συνολικό αριθμό των 5.000 ομολογιών που κατείχε και έτσι η ενάγουσα κατέστη μοναδική ομολογιούχος δανείστρια, και κυρία του τίτλου των 500.000 ομολογιών στον κομιστή, συνολικού ποσού 500.000,00 ευρώ, εκάστης ονομαστικής αξίας ενός (1,00) ευρώ.
Ωστόσο, το δάνειο έληξε την 08.04.2013 χωρίς να εξοφλήσει η εκδότρια εταιρεία, ως είχε υποχρέωση: α) μέρος των συμβατικών τόκων του με αριθμό 1 τίτλου ομολογιών (1-495.000) χρονικής περιόδου από 10.10.2011 έως 10.04.2012, ύψους 14.192,42 €, β) τους συμβατικούς τόκους του με αριθμό 1 τίτλου ομολογιών (1-495.000) χρονικής περιόδου από 10.04.2012 έως 10.10.2012, ύψους 12.702,29 ευρώ, γ) τους συμβατικούς τόκους του με αριθμό 2 τίτλου ομολογιών (495.000-500.000) χρονικής περιόδου από 10.04.2012 έως 10.10.2012, ύψους 142,56 €, δ) τους συμβατικούς τόκους του με αριθμό 1 τίτλου ομολογιών (1-495.000) χρονικής περιόδου από 10.10.2012 έως 08.04.2013, ύψους 12.048,30 €, ε) τους συμβατικούς τόκους του με αριθμό 2 τίτλου ομολογιών (495.000-500.000) χρονικής περιόδου από 10.10.2012 έως 08.04.2013, ύψους 105,47 €, στ) τις με αριθμούς 1-495.000 ομολογίες λήξης 08.04.2013, ύψους 495.000 € και ζ) τις με αριθμούς 495.000-500.000 ομολογίες λήξης 08.04.2013, ύψους 5.000 €.
Έτσι, στη λήξη του δανείου (:08.04.2013), η ληξιπρόθεσμη απαίτηση της ...ς ως ομολογιούχου δανείστριας είχε διαμορφωθεί στο συνολικό ποσό των 539.191,04 ευρώ (εκ των οποίων ποσό 39.191,04 είναι συμβατικοί τόκοι) πλέον τόκων ημερημερίας. Στις 21.06.2013, η ενάγουσα ως ορισθείσα εκπρόσωπος των ομολογιούχων, κοινοποίησε (και) στον πρώτο των εναγομένων, την από 17.06.2013 επιστολή της με την με αριθμό 1984/21.06.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ….., Α.
Α., για την καταβολή από τον ίδιο, του ποσού των 500.000 ευρώ ως κεφαλαίου του συνόλου των ομολογιών, πλέον των συμβατικών τόκων έως 08.04.2013 (:λήξη του δανείου) όπως προαναφέρθηκαν και τόκων υπερημερίας, συνολικού ποσού 540.978,10 ευρώ. Στη συνέχεια αναφορικά με την προαναφερθείσα οφειλή, που προέκυψε από την εν λόγω σύμβαση ομολογιακού δανείου, εκδόθηκε η με αριθμό ...
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσονταν η εκδότρια εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος στην καταβολή προς την ενάγουσα μέρους του προαναφερθέντος ποσού των 540.978,10 ευρώ, και δη ποσού 100.000,00 ευρώ πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 09.04.2013 και εξόδων. Επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον άνω εναγόμενο οφειλέτη με την 7034Δ/09.07.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ….., Π.
Ρ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ η άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." ήταν αρχικά μια υγιής επιχείρηση, εντούτοις από το έτος 2009 και έκτοτε άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα και να έχει πτωτική οικονομική πορεία. Ενδεικτικά, ενώ το έτος 2008 είχε συνολικά ακαθάριστα έξοδα (τζίρο) 27.114.930,49 ευρώ, το έτος 2009 είχε 22.682.700,48 ευρώ, το έτος (:2010) είχε 15.561.215,10 ευρώ και το επόμενο έτος (:2011) είχε 5.979.037,71 ευρώ.
