Legislator Case Law & Legislation
2037/2018 AI generated

2037/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2037/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2037/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του.

Keywords

AI generated
monetary policy and Operations reproduction and imitation of banknotes payment service provider banking policy counterfeiting official revenue stamps financial sector measures
AI generated
2645/2008
Πλαστογραφία μετά χρήσεως (κακουργηματική) κατ’ εξακολούθηση, απάτη κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, υπεξαίρεση στην υπηρεσία (κακουργηματική). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναιρεί στο σύνολο της γιατί: 1) δεν προσδιορίζονται οι πράξεις που τελέστηκαν πριν την 3-6-1999, ως προς την πλαστογραφία, 2) προκύπτει ασάφεια για ποια από τις πράξεις της απάτης και της υπεξαίρεσης καταδικάστηκε και 3) δεν αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση για την απάτη και την υπεξαίρεση (κατ’ επάγγελμα και ιδιαίτερα τεχνάσματα, αντίστοιχα). Παραπέμπει.
268/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/8/2013 αίτησή τους και τους από 14/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
1668/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.
1443/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
487/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5304/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2255/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2017 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2037 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2037/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 927/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την "... Α.Ε", ως καθολική διάδοχο της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ανυφαντή.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ. πρωτ..../4-10-2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../17.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 4-10-2017 αίτηση - δήλωση (αρ.πρ. .../2017) του Μ. Μ. του Κ., για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 927/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§5 β του ν. 2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρω" και ήδη 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα (αρθρ.25 ν.4055/12):

Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε αχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο.

Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του.

Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτηση της κατοχής τους, υπό την παραπάνω έννοια, δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη ή καθ' υπόδειξη του τελευταίου σε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζα, οπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτος) και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα, β) Ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του ¬να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος.

Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.

Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο.

Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ και ήδη 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα (αρθρ.25 ν.4055/12).

Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.

Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου.

Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.

Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στον νόμο, ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρο 98 παρ. 2 Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επί προσβολής περιουσιακών αγαθών, ο χαρακτηρισμός της αξίας του αντικειμένου της πράξεως, της περιουσιακής βλάβης και οφέλους γίνεται με βάση το αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε συνολικά ο δράστης.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στις περιπτώσεις της πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του Π.Κ, για το άθροισμα του ποσού.

Τα παραπάνω εγκλήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της πλαστογραφίας, είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους, λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου με καθένα από αυτά εννόμου αγαθού, που είναι επί μεν της πλαστογραφίας η δημόσια πίστη περί τα υπομνήματα, δηλαδή η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών επί δε υπεξαίρεσης η ξένη ιδιοκτησία.

Ενόψει τούτου, αλλά και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου, τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως. (Α.Π.670/2009, Α.Π. 680/1995). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται και στα άρθρα 216 και 258 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή Τραπεζών, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης".

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους, και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, όπως όταν το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με ισόβια κάθειρξη.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ Ολ.3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 927/2017 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις 1)της διακεκριμένης υπεξαίρεσης, κατ'εξακολούθηση στην υπηρεσία, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και 2)της διακεκριμένης πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, σε βάρος τραπέζης, με τις επιβαρυντικές και για τις δύο πράξεις, περιστάσεις του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.1608/1950 (περί καταχραστών δημοσίου) και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης 15 ετών, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας ...

και ήδη μετά καθολική διαδοχή ... ΑΕ και ειδικότερα διευθυντής του Υποκαταστήματος της τράπεζας που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη στην οδό .... Στις 28-12-1994, η Α. σύζυγος Σ. Τ. αγόρασε από το άνω υποκατάστημα επ' ονόματι της και επ' ονόματι των τέκνων της Θ. και Ε. Τ. ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (...) 89.354-959 δραχμών, τα οποία ήταν αποδοτέα στις 10.2.1995.

Οι σχετικές διαπραγματεύσεις έγιναν με τον κατηγορούμενο, που υπηρετούσε ως υποδιευθυντής ιδιωτών στο εν λόγω υποκατάστημα, ο οποίος και χορήγησε στην ως άνω Α. Τ., την ίδια ημέρα την υπογραφείσα από τον ίδιο και την Προϊσταμένη του ίδιου υποκαταστήματος Κ. Μ., σχετική ... και τα αντίστοιχα παραστατικά. Μετά δύο ημέρες, δηλαδή στις 30.12.1994, ο κατηγορούμενος, εν αγνοία των πιο πάνω δικαιούχων και παρά τη θέλησή τους ακύρωσε την προαναφερόμενη συναλλαγή της αγοραπωλησίας των "..." και στις 2.1.1995 προέβη παρανόμως σε ανάληψή του, κατατεθέντος στην Τράπεζα για την αγορά των ομολόγων, ποσού των 89.354.959 δραχμών, αναγράφοντας ψευδώς στο υπ' αριθμ. ...-1995 ένταλμα πληρωμής της ..., που ο ίδιος συνέταξε, συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο, ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στην Α.

