Legislator Case Law & Legislation
2037/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against compensation determination, upholding final valuation of expropriated land.

Case Number 2037/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against the final determination of compensation for expropriated land. The case involved a complex history of litigation regarding the valuation of property taken for public road construction, with the court previously annulling and remanding parts of the lower court's decision. The court upheld the final compensation amount based on the specific valuation criteria and rejected the appellants' arguments, ordering them to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100, 101, 102 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's decision on an appeal against the final determination of compensation for expropriated property is final and binding, and the court reviews only the legality of the procedure and the application of the law, not the merits of the valuation.

Keywords

AI generated
expropriation compensation final determination appeal Supreme Court review property valuation public utility expropriation court costs allocation finality of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 100, 101, 102 of the Code of Civil Procedure
Article 100 of the Code of Civil Procedure
Article 101 of the Code of Civil Procedure
Article 102 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2037 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2037/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - καθ' ων η κλήση - καθ' ων η αίτηση: 1) Β. Γ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 6), 2) Ι. Ρ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 19), 3) Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 20 και 21Α), 4) α. Μ. Τ. του Ν., χας Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ... (κυριότητα εξ αδιαιρέτου κατά 2/8), β. Α. Ρ. του Α., κατοίκου ... (κυριότητα εξ αδιαιρέτου κατά 3/8) και γ. Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ... (κυριότητα εξ αδιαιρέτου κατά 3/8), ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις ...-2017 Α. Ρ. του Δ. (αρ.ιδ. 21) και 5) Α. Ρ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 21Β), εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 1η, 3η-4γ (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο), 4α και 4β-5η (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο), εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρήγα.

Του καθ' ου η κλήση - καλούντος - αιτούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2009 και 5-1-2010 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 84/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη καλούντων - καθ' ων η κλήση - καθ' ων η αίτηση, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι εδώ διάδικοι. Εκδόθηκαν οι 539/2015 και 1236/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψαν τις υποθέσεις κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Οι υποθέσεις ακολούθως με κλήσεις των διαδίκων επανήλθαν για συζήτηση στο κατά τόπο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και εκδόθηκε η 26/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ήδη καλούντες με την από 11-3-2020 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1669/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 26/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, κράτησε την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παρέπεμψε για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 18-12-2023 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-12-2023 κλήση των αναιρεσειόντων και ήδη καλούντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η κρινόμενη υπόθεση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1669/2023 απόφασης του Αρείου Πάγου (Δ' Πολιτικού Τμήματος), με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 26/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση επί της ουσίας, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. : "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (Α.Π. 170/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεθείσα με την 1669/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου υπ' αριθμ. 26/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001- Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Κατόπιν άσκησης αυτοτελών αιτήσεων εκ μέρους αφενός του καθ' ου- αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου των 1ης, 2ου, 3ης, 5ης καλούντων- αναιρεσειόντων και του Α. Ρ., ο οποίος πέθανε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις υπό στοιχ. 4α, 4β και 4γ καλούσες- αναιρεσείουσες, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία μεταξύ άλλων:

α) καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων (εδάφους) με ΑΚΠ 6,19, 21Α και 21Β στο ποσό των 60 ευρώ/τ.μ. και των με ΑΚΠ 20 και 21 ακινήτων στο ποσό των 50 ευρώ/τ.μ., β) αναγνωρίσθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες δεν ωφελούνταν και κατ' επέκταση δεν υποχρεούνταν σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων και γ) απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αιτήματα των καλούντων- αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των ανωτέρω ακινήτων.