Τα καθαρά αποτελέσματα (κέρδη) χρήσης των αντίστοιχων ετών ήταν του έτους 2008 ευρώ 225.708,10, του έτους 2009 ευρώ 136.381,08, του έτους 2010 ευρώ 57.332,74 ευρώ ενώ το έτος 2011 δεν είχε κέρδη αλλά αντίθετα εμφάνισε ζημίες, ύψους 2.516.301,97 ευρώ με παράλληλη αύξηση των δανειακών της υποχρεώσεων προς τις τράπεζες. Άλλωστε, ενόψει των οικονομικών της προβλημάτων, η εν λόγω εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσαν στις 06.04.2012 (με αριθμό κατάθεσης ...) αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (άρθρο 99 του ΠτΚ) με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ αυτής και των πιστωτών της ώστε να αρθούν οι οικονομικές δυσκολίες και τη συνέχιση της δραστηριότητας της, αποδεχόμενη έτσι την οικονομική αδυναμία της εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Κατόπιν της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Πολυμελούς .Πρωτοδικείου ….., με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως προς τον πρώτο εναγόμενο και αναφορικά με την άνω αιτούσα εταιρεία, διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, πλην όμως, κατόπιν της αρνητικής γνωμοδότησης του διορισθέντος με την δικαστική απόφαση μεσολαβητή, η αίτηση δεν επανήλθε προς έκδοση οριστικής απόφασης για το άνοιγμα της συνδιαλλαγής.
Στη συνέχεια, αμφότεροι οι άνω αιτούντες (η εν λόγω εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος) εμμένοντας στον προσπάθεια τους να συναφθεί συμφωνία μεταξύ αυτής και των πιστωτών της ώστε να αρθούν οι οικονομικές δυσκολίες, αποδεχόμενοι για άλλη μια φορά την οικονομική αδυναμία της αιτούσας εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, κατέθεσαν στις ... (με αριθμό κατ. ...) αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το ίδιο αίτημα δηλαδή το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (άρθρο 99 του ΠτΚ) επί της οποίας εκδόθηκε η 1307/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, η οποία δεν προσκομίζεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Πάντως, από το περιεχόμενο της από 27-6-2013 αίτησης προληπτικών μέτρων στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω ασκηθείσα αίτηση έναρξης της διαδικασίας εξυγίανσης οι ίδιοι οι αιτούντες επικαλούνται ότι ήδη από το έτος 2009 υπήρξε μείωση των κερδών της εταιρείας, ότι στη συνέχεια κατά τα έτη 2011 και 2012 άρχισε να εμφανίζει ζημίες και ότι κατά την 28-02-2013 εμφανίσθηκαν οξυμένα προβλήματα ρευστότητας και δυσκολίες κάλυψης και ότι η εταιρεία είχε ήδη μέχρι τότε δημιουργήσει συνολικές οφειλές ύψους 9.111.396,83 ευρώ και συγκεκριμένα: (α) προς προμηθευτές-πιστωτές, απαιτήσεις ποσού 1.007.581,95 ευρώ, (β) προς τράπεζες-λογαριασμοί βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, απαιτήσεις ύψους 7.530.141,74 ευρώ, (γ) από επιταγές ποσό 339.669,80 ευρώ, (δ) προς το Δημόσιο (από φόρους και τέλη), απαιτήσεις ύψους 145.895,06 ευρώ, (ε) προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, απαιτήσεις ύψους 164.316,78 ευρώ.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η άνω οφειλέτρια εταιρεία ήδη από το έτος 2009 δυσκολευόταν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της (και) έναντι της ενάγουσας- δανείστριάς της και ότι ο εγγυητής της, ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, τελούσε σε άμεση και πραγματική γνώση των χρεών και της οικονομικής δυσπραγίας αυτής.
Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι τα παραγωγικά της ανωτέρω απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του πρώτου των εναγομένων, γεγονότα από το κατάλοιπο του προαναφερόμενού αλληλόχρεου λογαριασμού υπήρχαν ήδη από τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (μετά της εγγυήσεως) - 2003 κατά τα ανωτέρω - από την οποία είχε δημιουργηθεί, έκτοτε, ενοχή για το κατάλοιπο και ο πρώτος εναγόμενος ήταν οφειλέτης ως εγγυητής από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, ...
η κατάσταση, του οποίου είχε παθητικό σε βάρος του χαρακτήρα (ανεξαρτήτως του μη ακόμη οριστικού κλεισίματος αυτού που έλαβε όμως χώρα στις 14.06.2013 δηλαδή πριν από την επ' ακροατηρίω συζήτηση της αγωγής). Επίσης, τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του πρώτου των εναγομένων, γεγονότα από τη σύμβαση εγγύησης για την κάλυψη του ομολογιακού δανείου υπήρχαν ήδη από τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (μετά της εγγυήσεως) - 2008 κατά τα ανωτέρω - από την οποία είχε δημιουργηθεί, έκτοτε, ενοχή για την εξόφληση του και ο πρώτος εναγόμενος ήταν οφειλέτης ως εγγυητής.
Επίσης, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι οι επίμαχοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί παρουσίαζαν, κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτών χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου εταιρείας κατάλοιπο, και αυταπόδεικτα ήταν υπόχρεος ως εγγυητής για την εξόφληση των ομολογιών του ομολογιακού δανείου.