Τ., για προεξόφληση "...", Έθεσε δε στο εν λόγω ένταλμα, προκειμένου να εμφανίσει το νομότυπο της ανάληψης, κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α. Τ. στη θέση "έλαβε ο ....", εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της, καθώς και την υπογραφή της προϊσταμένης του υποκαταστήματος Α. Μ. στη θέση "θεωρήθηκε", εν αγνοία και χωρίς τη θέληση και αυτής.

Στη συνέχεια αυτός, προκειμένου να συγκαλύψει την εν λόγω παράνομη ενέργειά του και να τακτοποιήσει προσωπικές οφειλές του προς τρίτους, χρησιμοποίησε το ποσό της παράνομης ανάληψης των 89.354.959 δραχμών, συμψηφιστικά για την έκδοση α] Τραπεζικής Επιταγής No ..., ποσού 46.391.000 δραχμών σε διαταγή της Μ. Μ., θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή της, "ο καταθέτης" στο σχετικό από 2.1.1995 γραμμάτιο εισπράξεως για την έκδοση εντολής - επιταγής, το οποίο αυτός συνέταξε συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο με τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία, β] Τραπεζικής επιταγής της πιο πάνω Τράπεζας με στοιχεία No ...

δραχμών 12.500.000 σε διαταγή της Α. Τ. θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή της, στη θέση "ο καταθέτης" στο σχετικό από 2.1.1995 γραμμάτιο εισπράξεως για την έκδοση εντολής-επιταγής, το οποίο αυτός συνέταξε συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο με τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία και γ] για την αγορά "..." αξίας 29.967.945 δραχμών υπέρ της Α.

Τ., εν αγνοία αυτής, τα οποία ήταν αποδοτέα στις 10.2.1995, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της εν αγνοία καν χωρίς τη θέληση της στο υπ' αριθμ. ....1995 γραμμάτιο είσπραξης της Τράπεζας στη θέση ο "καταθέτης" και εκδίδοντας πλέον νέα ... με ημερομηνία 2.1.1995, η οποία φέρει την υπογραφή αυτού κάτω από τη σφραγίδα της Τράπεζας.

Το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 496.013 δραχμών το ανέλαβε σε μετρητά. Η εκδοθείσα στις 2.1.1995 Τραπεζική επιταγή δραχμών 46.391.000 σε διαταγή της Μ. Μ. χρησιμοποιήθηκε την ίδια μέρα από αυτόν για την αγορά "..." υπέρ των Ι., Μ. και Α. Μ. Η άλλη επιταγή, ποσού 12.500.000 δραχμών, η εκδοθείσα στις 2.1.1995 σε διαταγή της Α. Τ. εμφανίσθηκε στο πιο πάνω υποκατάστημα της Τραπέζης για πληρωμή στις 23.1.1995, με πλαστογραφημένη την υπογραφή της Α.

Τ. από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στη θέση του οπισθογράφου. Με το προϊόν της επιταγής αυτής πιστώθηκε με 11.000.000 δραχμές ο λογαριασμός του κομιστή της Π. Π. [Ταμιευτήριο ...] και το υπόλοιπο ποσό των 1.500.000 το παρέλαβε ο κατηγορούμενος σε μετρητά. Όσον αφορά την παραπάνω αγορά των "..." υπέρ της Α. Τ., αξίας 29.967.945 δραχμών, ο κατηγορούμενος προέβη στη συνέχεια σε επανειλημμένες ανανεώσεις αυτών με έκδοση Βεβαιώσεων και παραστατικών, που μόνος του, παράνομα και αυθαίρετα, εξέδιδε και θεωρούσε χρησιμοποιώντας έντυπα της Τράπεζας και θέτοντας, όπου απαιτείτο, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της Α.

