Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal for lack of specific reasoning on forgery and procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding forgery charges. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning on the criminal nature of the acts and the statute of limitations, while also claiming procedural errors due to untranslated documents. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific intent required for professional forgery and the origin of the vehicles, leading to the appeal's partial success.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1) and 510(1)(D) of the Criminal Code; Article 519 of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court must annul a lower court decision if it lacks specific and detailed reasoning on the rejection of an independent claim regarding the criminal nature of the act or the statute of limitations, and if procedural errors such as the use of untranslated documents without verifying the defendant's comprehension occur.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2038 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2038/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1229/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15 Ιουνίου 2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15 Ιουνίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6437/15-6-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 944/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να συζητηθεί στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλους, από αυτούς που δίκασαν, δικαστές.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 Π.Κ., "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση".
Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' Π.Κ.) από τον υπαίτιο, ο οποίος να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, ως επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, συνίσταται σε κάθε ενέργεια περιλαμβάνουσα χρησιμοποίηση του εγγράφου κατά τον εν γένει προορισμό αυτού ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου, προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως αυτής (παρ. 3) με τα άρθρα 1 παρ.7 περ.
α' Ν. 2408/1996 και 14 παρ.2 Ν. 2721/1999, οριζόταν: "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρ. 1 παρ.7 περ. α' Ν. 2408/1996, που ισχύει από τις 4-6-1996 και ορίσθηκε, ότι: "3.
Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ)", αντικαταστάθηκε δε με το άρθρ. 14 παρ. 2 Ν. 2721/1999, που ισχύει από τις 3-6-1999 και ορίσθηκε, ότι: "3.
Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ)".
Ήδη, από τις 2-4-2012 και εφεξής, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα ως άνω ποσά των 73.000 και 15.000 ευρώ αναπροσαρμόσθηκαν στα ποσά των 120.000 και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα, με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.1 περ. β' και παρ. 2 περ. α', αντίστοιχα, του Ν. 4055/2012, που είναι ηπιότερη ποινική διάταξη, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., σε σχέση με τις προηγούμενες.
Το έγκλημα, δηλαδή, της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 (ήδη 30.000) ευρώ ή, όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 (ήδη 120.000) ευρώ.
Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές μεγαλύτερο ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, είναι ευμενέστερη, για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου και, κατά συνέπεια, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση.
Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα (κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το όφελος που σκοπήθηκε ή η περιουσιακή ζημία.
Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθεαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης.
Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός, ότι η πλαστογραφία, υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ., σκοπείται, όπως προαναφέρθηκε, η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.
Α.Π. 3/2008). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 στοιχ. στ' εδ. α' του Π.Κ., "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα.
Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα τελέσεως να διαπιστώνεται, ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Όταν συντρέχει περίπτωση κατ' επάγγελμα τελέσεως από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως με πρόθεση πορισμού εισοδήματος, δεν απαιτείται να εκτίθεται και ότι ο δράστης είχε διαμορφωμένη υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 του Π.Κ. προκύπτει, ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως (ενότητα δόλου).
Με τη διάταξη δε της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου 98 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρ. 14 παρ.1 Ν. 2721/1999, ορίζεται, ότι "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία και η απόρριψή του από το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως (κατ' άρθρ. 111 παρ. 1 Π.Κ.), είναι και εκείνος, με τον οποίο γίνεται από την πλευρά του κατηγορουμένου επίκληση παραγραφής.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 1229/2018 απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε υποβάλει εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξεως της πλαστογραφίας που φερόταν ότι τέλεσε και παραγραφής αυτής, λόγω μη συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεώς της, αλλά και λόγω του ότι το συνολικά σκοπούμενο περιουσιακό όφελος από την τέλεσή της δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 30.000 δραχμών, ισχυριζόμενος ότι τα επίδικα οχήματα εισήχθησαν από χώρα της ευρωπαϊκής ένωσης και για το λόγο αυτόν το ύψος των δασμών που απώλεσε το δημόσιο και ωφελήθηκε αυτός ήταν μικρότερο των 30.000 ευρώ.
Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέτεινε στην εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, δοθέντος ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξης της πλαστογραφίας ανάγεται στο έτος 2004, προβλήθηκε ορισμένως και παραδεκτώς και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όφειλε να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την απόρριψή του.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-2004 έως 13-12-2004 ο κατηγορούμενος στην ….