Και ενώ η κατάσταση είχε ως άνω, αυτός έσπευσε και μεταβίβασε στις 07.10.2009 και 29.03.2010 προς τη δεύτερη εναγόμενη, αδερφή του, περιουσιακά στοιχεία του. Ειδικότερα, ενώ ήδη είχε γεννηθεί η απαίτηση της ενάγουσας πιστώτριας τραπεζικής εταιρείας κατά της πιστούχου εταιρείας και κατά του πρώτου εναγόμενου εγγυητή προερχόμενη από την κατά την 22.09.2003 σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και σύμβασης εγγύησης, όπως το ποσό αυξήθηκε μέχρι τις 20.10.2006, και πριν το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού (:14.06.2013) με το προαναφερθέν κατάλοιπο των 1.397.139,19 ευρώ αλλά και πριν από τη λήξη του ομολογιακού δανείου, ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε μέρος των περιουσιακών στοιχείων του, στη δεύτερη των εναγομένων, αδερφή του, όπως ειδικότερα θα γίνει λόγος κατωτέρω.
Να σημειωθεί ότι αν και δεν προκύπτουν ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων καθώς προκύπτει ότι ληξιπρόθεσμη οφειλή προέκυψε από την 10-4-2012 και έκτοτε, λόγω μη καταβολής κατά τη συμφωνηθείσα ως άνω λήξη τους, των ποσών των συμβατικών τόκων από τον με αριθμό 1 τίτλο ομολογιών από τη σύμβαση ομολογιακού δανείου, ωστόσο τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή διότι καθοριστικό στοιχείο για την καταδολίευση είναι να είναι γεννημένη η απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση χωρίς να απαιτείται να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της μεταβίβασης αλλά αρκεί να είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, που εν προκειμένω συντρέχει αφού ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε στις 14.06.2013 και το ομολογιακό δάνειο έληξε στις 08.04.2013 ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και συζήτηση αυτής.
Ωστόσο, τα ανωτέρω θα εξετασθούν κατωτέρω σε σχέση με τη διερεύνηση του ζητήματος της πρόθεσης βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του, που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Έτσι, συγκεκριμένα ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε προς την αδερφή του, δεύτερη εναγομένη, η οποία είναι συμβολαιογράφος, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου ..., Ε. Μ., η οποία αναπλήρωνε λόγω κωλύματος συγγένειας τη δεύτερη εναγομένη, νομίμως μεταγεγραμμένου στις ... στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 2567 και με αύξοντα αριθμό 212, ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας ενός διαμερίσματος, τρίτου ορόφου, εμβαδού 70 τ.μ.
με το ανάλογο ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, που βρίσκεται σε οικοδομή χτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως αυτού 341 τ.μ., στο δήμο ... και στην οδό ... άλλοτε και ήδη ..., όπως εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε. Χ., που υπογράφηκε από τους συμβαλλόμενους και προσαρτήθηκε στην άνω με αριθμό ...
πράξη της άνω συμβολαιογράφου, με τα στοιχεία ... Το οικόπεδο αυτό συνορεύει γύρω κατά τον τίτλο κτήσης, με την ... και με οικόπεδο αδελφών ... και πολυκατοικία Α. Κ.. Το δε ως άνω διαμέρισμα αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα και λουτρό - αποχωρητήριο και αντιστοιχεί σε αυτό ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής.
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε προς την δεύτερη εναγομένη, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου ..., Ε. Μ., η οποία αναπλήρωνε λόγω κωλύματος συγγένειας τη δεύτερη εναγόμενη, νομίμως μεταγεγραμμένου στις 08.04.2010 στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 2593 και με αύξοντα αριθμό ..., ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος, τετάρτου ορόφου, με το στοιχείο Α4α , με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης …, εμβαδού καθαρού 114 τ.μ.
και μικτού 130 τ.μ., αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια, τραπεζαρία και λίβινγκ ρούμ, κουζίνα, όφφις, χολ, λουτρό και αποχωρητήριο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2,44% εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται σε οικοδομή χτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως αυτού 698 τ.μ. στο δήμο ... και στην οδό Δημητρίου ... και ανεγέρθηκε με την υπ' αριθμ. ...
άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας .... Ως αντικειμενική αξία των ως άνω μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, αναγράφεται στο πρώτο από τα ως άνω συμβόλαια, που αφορά στο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του διαμερίσματος στην ..., αρ. ….., το ποσό των 50.692,95 ευρώ, και στο δεύτερο, που αφορά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος επί της ..., αρ.4-6, το ποσό των 72.681,81 ευρώ (και συνολικά 123.374,79 ευρώ).
Κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 13.01.2014 στον πρώτο και 14.01.2014 στη δεύτερη, η αντικειμενική αξία αυτή είχε μειωθεί κατά 15 % περίπου, όπως τούτο συνάγεται από το αντίγραφο δήλωσης ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ), έτους 2015 της δεύτερης εναγόμενης, όπου το διαμέρισμα επί της ...
κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα εκτιμάται σε 85.470,00 ευρώ. Έτσι, η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στα ποσά των 43.000 ευρώ για το πρώτο και 62.000 ευρώ για το δεύτερο, ενώ η εμπορική τους αξία δεν υπερβαίνει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το ποσό των 70.000 και 140.000 ευρώ και συνολικά των 210.000 ευρώ λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας......
σύμφωνα με τα οποία ο χώρος της αγοράς των ακινήτων επλήγη ιδιαιτέρως συνεπεία της επελθούσας οικονομικής κρίσης. Οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δηλαδή για να μην μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει πλήρως τις σε βάρος του πρώτου εναγομένου απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες συμβάσεις εγγύησης, διότι ο εναγόμενος αυτός γνώριζε, κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα αυτές (μεταβιβάσεις), αφενός ότι είναι οφειλέτης της, κατά τα προαναφερόμενα, αφετέρου ότι με την απαλλοτρίωση των παραπάνω αξιόχρεων (κατά το χρόνο της μεταβίβασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής) (εμφανών) περιουσιακών του στοιχείων, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε δεν θα είναι πλέον εφικτή η ικανοποίηση των απαιτήσεων της (ενάγουσας), κατά το αντίστοιχο της αξίας των μεταβιβασθέντων ακινήτων ποσό, γεγονός που αποδέχθηκε.
Πράγματι, αποτέλεσμα των προαναφερόμενων ενεργειών του πρώτου εναγομένου ήταν να μειωθεί η ικανοποίηση της ένδικης συνολικής απαίτησης της ενάγουσας κατ' αυτού, αφού δεν επαρκούσαν τα λοιπά εμφανή περιουσιακά στοιχεία (από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της τελευταίας) κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής και συζήτησης αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα, με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτρίωσε ένα μέρος της (εμφανούς) περιουσίας του, με συνέπεια να απομειωθεί η περιουσία του και να καταστεί ανέφικτη κατά το αντίστοιχο η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας (γεγονός το οποίο αυτός, οφειλέτης της ενάγουσας, γνώριζε και αποδεχόταν) καθώς η λοιπή περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν επαρκούσε για την ολοσχερή ικανοποίηση της ενάγουσας.
Ειδικότερα, προέκυψε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο κρίνεται η αφερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου και αυτός είναι ο χρόνος άσκησης της ένδικης αγωγής, ο πρώτος εναγόμενος είχε στην κυριότητα του, τα ακόλουθα με αριθμούς 1 και 2 περιουσιακά στοιχεία: 1) Ποσοστό Ά εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας δύο καταστημάτων στην ..., αριθμός …… (άλλοτε αρ. 126) στην πόλη της ...
και πιο συγκεκριμένα: i) ενός καταστήματος ισογείου ορόφου με πρόσοψη στον ..., εμβαδού 150 τ.μ., με τον υπόγειο κάτω αυτού χώρο, εμβαδού 254,00 τ.μ. και ii) ενός καταστήματος ισογείου ορόφου, εμβαδού 90 τ.μ. μαζί με την ισόγεια αποθήκη εμβαδού 22,50 τ.μ., τα οποία απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του, με το με αριθμό ...
συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμ/φου ..., Σ. Μ., που νόμιμα αναπλήρωσε την Ε. Τ.. Η εμπορική αξία των παραπάνω ποσοστών επί της ψιλής κυριότητας των ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν υπερέβαινε το ποσό των 450.000,00 ευρώ λαμβανομένου υπόψιν ότι η συνολική αντικειμενική αξία αυτών κατά το έτος 2005 κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι εν λόγω μεταβιβάσεις λόγω γονικής παροχής προς τον πρώτο εναγόμενο, από τον πατέρα του, ήταν 99.114,46 ευρώ ενώ κατά το έτος 2015 ανερχόταν σε 351.880 ευρώ (βλ.
την βεβαίωση ΕΝΦΙΑ της δεύτερης εναγομένης, έτους 2015, όπου εμφαίνεται η αντικειμενική αξία του 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας). Όμως, η αξία των άνω μειώνεται διότι τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία ήταν ήδη κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, βεβαρημένα με προσημείωση υποθήκης υπέρ της τραπεζικής εταιρείας ..., α) για ποσό 80.000 ευρώ, που εγγράφηκε στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 2624, φύλλο 53) στις 29-4-2013, για το υπόγειο χώρο των 254,10 τ.μ., β) για ποσό 80.000 ευρώ, που εγγράφηκε στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ...