Τ. εν αγνοία της και χωρίς τη θέληση της, όπως παρακάτω εκτίθεται. Στις 15.5.1995 το αποδοτέο ποσό από την εξόφληση των ..., έφθανε τις 30.367.940 δραχμές. Την ίδια ημερομηνία με την καταρτισθείσα από αυτόν , εν αγνοία της Α. Τ., σχετική βεβαίωση αγοραπωλησίας, έγινε ανανέωση των ... για το ποσό των 21.250.849 δραχμών μέχρι 16.6.1995 και για το υπόλοιπο ποσό των 8.995.068 δραχμών μέχρι 31.5.1995.

Το τελευταίο ποσό, στις 31.5.1995 έγινε 9.047.017 δραχμές και την ίδια ημέρα πιστώθηκε από τον κατηγορούμενο με το ποσό αυτό ο τρεχούμενος υπ' αριθμ. ... λογαριασμός της Α. Τ., η οποία όπως προέκυψε και εισέπραξε το εν λόγω ποσό . Στις 18.7.1995 από το αποδοτέο ποσό των 21.708.027 δραχμών "ανανεώνεται", από μόνο τον κατηγορούμενο, ποσό 9.971.288 δραχμών, μέχρι 28.8.1995, το δε υπόλοιπο το παρέλαβε ο ίδιος σε μετρητά.

Για την εν λόγω ανανέωση αυτός κατάρτισε το υπ' αριθμ. ...18.7.1995 ένταλμα πληρωμής της εν λόγω Τράπεζας για ποσό 2.170.827 δραχμών και το υπ' αριθμ. ....7.1995 γραμμάτιο είσπραξης για ποσό 9.971,288 δραχμών, έθεσε δε στα εν λόγω έγγραφα κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α. Τ., εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της, στη θέση "έλαβε ο ..." και "ο καταθέτης" αντίστοιχα.

Στις 18.12.1995 από το αποδοτέο ποσό των 9.664.515 δραχμών, ανανεώνεται, αυθαιρέτως πάντοτε, από αυτόν ποσό 7.009.729 δραχμών, μέχρι 31.1.1996 και το υπόλοιπο εκ δραχμών 2.654.786, το ανέλαβε αυτός σε μετρητά. Για την ανανέωση αυτή κατάρτισε το υπ' αριθμ. ...18.12.1995 ένταλμα πληρωμής ποσού 9.664.515 δραχμών και το υπ αριθμ. ....1995 γραμμάτιο είσπραξης της ίδιας Τράπεζας για ποσό 7.009.729 δραχμών, έθεσε δε στα έγγραφα αυτά κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α.

Τ. εν αγνοία της και χωρίς τη θέληση της στη θέση "έλαβε ο ..." και "ο καταθέτης" αντίστοιχα, Στις 31.1.1996, από το αποδοτέο ποσό των 7.108.490 δραχμών, ανανεώθηκε από τον κατηγορούμενο ποσό 5.973.717 δραχμών, μέχρι 23.2.1996 και το υπόλοιπο, εκ δραχμών 1.134.773 το ανέλαβε αυτός σε μετρητά. Για την ανανέωση αυτή κατάρτισε το υπ' αριθμ. ....1.1996 γραμμάτιο της ...

για ποσό 5.973.717 δραχμών, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α. Τ., εν αγνοία της και παρά τη θέλησή της στη θέση "ο καταθέτης". Τέλος στις 23.2.1996 με το αποδοτέο ποσό των 6.012.112 δραχμών, ο κατηγορούμενος προέβη στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού Ταμιευτηρίου υπέρ Τ. Α., Σ. και Ε., εν αγνοία αυτών, πλαστογραφώντας το υπόδειγμα υπογραφής της Α.

Τ. στο αντίστοιχο καρτελάκι υπογραφής. Από το ποσό αυτό ο κατηγορούμενος προέβη, πλαστογραφώντας την υπογραφή της Α. Τ. στα σχετικά εντάλματα πληρωμής, που ο ίδιος συνέτασσε, στις ακόλουθες αναλήψεις: Στις 19.3.1996 ανέλαβε 880.000 δραχμές στις 29.3.1996 910.000 δραχμές, την 1-4-1996 788.000 δραχμές, στις 3.4.1996 880.000 δραχμές στις 3.4.1996 630.000 δραχμές και στις 5.4.1996 1.900.000 δραχμές.

