Legislator Case Law & Legislation
2038/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest against co-plaintiff and vague grounds.

Case Number 2038/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance judgment, ruling it inadmissible because it targeted a co-plaintiff who was not adversely affected by the decision. The appellants argued for reversal based on future damages, expert report distortion, and alleged failure to apply common sense or specific laws, but the court found these grounds either legally unfounded or too vague. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 20; Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a co-plaintiff is inadmissible due to lack of legal interest if the decision does not contain provisions adverse to the appellant; grounds for appeal must be specific and refer to the interpretation of legal rules or the application of facts to those rules, not merely the omission of common sense or vague assertions of error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest co-plaintiff appeal vague grounds common sense error Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Law 2696/1999

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 24/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2038 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2038/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Ματάκια.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Θαλασσινό και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10 Απριλίου 2000 και 26 Νοεμβρίου 2001 αγωγές της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 605/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Απριλίου 2005 αίτησή τους και τους από 31 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφ΄ όσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της με το οποίο στρέφεται κατά της ομοδίκου των αναιρεσειόντων "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΕ" υπέρ της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ΄ αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη που να βλάπτει τους αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 24/1997).

ΙΙ. Επειδή η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) έστω και αν πηγάζει από αδικοπραξία της οποίας οι συνέπειες αναφέρονται στο μέλλον, κατά κανόνα επιδικάζεται σε κεφάλαιο εφ' άπαξ. Μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας που σχετίζεται με βλάβη του σώματος ή της υγείας οι οποίες δεν ήσαν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.

Αυτό συμβαίνει όταν μεταγενέστερα σημειώνεται αιφνίδια και απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του παθόντος, η οποία μπορεί να καταστήσει αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση. Δεν συντρέχει όμως αυτό όταν είναι προβλεπτή και συνήθης η ανάγκη ενέργειας νέας εγχειρήσεως. Τότε η ανάγκη αυτή θεωρείται ότι ελήφθη υπόψη κατά την τυχόν επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης με προγενέστερη απόφαση.

Τούτο είναι και σύμφωνο με την αρχή της ενότητας της δίκης για τον προσδιορισμό του ποσού και την αρχή του καθολικού υπολογισμού της χρηματικής ικανοποιήσεως στη δίκη αυτή. Τα περιστατικά που συνιστούν το απρόβλεπτο και ασύνηθες της επιδείνωσης και της ανάγκης νέων επεμβάσεων πρέπει να επικαλεσθεί με την αγωγή ο ενάγων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.000.000 δρχ. ως περαιτέρω αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τον τραυματισμό της συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος που αναφέρεται σ' αυτήν και του οποίου αποκλειστικά υπαίτια κρίθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, πέραν του ποσού των 5.000.000 δρχ.

που επιδικάσθηκε σ' αυτήν με βάση τη συνεκδικασθείσα από 10-4-2000 (πρώτη) αγωγή της. Για την επιδίκαση του δευτέρου αυτού ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως το Εφετείο δέχτηκε ότι "δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου ή εκκρεμοδικίας αφού πρόκειται για περαιτέρω ηθική βλάβη την οποία υπέστη η ενάγουσα από τα αποδειχθέντα νέα πραγματικά περιστατικά επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας της τα οποία ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά το χρόνο ασκήσεως της πρώτης αγωγής, ούτε συνεκτιμήθηκαν κατά τον καθορισμό του ύψους της αιτηθείσης με την πρώτη αγωγή της χρηματικής ικανοποιήσεως".

Τέτοια περιστατικά μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας της επικαλείται η αναιρεσίβλητη με τη μεταγενέστερη (από 26-11-2001) αγωγή της στην οποία εκθέτει σχετικώς τα εξής : "Παρά την συστηματική ιατρική παρακολούθηση, τις υπερπροσπάθειες σωματικές και ψυχικές να επανέλθω σε ανεκτά όρια αποθεραπείας, η κατάστασή μου μετά από λίγους μήνες (από την έξοδό της από τον "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ" (22.3.2000) μέχρι την οποία αναφέρεται στην προηγούμενη αγωγή της) επιδεινώθηκε με προβλήματα συνεχή στη βάδιση, με αφόρητους πόνους και ιλίγγους.