στις 26-4-2013 (τόμος 2624, φύλλο 45) για το ισόγειο κατάστημα εμβαδού 150 τ.μ. και γ) ομοίως, για ποσό 80.000 ευρώ, που εγγράφηκε στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ... στις 26-4-2013 (τόμος 2624, φύλλο 46) για το ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 90τ.μ και την ισόγεια αποθήκη αυτού, 2) επίσης, (είχε) την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα μιας εξοχικής κατοικίας, που βρίσκεται στην ..., εμβαδού 87,00 τ.μ., έτους κατασκευής 1973, εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής μικρότερης των 300.000,006 λόγω της προσημείωσης που εγγράφηκε στις 30-4-2010 (τόμος ..., αρ. 67) στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ...
υπέρ της τραπεζικής εταιρείας "..." για το ποσό των 300.000 ευρώ. Επομένως, σαφώς η λοιπή περιουσία του πρώτου εναγομένου, την οποία αυτός είχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της συνολικής απαίτησης της ενάγουσας, η οποία ανερχόταν στο ποσό των (1.397.139,19 + 540.978,10=) 1.938.117,29 ευρώ, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, αποτελείται από το ποσό των 1.397.139,19 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο των τηρηθέντων προς εξυπηρέτηση αυτής σύμβασης πίστωσης αλληλόχρεων λογαριασμών, το οποίο, όμως, επιβαρύνεται πλέον με τόκους με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό, μέχρι την εξόφληση, και στο ποσό των 540.978,10 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο του συνόλου των ομολογιών και των συμβατικών τόκων έως τη λήξη τους, το οποίο, ομοίως, επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας από 09.04.2013, των τόκων ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, και προφανώς κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής, η συνολική απαίτηση της ενάγουσας έχει ανέλθει σε ύψος μεγαλύτερο των 1.938.117,29 ευρώ.
Οι εναγόμενοι αρνούνται την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, υποστηρίζοντας, ότι οι ένδικες απαλλοτριώσεις έλαβαν χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και πριν την λήξη του ομολογιακού δανείου αλλά και πριν από το ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων της ενάγουσας. Ωστόσο, ο παραπάνω ισχυρισμός δεν κρίνεται βάσιμος.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι οι άνω απαλλοτριώσεις έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του κλεισίματος των λογαριασμών, δεν ασκεί εν προκειμένω καμιά έννομη επιρροή καθόσον, τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά, ήτοι η κατάρτιση των συμβάσεων, πίστωσης και ομολογιακού δανείου και η χορήγηση των δανείων αυτών, είχαν ήδη συντελεστεί, ώστε οι απαιτήσεις της να είναι γεννημένες και με το κλείσιμο των λογαριασμών και την παρέλευση του χρόνου λήξης των ομολογιών, που είχαν συντελεσθεί μέχρι την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέστησαν (οι απαιτήσεις της) απλώς ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.·Επομένως, η ενάγουσα ...
και πριν από το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών και πριν τη λήξη των ομολογιών ήταν δανείστρια και κατά συνέπεια έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτικές τις πιο πάνω απαλλοτριώσεις του οφειλέτη της, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, μολονότι αυτές πράγματι έλαβαν χώρα πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες.....
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, πιστούχος και εκδότρια του ομολογιακού δανείου, είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει οικονομικές δυσκολίες. Ο πρώτος, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, γνώριζε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, και την επερχόμενη δυσπραγία της και τελούσε σε άμεση και πραγματική γνώση των χρεών της, γι' αυτό άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, αιτήθηκε εντός του έτους 2012, το άνοιγμα συνδιαλλαγής αφού τα χρέη είχαν ανέλθει στο ύψος των 9.111.396,83 ευρώ, που μαρτυρεί ότι τα οικονομικά προβλήματα είχαν ήδη αρχίσει κάποια έτη νωρίτερα.
Διαβλέποντας δε, ο πρώτος εναγόμενος ότι δεν δύναται η ανώνυμη εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε, να εξοφλήσει το σύνολο των απαιτήσεων της ενάγουσας, προχώρησε στις επίδικες μεταβιβάσεις ώστε να διασφαλίσει την μη εκποίηση τους γνωρίζοντας ότι ματαίωνε εν μέρει την δια της αναγκαστικής εκτέλεσης ικανοποίηση των απαιτήσεων της (:ενάγουσας), οι οποίες άλλωστε έως τη συζήτηση της αγωγής, παρέμεναν στο σύνολο τους ανεξόφλητες.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός κατά το σκέλος που γίνεται επίκληση από τους εναγομένους, του μη ληξιπρόθεσμου κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων των οφειλών, δεν ευσταθεί διότι, όπως προαναφέρθηκε, καθοριστικό στοιχείο για την καταδολίευση είναι να είναι γεννημένη η απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση χωρίς να απαιτείται να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της μεταβίβασης αλλά αρκεί να είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, που εν προκειμένω συντρέχει κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρνούμενοι την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, υποστηρίζουν, α) ότι εάν ο πρώτος εναγόμενος είχε πρόθεση βλάβης θα είχε προβεί στην απαλλοτρίωση των λοιπών αξιόχρεων περιουσιακών στοιχείων του, τα οποία είναι σημαντικότερης αξίας, δηλαδή του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των καταστημάτων στην ...