Απέμεινε δε υπόλοιπο 84.988 δραχμών. Επίσης αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από 2.1.1995 έως 20.3.1997, προκειμένου να συγκαλύψει την παράνομη ανάληψη του παραπάνω ποσού των 89.354.959 δραχμών, κατάρτισε "...", που αφορούσαν αγορά τίτλων αξίας 29.967.945, 30.040.548, 30.204.384, 30.101.466, 21.250.849, 08.995,068, 21.468.055, 9.971.288, 10.046.301, 9.907.730, 9.524.775, 7.009.729, 5.473.717, 91.419.728, 94,000.067, 95.500.000, 87.849.322, 8.995.068, 89.557.905,91.300.00, 93.500.000, 95.500.000 99.500.000, 102,720.781, 106.000.000, 109.273.000,112,500,000, 114.700.000, 117.600.000, 120.448.160, 124.500.000, 128.000,000, 131.000,000, 135.000.000, 141.000.000, 147.000.000, 153.700,000 και 162.700.000 δραχμών αντίστοιχα.

Ο κατηγορούμενος με την κατάρτιση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων, τα οποία και χρησιμοποίησε προσκομίζοντας τα για τις σχετικές συναλλαγές στους αρμόδιους συναδέλφους τους υπαλλήλους της εγκαλούσας Τράπεζας και επιδεικνύοντας τα στους αγοραστές, σκόπευε να παραπλανήσει αυτούς υπαλλήλους και αγοραστές των "..." και να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος.

Το όφελος δε που αυτός αποκόμισε από τις πιο πάνω κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, ανήλθε στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 80.222.954 δραχμών, το οποίο τελικά εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Η δε ζημία που προξενήθηκε στην πιο πάνω Τράπεζα, σε βάρος της οποίας τελέστηκαν οι παραπάνω και επί μακρό χρονικό διάστημα διαπραχθείσες κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, ανήλθε στο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσό των 145.638.044 δραχμών, που η τελευταία αναγκάσθηκε να καταβάλει στην Α.

Τ., το οποίο και αντιστοιχούσε στο ποσό εκείνο που αυτή έπρεπε να λάβει κατά τη λήξη των ..., αν οι σχετικές ανανεώσεις αγοράς τους είχαν γίνει κανονικά. Τέλος στις 3- 11-1995, αφού εισέπραξε από τον πελάτη της παραπάνω Τράπεζας Ι. Τ. το ποσό των 85.405.204 δραχμών για την αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (...) προέβη στη συμπλήρωση του αντίστοιχου για τη συγκεκριμένη τραπεζική εργασία εντύπου της Τράπεζας με τίτλο "...", ως προς τα ονόματα των δικαιούχων, το ποσό, το επιτόκιο, τη λήξη του κ.λπ.

και εν συνεχεία, αφού έθεσε την υπογραφή του κάτω από την τεθείσα από αυτόν σφραγίδα της Τραπέζης το παρέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, παραλείποντας εκ προθέσεως να ζητήσει και την υπογραφή του προϊσταμένου, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Τράπεζας, ο δε αριθμός της ανύπαρκτης έγκρισης (...), που έθεσε, ήταν εικονικός, δεν αντιστοιχούσε δηλαδή στην οικεία σειρά εγκρίσεων του πιο πάνω Υποκαταστήματος της εγκαλούσας Τράπεζας αλλά τέθηκε τυχαία.

Παράλληλα αυτός δεν πραγματοποίησε τη σχετική για την αγορά των "..." εγγραφή στα Βιβλία της Τράπεζας, ούτε και κατέβαλε το εισπραττόμενο από αυτόν ποσό στο Ταμείο της Τράπεζας. Ο κατηγορούμενος προέβη στην κατάρτιση της ανωτέρω πλαστής Βεβαιώσεως και την οποία χρησιμοποίησε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους αρμοδίους υπαλλήλους - συναδέλφους του και τους αγοραστές των "..." και να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της παραπάνω Τράπεζας.

Η ζημιά δε αυτή που απειλήθηκε σε Βάρος της Τράπεζας αυτής φθάνει στο ποσό των 85.405.204 δραχμών, που είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη αυτή να καταβάλει στους δικαιούχους αγοραστές των "..." κατά τη λήξη τους, αν τελικά αυτός δεν το κατέβαλε σ' αυτούς.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 28.12.1994 έως 2.1.1995 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα κινητά πράγματα που τα έλαβε λόγω της ιδιότητας του αυτής, μεταχειρίσθηκε δε για το σκοπό αυτό ιδιαίτερα τεχνάσματα.