και στη …. ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαναν χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, ενήργησαν δε κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημιά, υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ.
Ειδικότερα αφού έλαβε στην κατοχή του μαζί με τους συνεργούς του, έντυπα πρωτοκόλλου εξέτασης αποσκευών και εμπορευμάτων, πιστοποιητικού ταξινόμησης και βεβαίωσης είσπραξης τέλους ταξινόμησης, συμπλήρωσαν αυτά με τα στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό προκειμένου να παραπλανήσουν με τη χρήση των αναφερομένων στο διατακτικό πλαστών πιστοποιητικών, τους υπαλλήλους της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Ν.Α.
… καθώς και της Ν.Α. . - Τμήμα …, στους οποίους τα προσκόμισαν μέσω τρίτων προσώπων που αγνοούσαν την πλαστότητα αυτών, ότι είχαν καταβληθεί προς το Δημόσιο οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι κατά την εισαγωγή από το εξωτερικό στην Ελληνική Επικράτεια των περιγραφομένων σε αυτά οχημάτων και να προβούν στην έκδοση αδειών κυκλοφορίας επ' ονόματι του Κ.
Β., αγοραστή αυτών και να χορηγήσουν σε καθένα από αυτά κρατικές πινακίδες με αριθμούς κυκλοφορίας ...83, ...68 και ...90. Ό κατηγορούμενος προέβη στις ως άνω πράξεις του από κοινού με τους συνεργούς του όχι ευκαιριακά , αλλά βάσει οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου και μάλιστα επανειλημμένα, έχοντας προς τούτο λάβει στην κατοχή του έντυπα που χρησιμοποιούνταν από τα τελωνεία για την έκδοση πιστοποιητικών καταβολής δασμών καθώς και πλαστές σφραγίδες του Β' Τελωνείου … και των υπηρετούντων σε αυτό υπαλλήλων με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του, με αντίστοιχη βλάβη του Δημοσίου, περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 55.891,42 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχονταν οι δασμοί και λοιποί φόροι τους οποίους και απέφυγε να καταβάλει.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι έχουν προσωπική και άμεση αντίληψη των γεγονότων.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της κακουργηματικής πράξης που του αποδίδεται, ήτοι της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα στο Δημόσιο ζημία υπερβαίνουν, συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί πλημμεληματικού χαρακτήρα και συνακόλουθα παραγραφής της εν λόγω πράξης".
Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, για την οποία, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ.2 περ.
ε' Π.Κ.), του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, καταβλητέα εντός προθεσμίας τριών (3) ετών σε τριάντα έξι (36) ισόποσες δόσεις, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην … και στην …, κατά το χρονικό διάστημα 25-10-2004 έως 13-12-2004, ο κατηγορούμενος και ο Π.
Τ., ενεργώντας από κοινού, δηλαδή ύστερα από συναπόφαση, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ήτοι κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, ενήργησε δε κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και ειδικότερα, αφού έλαβε στην κατοχή του έντυπα πρωτοκόλλου εξέτασης αποσκευών και εμπορευμάτων, πιστοποιητικού ταξινόμησης και βεβαίωσης είσπραξης τέλους ταξινόμησης συμπλήρωσε αυτά αναγράφοντας