Τον Μάιο του 2001 βρέθηκα και πάλι στον "Ευαγγελισμό" με νέα επέμβαση για υποτροπή τραυματικής κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου 04-05 όπου παρέμεινα επί πενθήμερο (29-5-2001). Δυστυχώς και πάλι το πρόβλημά μου εξακολουθούσε να ταλανίζει την υγεία μου και να με οδηγεί σε δυσμενέστερες καταστάσεις. Σήμερα μόνο με βοήθεια τρίτων δύναμαι να κάνω λίγα βήματα.

Είμαι σε συνεχή βάση στο κρεβάτι η σε αναπηρικό καροτσάκι, ενώ πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκα προσωρινά από τον ασφαλιστικό μου φορέα (ΟΓΑ) με ποσοστό αναπηρίας 67%. Είναι όμως απαραίτητο να υποβληθώ σε νέα πολύωρη ευαίσθητη χειρουργική επέμβαση για να αποσαφηνιστεί εάν υπάρχει προοπτική να δυνηθώ να κάνω λίγα βήματα στο σπίτι μου.

Εξ αιτίας αυτού του τραυματισμού και της βλάβης της υγείας μου, των συνεπειών και του μεγέθους, της ψυχικής καταρρακώσεως και της μονίμου πλέον αναπηρίας μου μετά από σειρά χειρουργικών επεμβάσεων, έχει πλέον διαμορφωθεί οριστικά η εξέλιξη της υγείας μου στο μέλλον. Το κρεβάτι και το αναπηρικό καροτσάκι θα είναι οι μόνιμοι σύντροφοι της ζωής μου.

Τα νοσοκομεία, οι γιατροί, οι εξετάσεις, τα αναλγητικά και τα παυσίπονα είναι σε ημερήσια διάταξη. ΄Ηδη με την από 10-4-1999 αγωγή μου έχω ζητήσει να μου επιδικαστεί ποσό 10.000.000 δραχμών λόγω ηθικής βλάβης. Η μόνιμη πλέον αναπηρία μου και η οριστική αναπηρία μου παρέχουν το δικαίωμα να επανέλθω με αποσαφηνισμένο αίτημα, την στιγμή μάλιστα που το εν λόγω κονδύλιο δεν έχει κριθεί οριστικά δικαστικώς.

Κατά συνέπεια πρέπει να μου επιδικαστεί λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση 30.000.000 δραχμών (ή 967,741.93 ευρώ) παραιτούμενη εξ αυτού του ποσού, για ποσόν 10.000.000 δραχμών (ή 322,580.64 ευρώ) που ήδη έχει ζητηθεί με άλλη αγωγή μου. Κατ' αυτό τον τρόπο το αιτούμενο με την παρούσα ποσό λόγω ηθικής βλάβης ανέρχεται στο δίκαιο και εύλογο ποσό των 20.000.000 δραχμών (ή 645,161,29 ευρώ)".

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε, με βάση τα νέα αυτά περιστατικά, το άνω ποσό στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη συνεπεία του τραυματισμού της από το αυτοκινητικό ατύχημα του οποίου υπαίτια κρίθηκε η αναιρεσείουσα, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως (και ο όμοιος πρώτος λόγος των προσθέτων) με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί..

ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση συγχωρείται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε και έτσι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι, σε σχέση με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 3-12-1999 η ενάγουσα, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του συζύγου της ..., εκινείτο σε αγροτική οδό, στην περιοχή ... με κατεύθυνση προς τα ... Στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο η δεύτερη εναγόμενη ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, συζύγου της, που ήταν σφαλισμένο για τις προκαλούμενες σε τρίτους ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο σε αγροτική οδό της ίδιας περιοχής που τέμνει κάθετα την οδό, στην οποία εκινείτο η ενάγουσα.

Όταν η δεύτερη εναγομένη έφτασε στη θέση ..., όπου τέμνονται κάθετα οι δύο πιο πάνω αγροτικές οδοί, επιχείρησε να διασχίσει τη διασταύρωση των δύο οδών χωρίς να ελέγξει προηγουμένως, αν την ίδια στιγμή εκινείτο από δεξιά της άλλο όχημα, και στην προκείμενη περίπτωση το μοτοποδήλατο που οδηγούσε η ενάγουσα, στο οποίο ήταν υποχρεωμένη να παραχωρήσει προτεραιότητα, διακόπτοντας την πορεία της.