Η πράξη του αυτή στρεφόταν κατά της πιο πάνω εδρεύουσας στην ημεδαπή Τράπεζας, το δε όφελος που αυτός πέτυχε και η προξενηθείσα ζημία της Τράπεζας υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Ειδικότερα με τις προαναφερόμενες στην ανωτέρω υπ' ... πράξη παράνομες ενέργειες του, ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 80.222.954 δραχμών, το οποίο είχε κατατεθεί στο Ταμείο της Τράπεζας και αφορούσε τίμημα για αγορά εκ μέρους των Α., Θ.

και Ε. Τ., ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου "..." και το οποίο αυτός ανέλαβε για δικό του λογαριασμό, μεταχειριζόμενος τα ανωτέρω ιδιαίτερα τεχνάσματα της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου. Η ζημία δε που προξενήθηκε σε βάρος της ... της Ελλάδος από την εν λόγω τέλεση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης ποσού 80.222.954 δραχμών ανήλθε στο ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 145.638.044 δραχμών, που η τελευταία αναγκάσθηκε να καταβάλει στην Α.

Τ., το οποίο και αντιστοιχούσε στο ποσό εκείνο που αυτή έπρεπε να λάβει κατά τη λήξη των "...", αν οι σχετικές ανανεώσεις αγοράς τους είχαν γίνει κανονικά. Από χα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ως υποδιευθυντής, εκμεταλλευόμενος το ότι είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη των Προϊσταμένων του, αναλάμβανε τους μεγάλους πελάτες της τράπεζας, των οποίων επίσης είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη και διέθετε δική του σφραγίδα και δικά του έντυπα.

Έδινε χειρόγραφα τις ανανεώσεις των ... χωρίς αυτές να καταγράφονται στο σύστημα της τράπεζας. Το σύστημα που εφάρμοζε ήταν εξωτραπεζικό, Ο κατηγορούμενος δρούσε δίχως να έχει την εντολή της τράπεζας και δίχως να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του ανατέθηκε και κατάρτισε τα παραπάνω αναφερόμενα εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα θέτοντας κατ' απομίμηση τις υπογραφές τρίτων προσώπων εν αγνοία της τράπεζας.

Όσον αφορά τις " ...", στις οποίες έθεσε το δικό του όνομα και υπογραφή, πρέπει να σημειωθεί ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη της πλαστογραφίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, αφού έθεσε τη δική του υπογραφή για λογαριασμό της Τράπεζας ,χωρίς την εντολή της τελευταίας και περιείχε ψευδές περιεχόμενο ως προς την έγκριση της Τράπεζας, που έλειπε παντελώς, Συνεπώς ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας του άρθρου 216 Π.Κ.

και πρέπει ν' απορριφθεί ο, περί του αντιθέτου, ισχυρισμός αυτού. Όπως προελέχθη ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε στην υπηρεσία με την αναφερόμενη ιδιότητα του κατά το χρονικό διάστημα από 28-12-1994 έως 2-1-1995, το ποσό των 80.222.954 δραχμών ή 235.430,53 ευρώ, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως και κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο τέλεσης και το μέσο μηνιαίο μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου εκείνου του χρόνου που ήταν περίπου 600 ευρώ.

Η τράπεζα δε, αναγνωρίζοντας την ευθύνη της για τις αξιόποινες πράξεις, που τέλεσε ο προστηθείς από αυτήν υπάλληλος, αναγκάσθηκε να καταβάλλει στους ζημιωθέντες, πλην του υπεξαιρεθέντος κεφαλαίου, το ποσό των διαφυγόντων τόκων, εξόδων κ.λπ. και συνολικά το ποσό των 145.638.044 δραχμών ή 427.405 ευρώ που πολύ περισσότερο κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αποτελεί όρο της επιβαρυντικής περίστασης του αρθρ. 1 Ν. 1608/1950, δίχως να επέρχεται σύγχυση ως προς το υπεξαιρεθέν ποσό, γι αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορούμενου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια, ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "1.Στους πιο κάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε με τις πράξεις του αυτές να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ή θέλοντας να Βλάψει την εδρεύουσα στην ημεδαπή Εμπορική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.