ι) στο "πρωτόκολλο Εξέτασης Αποσκευών και Εμπορευμάτων" πλησίον της ένδειξης αριθμός παραστατικού τον αριθμό "….34", ως τελωνείο "Β' Τελωνείο …", κάτωθι των ενδείξεων "παραλήπτης" τα στοιχεία ταυτότητας και την διεύθυνση του ως άνω κατηγορουμένου, Α. Π. του Δ., κάτωθι της ένδειξης "διασαφιστής/αντιπρόσωπος" την λέξη "ο ίδιος", κάτωθι της ένδειξης "χώρα απόστολής/εξαγωγής" την λέξη "…", κάτωθι της ένδειξης "χώρα καταγωγής" την λέξη "…", κάτωθι της ένδειξης "όροι παράδοσης" την λέξη "….", κάτωθι της ένδειξης "νόμισμα και συνολικό ποσό τιμολογίου" τους αριθμούς "…4" και "…50", κάτωθι της ένδειξης "ταυτότητα και εθνικότητα μεταφορικού μέσου κατά την άφιξη" την λέξη "οδικώς", κάτωθι των ενδείξεων "περιγραφή εμπορευμάτων" "τμχ 3 ΧΜ 6.200 αυτοκίνητα φορτηγά ειδικών χρήσεων μετ/να (νεκροφόρες) μάρκας MERCEDES
1) τύπος: ….26 πλαίσιο WDB...915, έτος 1989,
2) τύπος: …41, πλαίσιο WDB ...715, έτος 1989,
3) τύπος …41, πλαίσιο WDB ...252, έτους 1987",
κάτωθι της ένδειξης "Κωδικός χώρας καταγωγής" τον αριθμό "…4", κάτωθι της ένδειξης "μάζα" τον αριθμό "…00", κάτωθι της ένδειξης "καθεστώς" τον αριθμό "…00", κάτωθι της ένδειξης "συγκριτικό δηλωτικό/προηγούμενο παραστατικό" την λέξη και τον αριθμό "αίτηση ..72/95", κάτωθι της ένδειξης "ειδικές μνείες/προσκομιζόμενα έγγραφα/πιστοποιητικά και άδειες" τις λέξεις "
1) τίτλοι κυρ/τας,
2) αίτηση,
3) τιμολόγιο,
κάτωθι της ένδειξης "υπολογισμός επιβαρύνσεων" τις λέξεις "ΦΠΑ ΣΤΗ ΔΟΥ", κάτωθι της ένδειξης "τόπος και ημερομηνία" την λέξη και την ημερομηνία "… 12-5-1995", έθεσε δε χωρίς δικαίωμα κάτωθι των υπαλλήλων του Β' Τελωνείου …, Γ. Ψ. και Γ. Χ. αντίστοιχα και περαιτέρω έθεσε επί του ως άνω πιστοποιητικού έντυπη σφραγίδα του Β' Τελωνείου … στην οποία ανέγραψε ως πιστοποιητικά ταξινόμησης τους αριθμούς "..51", "…52", "…53" και έθεσαν χωρίς δικαίωμα κάτωθι αυτής την υπογραφή και την σφραγίδα του υπαλλήλου του ως άνω τελωνείου, Ι. Π.,
ιι) στο "Πιστοποιητικό Ταξινόμησης" στον αριστερό άκρο αυτού "Β' Τελωνείο Εισαγωγής … - Τμήμα Εισαγωγής - Αριθ. …51" και περαιτέρω ότι εμφανίστηκε στην ως άνω υπηρεσία ο ως άνω κατηγορούμενος και κατέθεσε την με αριθμό 6834/95 διασάφηση εισαγωγής καταβάλλοντας τους αναλογούντες εισαγωγικούς δασμούς και λοιπούς φόρους δυνάμει του υπ' αριθμ. ...11/95 αποδεικτικού είσπραξης για ένα αυτοκίνητο φορτηγό ειδικών χρήσεων (νεκροφόρα) μεταχειρισμένο, μάρκας "MERCEDES" με αύξοντα αριθμό πλαισίου WDB...915 και αριθμό κινητήρα ...45392 που μεταφέρθηκε από την … οδικώς και εξήχθη από τις τελωνειακές αποθήκες την 12-5-1995, έθεσε δε χωρίς δικαίωμα κάτωθι των θέσεων "Ο Γραμματέας" και "Ο Διευθυντής" την σφραγίδα και την υπογραφή των υπαλλήλων του ως άνω τελωνείου, Ι. Π. και Ο. Μ.,