Κατά της ανωτέρω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν τις από 10-6-2013 και 21-12-2012 αιτήσεις αναίρεσης αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 539/2015 και 1236/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι, που αναφέρονταν στην οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, ενώ με την πρώτη εξ αυτών, ήτοι την Α.Π. 539/2015, έγινε δεκτός ο λόγος των ήδη καλούντων- αναιρεσειόντων, που αφορούσε στην ιδιαίτερη αποζημίωση και αναιρέθηκε κατά τούτο η 240/2012 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο και εν προκειμένω στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 26/2019 απόφασή του απέρριψε το κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των ήδη καλούντων- αναιρεσειόντων, διότι τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους με ΑΚΠ 6,19,20,21,21Α και 21Β απαλλοτριώθηκαν κατόπιν νεότερης απαλλοτρίωσης και συνεπώς δεν τους ανήκαν κατά το χρόνο της μετ' αναίρεση συζήτησης των αιτήσεων.

Κατόπιν άσκησης αίτησης αναίρεσης από τους ήδη καλούντες εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1669/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 26/2019 απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε το κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης και κατά το μέρος που το δικάσαν ως Δικαστήριο παραπομπής εξέτασε εκ νέου το μη αναιρεθέν κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, κρίνοντας ότι ο κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι η 9-10-2018 (ημερομηνία συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής).

Ήδη, με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης από 18-12-2023 κλήση, νόμιμα φέρονται προς συζήτηση οι από 21-11-2009 αυτοτελείς αιτήσεις των καλούντων κατά του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι οι υπ' αριθμ. κατ. 151/2009 της 1ης, 145/2009 του 2ου, 147/2009 και 149/2009 της 3ης, 143/2009 του αποβιώσαντος Α. Ρ. και 146/2009 της 5ης.

Συνεπώς, εφόσον μετά την αναίρεση οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση (άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), η δε υπόθεση στο Δικαστήριο της παραπομπής συζητείται εντός των ορίων, που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (άρθρο 581 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει, οι προαναφερθείσες αιτήσεις των αιτούντων ήδη καλούντων, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα ακίνητα εκτός απαλλοτρίωσης, να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν εντός των ορίων αυτών, δεδομένου ότι είναι ορισμένες, νόμιμες, στηριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 539/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο είχε κρίνει αόριστες τις αιτήσεις για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 6 και 19 και μη νόμιμες για τις ιδιοκτησίες 20,21,21Α και 21Β), και για το παραδεκτό αυτών έχουν προσκομισθεί οι κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 6 του Κ.Α.Α.Α. προβλεπόμενες εκθέσεις εκτίμησης της αρμόδιας Εκτιμητικής Επιτροπής του άρθρου 15 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του (ΟλΑΠ 31/2005).

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε. Για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο του οποίου τμήμα απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτρίωσης, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείνοντος τμήματος αυτού, ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε κατά τις ισχύουσες διατάξεις τους όρους δόμησης και ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο και για ακίνητο που προοριζόταν για αγροτική εκμετάλλευση με καλλιέργεια, πρέπει ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί πλέον ή δεν συμφέρει να καλλιεργηθεί για αγροτική εκμετάλλευση ή ότι μειώνεται η αξία του για κάποιο άλλο λόγο και το λόγο για τον οποίο μειώνεται η αξία του.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέθεσε προτάσεις, η υποβολή των οποίων δεν είναι υποχρεωτική κατά την προκειμένη διαδικασία (άρθρ. 19 παρ. 7-9 και 20 παρ. 6 του Ν. 2882/2001), ούτε έγγραφα], μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (τεχνικές εκθέσεις) του πολιτικού μηχανικού Ν.

Τ., καθώς και τα από 13-2-2009, 13-2-2009, 12-7-2010 και από Ιανουαρίου 2009 αφορώντα στην ένδικη υπόθεση αποσπάσματα εκθέσεων της Εκτιμητικής Επιτροπής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 1112062/ 8397/ΔΟΟ10/9-1-2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ'αριθμ. 24/26.1.2007 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠΘ), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου-Κεφαλόβρυσο" του Δυτικού 'Αξονα Β-Ν της Ιόνιας οδού στο υπότμημα από χ.θ. 0-005-χ.θ. 10+428, έκταση συνολικής επιφάνειας 469.984,82 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Αντιρρίου του Ν.