Αποτέλεσμα της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς της δεύτερης εναγομένης ήταν να παρεμβληθεί αιφνίδια το αυτοκίνητο που αυτή οδηγούσε στην πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε η ενάγουσα, να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, όταν το μοτοποδήλατο προσέκρουσε στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου που παρεμβλήθηκε στην πορεία του, και να τραυματισθεί σοβαρά η ενάγουσα στη σπονδυλική της στήλη.

Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν για τη δεύτερη εναγομένη υπαίτιες παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 26 παρ. 1, 5 του ΚΟΚ, αλλά και βρίσκονται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης συγκρούσεως κρίνεται η δεύτερη εναγομένη οδηγός, η οποία από αμέλεια μη ενσυνείδητη, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, γεγονός που συνετέλεσε στο να οδηγεί χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή της, και επιχείρησε να διασχίσει την ένδικη διασταύρωση κάθετα προς την οδό, στην οποία εκινείτο από δεξιά της η ενάγουσα, χωρίς να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει κίνδυνο στην κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό στην οποία επρόκειτο να διασχίσει, και χωρίς να διακόψει την πορεία της για να παραχωρήσει προτεραιότητα στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε η ενάγουσα και εκινείτο από τα δεξιά της.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνεται η ενάγουσα με οποιονδήποτε βαθμό συνυπαιτιότητας για την εν λόγω σύγκρουση, αφού εκινείτο προς τη

διασταύρωση με την δέουσα προσοχή, σύνεση, και δεξιότητα, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει με τις δεδομένες κυκλοφοριακές συνθήκες της ένδικης περιοχής, η δε ταχύτητά της, με την οποία εισήλθε στη διασταύρωση ήταν η ενδεδειγμένη, μη υπερβαίνουσα τα 30 χιλιόμετρα την ώρα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και στην από 10-2-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ...

και στο κεφάλαιο "περιγραφή του ατυχήματος", αναφέρεται ότι η δεύτερη εναγομένη εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να δει ότι από δεξιά της εκινείτο το μοτοποδήλατο το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα και στο οποίο έκανε φράγμα, με αποτέλεσμα να πέσει επάνω στο φορτηγό το μοτοποδήλατο της ενάγουσας". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτια του ατυχήματος ήταν η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας που είχε υποβάλει.

Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης (και ο όμοιος δεύτερος λόγος των προσθέτων) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV. Επειδή ως "έγγραφo", η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγο αναιρέσεως, νοείται αυτό που αναφέρεται ως αποδεικτικό μέσο στα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ. Έτσι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης (όμοιος ο τρίτος λόγος των προσθέτων) που στηρίζεται στην ανωτέρω διάταξη, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε_τo περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 27/4-5-2001 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού ιατρού του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου ... ..., την οποία συνέταξε κατόπιν του διορισμού του ως πραγματογνώμονος δυνάμει της υπ' αριθμ. 13/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την εις αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως (και τον όμοιο τέταρτο λόγο των (προσθέτων) την αιτίαση ότι το Εφετείο "παρέλειψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία ο στερούμενος της κατά νόμο αδείας ικανότητας οδηγήσεως οχήματος δεν έχει την ικανότητα να οδηγεί αυτό με ασφάλεια" και έτσι, μολονότι αυτοί επικαλέσθηκαν ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το μοτοποδήλατο του συζύγου της χωρίς την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια ικανότητος οδήγησης τέτοιου οχήματος "δεν γίνεται καμμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση". Ο λόγος όμως αυτός, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι αόριστoς και συνεπώς απαράδεκτος, αφού η παράβαση δεν αναφέρεται σε εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή την εις αυτό υπαγωγή πραγματικών γεγονότων. Επομένως αυτός πρέπει να απορριφθεί.

VI. Επειδή με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης (και τον όμοιο πέμπτο λόγο των πρoσθέτων), οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 5 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) όπως και του άρθρου 330 ΑΚ, χωρίς να αναφέρουν σε τι συνίσταται η πλημμέλεια αυτή. Έτσι όμως διατυπούμενος ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος.

Κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 26.4.2005 αίτηση των : 1) ... και 2. ..., για αναίρεση της 145/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Και

-Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για την πρώτη τούτων και στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για τη δεύτερη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