ιιι) στη "Βεβαίωση Είσπραξης Τέλους Ταξινόμησης" ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "…82 - … 28-7-2004" και περαιτέρω ότι βεβαιώνεται ότι εισπράχθηκε με το υπ' αριθμόν ...11/95 αποδεικτικό είσπραξης ποσού 120.000 δρχ. για το αυτοκίνητο ειδικών χρήσεων (νεκροφόρα) με τα στοιχεία μάρκας "MERCEDES", αριθμό πλαισίου WDB...915, αριθμό κινητήρα ...45392 και ότι το παραπάνω όχημα εκτελωνίστηκε από τον Α. Π. και εκδόθηκε το με αριθμό 1251/95 πιστοποιητικό ταξινόμησης, ακολούθως έθεσε χωρίς δικαίωμα κάτωθι της θέσης "Ο Διευθυντής" την σφραγίδα και την υπογραφή της υπαλλήλου του ως άνω Β1 Τελωνείου …, Ο. Μ., ιν) στο "Πιστοποιητικό Ταξινόμησης" στο αριστερό άκρο αυτού "Β' Τελωνείο Εισαγωγής …-Τμήμα Εισαγωγής - Αριθ. …53" και περαιτέρω ότι εμφανίστηκε στην ως άνω υπηρεσία ο ως άνω κατηγορούμενος και κατέθεσε την με αριθμό 6834/95 διασάφηση εισαγωγής καταβάλλοντας τους αναλογούντες εισαγωγικούς δασμούς και λοιπούς φόρους δυνάμει του υπ' αριθμ. ...11/95 αποδεικτικού είσπραξης για ένα αυτοκίνητο φορτηγό ειδικών χρήσεων (νεκροφόρα) μεταχειρισμένο, μάρκας "MERCEDES", με αύξοντα αριθμό πλαισίου WDB...252 και αριθμό κινητήρα ...639 που μεταφέρθηκε από την … οδικώς και εξήχθη από τις τελωνειακές αποθήκες την 12-5-1995, έθεσε δε χωρίς δικαίωμα κάτωθι των θέσεων "Ο Γραμματέας" και "Ο Διευθυντής" την σφραγίδα και την υπογραφή των υπαλλήλων του ως άνω τελωνείου, Ι. Π. και Ο. Μ.,
ν) στη "Βεβαίωση Είσπραξης Τέλους Ταξινόμησης" ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "…80 … 28-7-2004" και περαιτέρω ότι βεβαιώνεται ότι εισπράχθηκε με το υπ' αριθμ. ...11/95 αποδεικτικό είσπραξης, ποσού 120.000 δρχ. για το αυτοκίνητο ειδικών χρήσεων (νεκροφόρα) με τα στοιχεία μάρκας "MERCEDES", WDB...252 και αριθμό κινητήρα ...639 και ότι το παραπάνω όχημα εκτελωνίστηκε από τον Α. Π. και εκδόθηκε το με αριθμό …53/95 πιστοποιητικό ταξινόμησης, ακολούθως έθεσε χωρίς δικαίωμα κάτωθι της θέσης "Ο Διευθυντής" την σφραγίδα και την υπογραφή της υπαλλήλου του ως άνω Β' Τελωνείου …, Ο. Μ.,
νι) στο "Πιστοποιητικό Ταξινόμησης" στο αριστερό άκρο αυτού "Β1 Τελωνείο Εισαγωγής … - Τμήμα Εισαγωγής - Αριθ. …52" και περαιτέρω ότι εμφανίστηκε στην ως άνω υπηρεσία ο ως άνω κατηγορούμενος και κατέθεσε την με αριθμό 6834/95 διασάφηση εισαγωγής καταβάλλοντας τους αναλογούντες εισαγωγικούς δασμούς και λοιπούς φόρους δυνάμει του υπ' αριθμ. ...11/95 αποδεικτικού είσπραξης για ένα αυτοκίνητο φορτηγό ειδικών χρήσεων (νεκροφόρα) μεταχειρισμένο, μάρκας "MERCEDES" με αύξοντα αριθμό πλαισίου WDB...715 και αριθμό κινητήρα ...1027 που μεταφέρθηκε από την … οδικώς και εξήχθη από τις τελωνειακές αποθήκες την 12-5-1995, έθεσε δε χωρίς δικαίωμα κάτωθι των θέσεων "Ο Γραμματέας" και "Ο Διευθυντής" την σφραγίδα και την υπογραφή των υπαλλήλων του ως άνω τελωνείου, Ι. Π. και Ο. Μ.,
νιι) στη "Βεβαίωση Είσπραξης Τέλους Ταξινόμησης" ως αριθμό, πρωτοκόλλου τον αριθμό "…81 - … 28-7-2004" και περαιτέρω ότι βεβαιώνεται ότι εισπράχθηκε με το υπ' αριθμόν ...11/95 αποδεικτικό είσπραξης ποσού 120.000 δρχ. για το αυτοκίνητο ειδικών χρήσεων (νεκροφόρα) με τα στοιχεία μάρκας "MERCEDES", WDB...715 και αριθμό κινητήρα ...1027 και ότι το παραπάνω όχημα εκτελωνίστηκε από τον Α.