Αιτωλοακαρνανίας. Η έκταση αυτή εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των από 5-5-2006 κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμούς σχεδίων 1,2,3,4,5 και 6 και των από 19-6-2006 αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2 της Γ.Γ.Δ.Ε. Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων-Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχτηκαν από την ανάδοχο μελέτης κοινοπραξία με την επωνυμία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές ΑΕ και ΚΑΣΤΩΡ" και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι.

Σ. στις 7-7-2006. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 1003858/336/Δ0010/23-1-2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 9-3-2007 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2.1 και Τ-2.2 και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3 και 4 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 14-9-2007, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2010 απόφαση του Δ/ντή της Δ/νσης Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 4-3-2010 αντίγραφα διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ- 1,Τ-2.1 και Τ-2.2 και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων που έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ως άνω Υπουργείου στις 12-5-2010.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στα Δ.Δ. Αντιρρίου, Μαλύκρειου, Μακύνειας και Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, εγγύς του υφιστάμενου επαρχιακού και εθνικού οδικού δικτύου που οδεύει από τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου στο Δ.Δ. Μακύνειας και στη συνέχεια στο Δ.Δ. Ρίζας. Τα ακίνητα αυτά εκτείνονται από τη Γέφυρα Ρίου- Αντιρρίου, εφάπτονται της περιοχής του οικισμού Μακύνειας και τέμνουν τον οικισμό της Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, απέχουν δε περί τα 2.000 μ.

από τη θάλασσα. Πλησιέστεροι οικισμοί στα ως άνω ακίνητα είναι του Αντίρριου, του Μαλύκρειου, της Μακύνειας και της Ρίζας, που ανήκουν στο Δήμο Αντιρρίου. Η περιοχή όπου βρίσκονται είναι οικιστική, τουριστική, παραθεριστική και γεωργική και τα τελευταία έτη, λόγω της λειτουργίας της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, παρουσίασε αλματώδη αύξηση.

Δεν είναι χωροθετημένη, εκτός από τους οικισμούς Μακύνειας και Ρίζας και τα αγροτεμάχιά της είναι πεδινά και καλλιεργούνται κυρίως με ελαιόδενδρα. Σ' αυτήν υπάρχουν όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εκτός από αποχέτευση, ενώ συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο. Αντιρρίου Ιωαννίνων λεωφορεία του ΚΤΕΛ.

Τα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα Ε.Ο. Αντιρρίου Ιωαννίνων και από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους παραλλήλως της Ε.Ο. Απέχουν δε από τη θάλασσα εκείνα που βρίσκονται στους οικισμούς Μακύνειας και Ρίζας 1.000 μ. περίπου και τα υπόλοιπα 2.000 μ. περίπου. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα των αιτούντων, που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και στα διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς 6,19,20,21, 21Α και 21Β.

Με την υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, προσδιορίσθηκε αμετακλήτως (μη αναιρεθείσα κατά το κεφάλαιο τούτο με την 1236/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου) η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων (εδάφους), για τα με ΑΚΠ 6, 19, 21Α, 21Β στο ποσό των 60 ευρώ/τ.μ. και για τα με ΑΚΠ 20 και 21 στο ποσό των 50 ευρώ/τ.μ..

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, συνεπεία απότμησης των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, τα απομένοντα στις προαναφερθείσες ιδιοκτησίες τμήματα υφίστανται σημαντική απομείωση της αξίας τους και, επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά. Ειδικότερα: 1) Η με ΑΚΠ 6 ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 6.378,53 τ.μ και ήταν κατά κύρια χρήση αγρός (με ελιές), ωστόσο δευτερευόντως είχε και χρήση οικοπεδική, καθώς βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Αντιρρίου, αλλά εντός ζώνης οικισμού και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.

Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 4.692,09 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 1.686,44 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, λόγω δε της κατασκευής υπερυψωμένης γέφυρας πάνω από την Εθνική Οδό Αντιρρίου -Ναυπάκτου, το τμήμα του κλειστού αυτοκινητόδρομου που θα εφάπτεται της ανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας που απομένει θα είναι 5 μέτρα υψηλό και η εναπομείνασα ιδιοκτησία είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κλειστούς και υπερυψωμένους αυτοκινητόδρομους, δηλαδή αυτού που ήδη κατασκευάστηκε και λειτουργεί (πρόσβαση Γέφυρας Ζεύξης Ρίου- Αντιρρίου) και βρίσκεται πέντε (5) τουλάχιστον μέτρα ψηλότερα από την ιδιοκτησία και της υπό κατασκευή Ιόνιας Οδού (η οποία θα έχει ανάλογο ύψος) και η ιδιοκτησία έχει πλέον πρόσβαση από παράπλευρη οδό.

Στα όρια του εναπομένοντος ακινήτου θα διέρχεται πλέον ένας δρόμος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, με αποτέλεσμα να υφίσταται απομείωση της αξίας του και λόγω της ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης λόγω του έργου. Σύμφωνα με την έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών μειώνεται η αξία του απομένοντος τμήματος κατά ποσοστό 60%.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω, εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά ποσοστό 70%. 2) Η με ΑΚΠ 19 ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 4.363,90 τ.μ. και ήταν κατά κύρια χρήση αγρός (με 2 ελιές), ωστόσο δευτερευόντως είχε και χρήση οικοπεδική, καθώς βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Αντιρρίου, αλλά εντός ζώνης οικισμού (απέχει περίπου 250 μέτρα από το όριο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Αντιρρίου) και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.

Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 3.433,34 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 930,56 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο (εμβαδόν των 4.000 τ.μ.), ενώ λόγω της κατασκευής υπερυψωμένης γέφυρας πάνω από την Εθνική Οδό Αντιρρίου- Ναυπάκτου (για να διέρχεται η Ιόνια Οδός), το τμήμα του κλειστού αυτοκινητόδρομου που θα εφάπτεται στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας θα είναι αρκετά υψηλό (τείχος) και η υψομετρική διαφορά είναι της τάξης των 4,00 έως 5,00 μέτρων.

Στα ανατολικά όρια του εναπομένοντος οικοπέδου θα διέρχεται δρόμος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, με αποτέλεσμα να υφίσταται απομείωση της αξίας του και λόγω της ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης λόγω του έργου. Σύμφωνα με την έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών μειώνεται η αξία του απομένοντος τμήματος κατά ποσοστό 83%.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω, εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά ποσοστό 85%, 3) Η με ΑΚΠ 21 Α ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 2.083,68 τ.μ., ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμη (εμβαδόν < των 4.000 τ.μ.) και ήταν κατά κύρια χρήση αγρός, εκτός σχεδίου πόλεως αλλά εντός ζώνης οικισμού (απέχει περίπου 250 μέτρα από το όριο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Αντιρρίου) και έχει πρόσοψη στην Εθνική Οδό Ναυπάκτου- Αντιρρίου, δευτερευόντως δε είχε οικοπεδική αξία.

Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 381,37 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 1.702,32 τ.μ.. Ο αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος έναντι της ιδιοκτησίας με υψομετρική διαφορά 4,00μ. έως 5,00 μ. και απέχει από αυτή περίπου 90 μ. Ωστόσο, στα όρια του εναπομένοντος ακινήτου θα διέρχεται πλέον δρόμος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, με αποτέλεσμα το περιβάλλον να μολύνεται από καυσαέρια αλλά και ηχητικά.

Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω, εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά ποσοστό 50%. 4) Η με ΑΚΠ 20 ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 1.101,70 τ.μ. και ήταν κατά κύρια χρήση αγρός, εκτός σχεδίου πόλεως αλλά εντός ζώνης οικισμού (απέχει περίπου 250 μέτρα από το όριο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Αντιρρίου),μη άρτια και μη οικοδομήσιμη.

Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 617,30 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 484,40 τ.μ., στα όρια του οποίου θα διέρχεται πλέον δρόμος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, με αποτέλεσμα το περιβάλλον να μολύνεται από καυσαέρια αλλά και ηχητικά. Ο αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος έναντι της ιδιοκτησίας και η υψομετρική διαφορά κυμαίνεται από 5,00μ.

έως 7,00 μ. Σύμφωνα με την έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών μειώνεται η αξία του απομένοντος τμήματος κατά ποσοστό 66%. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω, εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά ποσοστό 70%. 5) Η με ΑΚΠ 21 ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 3.077 τ.μ. και ήταν κατά κύρια χρήση αγρός, εκτός σχεδίου πόλεως αλλά εντός ζώνης οικισμού (απέχει περίπου 250 μέτρα από το όριο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Αντιρρίου), μη άρτια και μη οικοδομήσιμη.

Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 11 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 3.066 τ.μ. Ο αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος έναντι της ιδιοκτησίας και η υψομετρική διαφορά κυμαίνεται μεταξύ των 4,00 μ. έως 8,50 μ., ενώ το εναπομένον τμήμα της απέχει από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου από 30μ. έως 50μ.

Επειδή δε, στα όρια του τμήματος που απομένει θα διέρχεται πλέον δρόμος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, υφίσταται απομείωση αυτού και λόγω της ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης. Με τα δεδομένα αυτά, εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω, εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά 30%. 6) Η με ΑΚΠ 21 Β ιδιοκτησία είχε αρχική επιφάνεια 2.083,69 τ.μ.

και ήταν κατά κύρια χρήση αγρός, εκτός σχεδίου πόλεως αλλά εντός ζώνης οικισμού (απέχει περίπου 250 μέτρα από το όριο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Αντιρρίου), μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Μετά την απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 521,13 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 1.562,56 τ.μ., ενώ στα όρια του εναπομένοντος ακινήτου θα διέρχεται πλέον δρόμος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, με αποτέλεσμα το περιβάλλον να μολύνεται από καυσαέρια αλλά και ηχητικά.

Ο αυτοκινητόδρομος είναι υπερυψωμένος έναντι της ιδιοκτησίας με υψομετρική διαφορά που κυμαίνεται μεταξύ των 4,00μ. έως 5,00 μ. και απέχει από αυτή περίπου 60 μ. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αγοραία αξία του ανωτέρω, εκτός απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος μειώνεται κατά ποσοστό 50%. Ας σημειωθεί εδώ ότι, για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 21Α, 21 και 21Β, δεν υπάρχει ειδικότερη έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε.

για τη μείωση της αξίας του απομένοντος τμήματος κάθε ακινήτου, αλλά σύμφωνα με την από Ιανουαρίου 2009 "συμπληρωματική έκθεση εκτίμησης των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών παρά τον Οδικό Άξονα Ιόνιας Οδού στο Τμήμα Αντίρριο- Κεφαλόβρυσο", που αφορά στα ακίνητα 30 απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών για την κατασκευή του Δυτικού Άξονα Β-Ν Ιόνιας Οδού, που βρίσκονται στα ΔΔ Αντιρρίου, Μαλύκρειου, Μακύνειας, Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, εγγύς των οποίων βρίσκονται τα ως άνω ακίνητα, η μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων ανέρχεται κατά μέσο όρο σε ποσοστό περίπου 51%.

Επίσης, σημειώνεται ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση προσδιορίζεται σε ποσοστό επί της ήδη καθορισθείσας και καταστάσας αμετάκλητης υπ' αριθμ. 240/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών οριστικής τιμής μονάδας για τα ένδικα ακίνητα. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις, κατά το κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, να γίνουν εν μέρει δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες, και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας ακίνητα, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που τροποποίησε την σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-04-2012 (ΦΕΚ Α' /10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ' ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου, έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης απομενόντων τμημάτων αναγκαστικά απαλλοτριωμένων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση και αφετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους.

Ο προβλεπόμενος από τις εν λόγω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 εδάφ.

