Legislator Case Law & Legislation
2038/2007 AI generated

2038/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2038/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2038/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ "Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα". Πέραν δηλαδή της ταυτότητας των διαδίκων απαιτείται και ταυτότητα της ιδιότητας, υπό την οποία αυτοί παρίστανται στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη. Δεν υπάρχει δε μεταβολή της ιδιότητας, υπό την οποία παρίσταται ο διάδικος, όταν μεταβάλλεται απλώς η διαδικαστική θέση αυτού, όπως από ενάγων γίνεται εναγόμενος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2038 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2038/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 , 2. Χ2 και 3. Χ3 . Οι 1ος και 3ος παραστάθηκαν με από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σάββα Ταταρόπουλο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 557/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 20-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 557/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την απόφαση αυτή έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 109/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και στη συνέχεια το εν λόγω δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά. Επομένως, η αναίρεση κατά το μέρος της, με το οποίο προσβάλλεται η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ "Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα". Πέραν δηλαδή της ταυτότητας των διαδίκων απαιτείται και ταυτότητα της ιδιότητας, υπό την οποία αυτοί παρίστανται στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη. Δεν υπάρχει δε μεταβολή της ιδιότητας, υπό την οποία παρίσταται ο διάδικος, όταν μεταβάλλεται απλώς η διαδικαστική θέση αυτού, όπως από ενάγων γίνεται εναγόμενος.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του τρίτου ενάγοντος και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου την από 2-3-1981 διεκδικητική αγωγή για το ήδη επίδικο ακίνητο, επί της οποίας εκδόθηκε η 74/1981 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή, ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως δυνάμει της 152/1982 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και ότι από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο μεταξύ των προαναφερθέντων διαδίκων που καθιστά απαράδεκτη την ένδικη διεκδικητική αγωγή μεταξύ των διαδίκων αυτών, δεδομένου ότι υφίσταται, πλην άλλων, και ταυτότητα της ιδιότητας, υπό την οποία αυτοί παρίστανται σ' αμφότερες τις δίκες, έστω και αν μεταβλήθηκε απλώς η διαδικαστική θέση αυτών και από ενάγων και εναγόμενος στην πρώτη δίκη έγιναν εναγόμενος και ενάγων, αντίστοιχα, στη δεύτερη δίκη.

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. III. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Επίσης ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.9 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη τη βάση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, που στηριζόταν σε νομιζόμενο τίτλο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί του ότι αφέθηκε αδίκαστη η παραπάνω βάση της αγωγής είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που προσδιορίζονται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

IV. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να παραλειφθεί κανένα απ' αυτά για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο έξι επιμέρους έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η από τον αριθ.9 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απάντησε και έτσι άφησε αδίκαστο το αίτημα των αναιρεσειόντων για διενέργεια αυτοψίας στο επίδικο ακίνητο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αίτηση για διενέργεια αυτοψίας, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 355 του ίδιου Κώδικα, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως αναγόμενη σε πράγματα που δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορρίπτουσα το σχετικό αίτημα του διαδίκου απόφασή του.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια όμως της διάταξης αυτής η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης δικαιολογεί την αναίρεσή της μόνο όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή αβεβαιότητα ως προς τη σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων.

Εξάλλου, ο από τον αριθ.19 του ίδιου ως άνω άρθρου προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται μόνο σε σχέση με το αιτιολογικό αυτής, δηλαδή όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών και σε κάθε περίπτωση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών του διατακτικού της, γιατί, ενώ δέχεται τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων στη συνέχεια απορρίπτει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, ως προς τον τρίτο των εναγόντων και κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είτε εκτιμηθεί από τον αριθ.19 είτε από τον αριθ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, το μεν διότι δεν αφορά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε διότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις του διατακτικού της δεν δημιουργείται αοριστία ή αβεβαιότητα που προαναφέρθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2006 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 557/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