Π. και εκδόθηκε το με αριθμό …52/95 πιστοποιητικό ταξινόμησης ακολούθως έθεσε χωρίς δικαίωμα κάτωθι της θέσης "Ο Διευθυντής" την σφραγίδα και την υπογραφή της υπαλλήλου του ως άνω Β' Τελωνείου …, Ο. Μ., προκειμένου να παραπλανήσει με την χρήση των ως άνω πλαστών πιστοποιητικών τους υπαλλήλους της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Ν.Α.
… καθώς και της Ν.Α. … - Τμήμα … προς τους οποίους τα προσκόμισε μέσω τρίτων προσώπων που αγνοούσαν την πλαστότητα αυτών ότι είχαν καταβληθεί προς το Δημόσιο οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι κατά την εισαγωγή από το εξωτερικό στην ελληνική επικράτεια των περιγραφόμενων σε αυτά οχημάτων και να προβούν στην έκδοση αδειών κυκλοφορίας επ' ονόματι του Κ.
Β. αγοραστή αυτών και να χορηγήσουν για καθένα από αυτά κρατικές πινακίδες με αριθμούς κυκλοφορίας ...83, ...68 και ...90, προέβησαν δε στις ως άνω πράξεις τους όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου και μάλιστα επανειλημμένα έχοντας προς τούτο λάβει στην κατοχή του έντυπα που χρησιμοποιούνταν από τα τελωνεία για την έκδοση πιστοποιητικών καταβολής δασμών καθώς και πλαστές σφραγίδες του Β' Τελωνείου … καθώς και των υπηρετούντων σε αυτό υπαλλήλων με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του δια βλάβης του Δημοσίου περιουσιακού οφέλους συνολικού ύψους 55.891,42 ευρώ [13.953,28 + 23.002,53 + 18.935,61 = 55.891,42], ποσό στο οποίο ανέρχονταν οι δασμοί και λοιποί φόροι τους οποίους και απέφυγε να καταβάλει".
Όμως, με τις ως άνω παραδοχές, όπως αυτές περιλαμβάνονται στο ως άνω σκεπτικό και στο ως άνω διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν την αιτιολογία της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του κατά τα ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσείων περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και εξαλείψεως του αξιοποίνου της λόγω παραγραφής, αφού αυτή δέχεται κατ' επάγγελμα τέλεση της πλαστογραφίας, χωρίς να δέχεται και να αναφέρει στην αιτιολογία της ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις κατ' εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας με σκοπό πορισμού εισοδήματος απ' αυτές, περιστατικό το οποίο απαιτείται και αρκεί κατά το νόμο (άρθρο 13 περ.
στ' Π.Κ.) για τη θεμελίωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης του αδικήματος της πλαστογραφίας σε περίπτωση επανειλημμένης κατ' εξακολούθηση τέλεσής της, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αρκεί για τη θεμελίωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της πλαστογραφίας ο σκοπός του πλαστογράφου να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη άλλου, ο οποίος αποτελεί τον απαιτούμενο υποκειμενικά υπερχειλή του δόλο για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας.
Ακόμη, παρά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας είχαν πλημμεληματικό χαρακτήρα και εξαλείφθηκε το αξιόποινό τους λόγω παραγραφής, επειδή τα τρία αυτοκίνητα (νεκροφόρες) είχαν εισαχθεί από Ευρωπαϊκή χώρα του εξωτερικού και οι δασμοί εισαγωγής τους ήταν κατά πολύ μικρότεροι των 30.000 ευρώ, εν τούτοις δεν διασαφηνίζεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν τα αυτοκίνητα εισήχθησαν από Ευρωπαϊκή χώρα ή από άλλη χώρα του Εξωτερικού, αλλά αναφέρεται στο σκεπτικό της αορίστως και ασαφώς ότι η εισαγωγή των αυτοκινήτων έγινε από το εξωτερικό.
Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και εξαλείψεως του αξιοποίνου της λόγω παραγραφής, είναι βάσιμος.
Επομένως, ανεξάρτητα από το ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώστηκαν στο ακροατήριο ξενόγλωσσα έγγραφα χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό τους, ιδρυομένης έτσι και της αναιρετικής πλημμέλειας της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ.), κατά παραδοχή του προαναφερθέντος βάσιμου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1229/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