α' του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, διότι, αφενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ' αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον (Α.Π. 440/2017, Α.Π. 1175/2015).

Περαιτέρω, σε περίπτωση απευθείας αίτησης στο Εφετείο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του, ενώπιον του Εφετείου και 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα:

α) σε ποσοστό 2% της αποζημίωσης για τη σύνταξη της αίτησης, β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης (Ολ.ΑΠ 14/2011, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 2227/2013, Α.Π. 1747/2011, Α.Π. 526/2009). Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση- όπως είναι, εν προκειμένω, το καθ' ου η αίτηση, Ελληνικό Δημόσιο - κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διάταξης (Α.Π. 125/2021, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 926/2015, Α.Π. 1021/2015), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10-04-2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημίωσης, για τη σύνταξη αίτησης και β) σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων που άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις και παρέστησαν με τον ίδιο δικηγόρο πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του καθ' ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, ως υπόχρεου για την καταβολή της επίδικης αποζημίωσης, περιλαμβάνουν δε την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και την αμοιβή του για τη σύνταξη των με αυτοτελές δικόγραφο αιτήσεων και των προτάσεών τους και ανέρχονται σε ποσοστό (2%+1%):2=1,5% επί της καθοριζόμενης αποζημίωσης, κατά παραδοχή του συναφούς νομίμου αιτήματος των δικαιούχων της ιδιαίτερης αποζημίωσης- αιτούντων (άρθρο 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 21-11-2009 (υπ' αριθμ. κατ. 151/2009, 145/2009, 147/2009,149/2009, 143/2009 και 146/2009) αιτήσεις.

Δέχεται εν μέρει αυτές.

Καθορίζει την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου" του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιόνιας Οδού στο υπότμημα από χ.θ. 0-005 έως 10 + 428 χ.θ, έκταση συνολικής επιφάνειας 469.984,82 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Αντιρρίου του Ν.

Αιτωλοακαρνανίας, με την υπ' αριθμ. 1112062/8397/ΔΟΟ10/9-1-2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. 24/26.1.2007 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠΘ), όπως η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των από 5·5·2006 κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμούς σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6 και των από 19-6-2006 αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί 'Αξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχτηκαν από την ανάδοχο μελέτης κοινοπραξία με την επωνυμία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές ΑΕ και ΚΑΣΤΩΡ" και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. στις 7-7-2006. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 3858/336/Δ0010/23.1.2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 9-3-2007 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2.1 και Τ-2.2 και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1,2,3 και 4 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων -Οδικοί 'Αξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 14-9.2007, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωσή τους, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2010 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων του ΥΠΟΜΕΔΙ, σύμφωνα με τα ακριβή από 4.3.2010 αντίγραφα διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων που έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Διεύθυνσης του ως άνω Υπουργείου στις 12.5.2010, στα ακόλουθα ποσά :1) Για το με ΑΚΠ 6 σε ποσοστό 70%. 2) Για το με ΑΚΠ 19 σε ποσοστό 85%.3) Για το με ΑΚΠ 20 σε ποσοστό 70%. 4) Για το με ΑΚΠ 21 σε ποσοστό 30%. 5) Για το με ΑΚΠ 21Α σε ποσοστό 50% και 6) Για το με ΑΚΠ 21Β σε ποσοστό 50% επί της προσδιορισθείσας με την υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών οριστικής τιμής μονάδας για τα ως άνω ακίνητα.

Καταδικάζει το καθ' ου οι αιτήσεις στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αιτούντων - δικαιούχων της αποζημίωσης, την οποία καθορίζει α) στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και β) σε ποσοστό 1,5% (ένα και ήμισυ τοις εκατό) επί της ως άνω καθορισθείσας αποζημίωσης ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων για τη σύνταξη κάθε αίτησης και των (κοινών) προτάσεων επί του ποσού της καθορισθείσας με την παρούσα για καθένα απ' αυτούς ιδιαίτερης αποζημίωσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