στη πόλη της ..., δηλαδή του υπόγειου χώρου, εμβαδού 254,10 τ.μ., του ισόγειου καταστήματος, εμβαδού 150 τ.μ. και του ισόγειου καταστήματος, εμβαδού 90 τ.μ. με την ισόγεια αποθήκη αυτού, για τα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω, καθότι μάλιστα ήταν ελεύθερα βαρών κατά τους χρόνους των επίδικων απαλλοτριώσεων αφού η προαναφερθείσα εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, υπέρ της τραπεζικής εταιρείας ..., έγινε τον Απρίλιο του 2013.
Τούτο, όμως, δεν αναιρεί το δόλο του πρώτου εναγομένου να απαλλοτριώσει τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία, προς βλάβη της ...ς διότι ναι μεν είχε στην κυριότητα του και ελεύθερα βαρών τα άνω ακίνητα, τα οποία δεν πώλησε, ωστόσο τούτο δεν αναιρεί την πρόθεση βλάβης διότι με τις ένδικες απαλλοτριώσεις γνώριζε ότι θα απομειωθεί η περιουσία του με αντίστοιχη μείωση της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας αφού, όπως προαναφέρθηκε, η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκούσε για την πλήρη εξόφληση της οφειλής του προς την τελευταία.
Επίσης, οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προβάλλουν τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς αντίκρουση του στοιχείου του δόλου βλάβης της περιουσίας της ενάγουσας, ότι η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε ως τίμημα της επίδικης πώλησης για το διαμέρισμα στην ..., αρ. 2, το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ με την έκδοση αντίστοιχου ποσού επιταγής και είσπραξη αυτής από τον πρώτο του άνω ποσού ενώ όσον αφορά το απαλλοτριωθέν διαμέρισμα επί της ..., αρ. 4- 6, υποκρυπτόταν πώληση και όχι δωρεά (όπως εμφανίζεται στο οικείο ...
συμβόλαιο), η οποία έγινε κατά το φαινόμενο, προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή μεγαλύτερου ποσού φόρου και ότι (η δεύτερη εναγομένη) κατέβαλε στον πρώτο ως τίμημα το ποσό των 100.000 ευρώ με την έκδοση αντίστοιχου ποσού επιταγής και είσπραξη αυτής από τον πρώτο και ότι εάν υπήρχε σκοπός ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας οι εναγόμενοι θα προέβαιναν σε πώληση των ακινήτων σε τρίτα άτομα.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός εκτιμώμενος ότι βάλλει κατά της ύπαρξης πρόθεσης του πρώτου για βλάβη της ...ς και ιδίως κατά της γνώσης της δεύτερης εναγομένης περί τούτου είναι αβάσιμος. Πράγματι, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη των εναγόμενων κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο τα ως άνω συμφωνηθέντα μεταξύ τους, τιμήματα για την εκ μέρους της αγορά των παραπάνω διαμερισμάτων ως εξής:
Χρηματικό ποσό 70.000 ευρώ καταβλήθηκε εκ μέρους της με την έκδοση της με αριθμό ... επιταγής της ... ..., την οποία μεταβίβασε με νόμιμη οπισθογράφηση στον πρώτο εναγόμενο, με ημερομηνία έκδοσης ..., την ίδια ημέρα δηλαδή που συντάχθηκε το με αριθμό ...... συμβόλαιο πώλησης. Ο δε πρώτος εναγόμενος την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις ...
κατέθεσε στην ενάγουσα ... το ως άνω ποσό. Χρηματικό ποσό 100.000 ευρώ καταβλήθηκε εκ μέρους της με την έκδοση της με αριθμό ... της ... ..., την οποία μεταβίβασε με νόμιμη οπισθογράφηση στον πρώτο εναγόμενο, με ημερομηνία έκδοσης 29-3-2010, την ίδια ημέρα δηλαδή που συντάχθηκε το με αριθμό 13896/29-3-2010 συμβόλαιο δωρεάς, καθώς στην πραγματικότητα απέκρυπτε πώληση και όχι δωρεά που επιλέχθηκε για φορολογικούς και μόνο λόγους, προκειμένου να καταβληθεί μικρότερος φόρος μεταβίβασης.
Ο δε πρώτος εναγόμενος την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 30-3-2010 κατέθεσε στην ... την επιταγή αυτή. Πράγματι, οι επίδικες απαλλοτριώσεις δεν είναι εικονικές και έγιναν με πρόθεση μεταβίβασης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία, επειδή κατείχε τα λοιπά ποσοστά των άνω εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί κάθε διαμερίσματος και επρόκειτο, όσον αφορά στο πρώτο, για την πατρική οικία του πατέρα της, και όσον αφορά στο δεύτερο, για την δική της πατρική κατοικία, στην οποία διέμενε η μητέρα της, και πράγματι είχε τη βούληση να αγοράσει το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του πρώτου διαμερίσματος και της ψιλής κυριότητας του δεύτερου, περιελθόντων έτσι σε αυτήν κατά ποσοστό 100% της πλήρους και ψιλής κυριότητας αντίστοιχα.
Ωστόσο, τα ανωτέρω δεν άγουν σε διαφορετική δικανική κρίση καθότι δεν ασκούν επιρροή στη συνδρομή των προϋποθέσεων της ένδικης αγωγής διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ) διότι αφενός συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της απαλλοτρίωσης, οι "πραγματικές μεταβιβάσεις" και δεν απαιτείται να πρόκειται για εικονικές μεταβιβάσεις.....
αφετέρου δεν σηματοδοτούν την έλλειψη γνώσης αυτής περί του ότι ο εναγόμενος αδερφός της προέβη στις επίδικες απαλλοτριώσεις προς βλάβη της δανείστριας ...ς συνεκτιμωμένων των πολύ καλών σχέσεων μεταξύ των αδερφών και των χρόνων, που έλαβαν χώρα οι επίδικες απαλλοτριώσεις, οι οποίοι συνέπεσαν με την απαρχή των οικονομικών προβλημάτων του πρώτου εναγομένου.
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος προέβη και σε έτερη μεταβίβαση περιουσιακού του στοιχείου. Συγκεκριμένα, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ..., Ε. Μ., που αναπλήρωνε νόμιμα τη δεύτερη εναγομένη, μεταβίβασε λόγω πώλησης προς τον τότε σύζυγο της δεύτερης εναγομένης, Μ. Μ., ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας (του λοιπού 1/2 ανήκοντος στην δεύτερη εναγομένη) μίας διώροφης μονοκατοικίας, στο Πανόραμα ..., η οποία αποτελείται από υπόγειο, εμβαδού 95,35 τ.μ,, ισόγειο εμβαδού 85,67 τ.μ.
και πρώτο όροφο εμβαδού 83,44 τ.μ., ο οποίος (αγοραστής, Μ. Μ.) αυθημερόν της σύνταξης το άνω συμβολαίου μεταβίβαση λόγω παροχής το άνω περιουσιακό στοιχείο στην ανήλικη θυγατέρα αυτού και της δεύτερης εναγομένης, συζύγου του, με το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Οι ανωτέρω ενέργειες δεν δικαιολογούνται από τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι τούτο συνέβη κατόπιν συμφωνίας του Μ.
Μ. και της τότε συζύγου του - δεύτερης εναγομένης, προς αποκατάσταση του τέκνου τους και διευθέτηση των περιουσιακών εκκρεμοτήτων που πρόεκυψαν από την επικείμενη λύση του γάμου τους. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κρίνοντας αντίθετα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, δεχόμενο, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε καταδολιευτική πρόθεση, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της....".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή και δικάζοντας επί της ουσίας δέχτηκε την αγωγή και απήγγειλε την διάρρηξη των αναφερόμενων καταδολιευτικών δικαιοπραξιών.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δίκαιου διατάξεις των άρθρων 939 και 941 παρ. 1 ΑΚ, διότι διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα I) ως προς το ζήτημα της (θετικής) γνώσης της αναιρεσείουσας, που πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και να περιλαμβάνει τόσο τα χρέη του οφειλέτη όσο και την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του αλλά και γνώση της πρόθεσης του οφειλέτη να βλάψει τους δανειστές του και II) ως προς τα ζητήματα:
α) της μη επαρκούς υπολειπόμενης περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη του επίδικου χρέους, β) της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απαλλοτρίωσης και της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και γ) της πρόθεσης του οφειλέτη να βλάψει τον δανειστή του. Ειδικότερα, το Εφετείο όσον αφορά την γνώση της αποκτήσασας τα επίδικα ακίνητα αναιρεσείουσας, περιλαμβάνει στην απόφασή του τις εξής παραδοχές:
Ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων περί καταβολής τιμήματος από την αναιρεσείουσα "εκτιμώμενος ότι βάλλει κατά της ύπαρξης πρόθεσης του πρώτου για βλάβη της ...ς και ιδίως κατά της γνώσης της δεύτερης εναγομένης περί τούτου είναι αβάσιμος" και επίσης ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι οι επίδικες απαλλοτριώσεις δεν είναι εικονικές και έγιναν με πρόθεση μεταβίβασης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στην αναιρεσείουσα, η οποία, επειδή κατείχε τα λοιπά ποσοστά των άνω εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί κάθε διαμερίσματος και επρόκειτο, όσον αφορά στο πρώτο, για την πατρική οικία του πατέρα της, και όσον αφορά στο δεύτερο, για την δική της πατρική κατοικία, στην οποία διέμενε η μητέρα της, είχε πράγματι τη βούληση να αγοράσει το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του πρώτου διαμερίσματος και της ψιλής κυριότητας του δεύτερου, "δεν σηματοδοτούν την έλλειψη γνώσης αυτής περί του ότι ο εναγόμενος αδερφός της προέβη στις επίδικες απαλλοτριώσεις προς βλάβη της δανείστριας ...ς συνεκτιμωμένων των πολύ καλών σχέσεων μεταξύ των αδερφών και των χρόνων, που έλαβαν χώρα οι επίδικες απαλλοτριώσεις, οι οποίοι συνέπεσαν με την απαρχή των οικονομικών προβλημάτων του πρώτου εναγομένου".
Ωστόσο, από τις πιο πάνω παραδοχές δεν προκύπτει με σαφήνεια: α) αν η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, γνώριζε τα χρέη του αδελφού της και το ύψος αυτών, κατά τον χρόνο κατάρτισης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών (δεδομένου ότι το δικαστήριο δέχεται ότι και η δεύτερη μεταβίβαση έγινε εξ επαχθούς αιτίας), β) αν η υπολειπόμενη, μετά τις επίδικες απαλλοτριώσεις, περιουσία του μεταβιβάζοντος οφειλέτη επαρκούσε ή όχι για την κάλυψη των χρεών του έναντι της δανείστριας ...ς, γ) αν γνώριζε την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη αδελφού της, καθόσον οι παραδοχές της απόφασης για συνεκτίμηση "των πολύ καλών σχέσεων μεταξύ των αδερφών και των χρόνων, που έλαβαν χώρα οι επίδικες απαλλοτριώσεις, οι οποίοι συνέπεσαν με την απαρχή των οικονομικών προβλημάτων του πρώτου εναγομένου", δεν αρκούν για την κατάφαση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 941 ΑΚ.
Περαιτέρω το δικαστήριο, το οποίο δεν καθορίζει με σαφήνεια την ακριβή εμπορική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δεχόμενο ότι "η εμπορική τους αξία δεν υπερβαίνει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το ποσό των 70.000 και 140.000 ευρώ και συνολικά των 210.000 ευρώ", ενώ δέχεται ότι ο οφειλέτης έλαβε ίσης, περίπου, αξίας με τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα αντάλλαγμα και το κατέθεσε στην ..., δεν αναφέρει αν το χρηματικό αυτό αντάλλαγμα των 170.000 ευρώ, που κατά τις παραδοχές της απόφασης κατατέθηκε στην ...
και μάλιστα ποσό 70.000 ευρώ στην ίδια την αναιρεσίβλητη και ποσό 100.000 ευρώ στην ...: α) εισήλθε στην εμφανή περιουσία του οφειλέτη, β) περιήλθε σε γνώση της δανείστριας ...ς, γ) αναλώθηκε ή ρευστοποιήθηκε από τον ίδιο τον οφειλέτη ή αν με το ποσό αυτό εξοφλήθηκαν ή όχι χρέη προς τους δανειστές του. Οι παραδοχές αυτές είναι αναγκαίες, ώστε αφενός μεν να κριθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των απαλλοτριώσεων και της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, αν δηλαδή το ενεργητικό της περιουσίας του πρώτου εναγόμενου μειώθηκε ή όχι, αφού στη θέση της υπέγγυας ακίνητης περιουσίας υπεισήλθε αντίστοιχης αξίας υπέγγυο χρηματικό ποσό, αφετέρου δε να κριθεί αν υπήρξε πρόθεση βλάβης του οφειλέτη, η οποία δεν μπορεί πλέον να συναχθεί από τις απαλλοτριωτικές και μόνο πράξεις του τελευταίου, εφόσον γι' αυτές καταβλήθηκε εμφανές αντάλλαγμα.
Ενόψει αυτών, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου και οι πρώτος, δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του και τρίτος λόγοι των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ότι υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι κατά τούτο βάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, τόσο αυτής όσο και των πρόσθετων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ……
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