και της οποίας η προξενηθείσα και η οπωσδήποτε απειληθείσα ζημία, υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές και ήδη 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στις 28.12.1994, η Α. σύζυγος Σ. Τ. αγόρασε από το υποκατάστημα της ... Ελλάδος, στη Θεσσαλονίκη [...] επ' ονόματι της και επ' ονόματι των τέκνων της Θ. και Ε. Τ. ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου [...], αξίας 89.354.959 δραχμών, τα οποία ήταν αποδοτέα στις 10.2.1995.

Οι σχετικές διαπραγματεύσεις έγιναν με αυτόν [κατηγορούμενο], που υπηρετούσε ως υποδιευθυντής ιδιωτών στο εν λόγω υποκατάστημα, ο οποίος και χορήγησε στην ως άνω Α. Τ., την ίδια ημέρα [28.12.1994] την υπογραφείσα από τον ίδιο και την Προϊσταμένη του ίδιου υποκαταστήματος Κ. Μ., σχετική ... και τα αντίστοιχα παραστατικά.

Μετά δύο ημέρες, δηλαδή στις 30.12.1994 ο αυτός [κατηγορούμενος], εν αγνοία των πιο πάνω δικαιούχων και παρά τη θέλησή τους ακύρωσε την προαναφερόμενη συναλλαγή της αγοραπωλησίας των "..." και στις 2.1.1995 προέβη παρανόμως σε ανάληψη του, κατατεθέντος στην Τράπεζα για την αγορά των ομολόγων, ποσού των 89.354.959 δραχμών, αναγράφοντας ψευδώς στα υπ' αριθμ. .../2-1-1995 ένταλμα πληρωμής [της ...], που ο ίδιος συνέταξε, συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο, ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στην Α.

Τ., για προεξόφληση "...". Έθεσε δε στο εν λόγω ένταλμα, [προκειμένου να εμφανίσει το νομότυπο της ανάληψης], κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α. Τ. στη θέση "έλαβε ο ....", εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της, καθώς και την υπογραφή της προϊσταμένης του υποκαταστήματος Α. Μ. στη θέση "θεωρήθηκε", εν αγνοία και χωρίς τη θέληση και αυτής.

Στη συνέχεια αυτός [κατηγορούμενος], προκειμένου να συγκαλύψει την εν λόγω παράνομη ενέργειά του και να τακτοποιήσει προσωπικές οφειλές του προς τρίτους, χρησιμοποίησε το ποσό της [παράνομης ανάληψης] των 89.354.959 δραχμών, συμψηφιστικά για την έκδοση: α) Τραπεζικής Επιταγής No ..., ποσού 46.391.000 δραχμών σε διαταγή της Μ.

Μ., θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή της, "ο καταθέτης" στο σχετικό από 2.1.1995 γραμμάτιο εισπράξεως για την έκδοση εντολής - επιταγής, το οποίο αυτός συνέταξε συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο με τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία, β) Τραπεζικής επιταγής της πιο πάνω Τράπεζας με στοιχεία No ...

δραχμών 12.500.000 σε διαταγή της Α. Τ. θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της τελευταίας, εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή της, στη θέση "ο καταθέτης" στο σχετικό από 2.1.1995 γραμμάτιο εισπράξεως για την έκδοση εντολής-επιταγής, το οποίο αυτός συνέταξε συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο με τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία και γ) για την αγορά "..." αξίας 29.967.945 δραχμών υπέρ της Α.

Τ., εν αγνοία αυτής, τα οποία ήταν αποδοτέα στις 10.2.1995, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της εν αγνοία και χωρίς τη θέλησή της στο υπ' αριθμ. ....1995 γραμμάτιο είσπραξης της Τράπεζας, στη θέση ο "καταθέτης" και εκδίδοντας πλέον νέα ... [με ημερομηνία 2.1.1995], η οποία φέρει την υπογραφή αυτού κάτω από τη σφραγίδα της Τράπεζας.

Το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 496.013 δραχμών το ανέλαβε σε μετρητά. Η εκδοθείσα στις 2.1.1995 Τραπεζική επιταγή δραχμών 46.391.000 σε διαταγή της Μ. Μ. χρησιμοποιήθηκε την ίδια μέρα από αυτόν [κατηγορούμενο] για την αγορά "..." υπέρ των Ι., Μ. και Α. Μ. Η άλλη επιταγή, ποσού 12.500.000 δραχμών, η εκδοθείσα στις 2.1.1995 σε διαταγή της Α.

Τ. εμφανίσθηκε στο πιο πάνω υποκατάστημα της Τραπέζης για πληρωμή στις 23.1.1995, με πλαστογραφημένη την υπογραφή της Α. Τ. από τον ίδιο [κατηγορούμενο] στη θέση του οπισθογράφου. Με το προϊόν της επιταγής αυτής πιστώθηκε με 11.000.000 δραχμές ο λογαριασμός του κομιστή της Π. Π. [Ταμιευτήριο ...] και το υπόλοιπο ποσό των 1.500.000 το παρέλαβε ο κατηγορούμενος σε μετρητά.

Όσον αφορά την παραπάνω αγορά των "..." υπέρ της Α. Τ., αξίας 29.967.945 δραχμών, ο κατηγορούμενος προέβη στη συνέχεια σε επανειλημμένες ανανεώσεις αυτών με έκδοση βεβαιώσεων και παραστατικών, που μόνος του, παράνομα και αυθαίρετα, εξέδιδε και θεωρούσε χρησιμοποιώντας έντυπα της Τράπεζας και θέτοντας, όπου απαιτείτο, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της Α.

Τ. εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της, καθώς παρακάτω εκτίθεται. Στις 15.5.1995 το αποδοτέο ποσό από την εξόφληση των ..., έφθανε τις 30.367.940 δραχμές. Την ίδια ημερομηνία με την καταρτισθείσα από αυτόν [κατηγορούμενο], εν αγνοία της Α. Τ.. σχετική βεβαίωση αγοραπωλησίας, έγινε ανανέωση των ... για το ποσό των 21.250.849 δραχμών μέχρι 16.6.1995 και για το υπόλοιπο ποσό των 8.995.068 δραχμών μέχρι 31.5.1995.

Το τελευταίο ποσό, στις 31.5.1995 έγινε 9.047.017 δραχμές και την ίδια ημέρα πιστώθηκε [από τον κατηγορούμενο] με το ποσό αυτό ο τρεχούμενος υπ' αριθμ. ... λογαριασμός της Α. Τ., η οποία όπως προέκυψε και εισέπραξε το εν λόγω ποσό [των 9.047.017 δραχμών]. Στις 18.7.1995 από το αποδοτέο ποσό των 21.708.027 δραχμών "ανανεώνεται", από μόνο τον κατηγορούμενο, ποσό 9.971.288 δραχμών, μέχρι 28.8.1995, το δε υπόλοιπο το παρέλαβε ο ίδιος σε μετρητά.

Για την εν λόγω ανανέωση αυτός κατήρτισε το υπ' αριθμ. ...18.7.1995 ένταλμα πληρωμής [της εν λόγω Τράπεζας] για ποσό 2.170.827 δραχμών και το υπ' αριθμ. ....7.1995 γραμμάτιο είσπραξης για ποσό 9.971.288 δραχμών, έθεσε δε στα εν λόγω έγγραφα κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α. Τ., εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της, στη θέση "έλαβε ο ..." και "ο καταθέτης" αντίστοιχα.

Στις 18.12.1995 από το αποδοτέο ποσό των 9.664.515 δραχμών, ανανεώνεται, αυθαιρέτως πάντοτε, από αυτόν (κατηγορούμενο) ποσό 7.009.729 δραχμών, μέχρι 31.1.1996 και το υπόλοιπο εκ δραχμών 2.654.786, το ανέλαβε αυτός σε μετρητά. Για την ανανέωση αυτή κατάρτισε το υπ' αριθμ. ...18.12.1995 ένταλμα πληρωμής ποσού 9.664.515 δραχμών και το υπ' αριθμ. ....1995 γραμμάτιο είσπραξης [της ίδιας Τράπεζας] για ποσό 7.009.729 δραχμών, έθεσε δε στα έγγραφα αυτά κατ' απομίμηση την υπογραφή της Α.

Τ. εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της στη θέση "έλαβε ο ..." και "ο καταθέτης" αντίστοιχα. Στις 31.1.1996, από το αποδοτέο ποσό των 7.108.490 δραχμών, ανανεώνεται από τον κατηγορούμενο ποσό 5.973.717 δραχμών, μέχρι 23.2.1996 και το υπόλοιπο, εκ δραχμών 1.134.773 το ανέλαβε αυτός [κατηγορούμενος] σε μετρητά. Για την ανανέωση αυτή κατάρτισε το υπ' αριθμ. ....1.1996 γραμμάτιο της ...

για ποσό 5.973.717 δραχμών, θέτοντας κατ1 απομίμηση την υπογραφή της Α. Τ., εν αγνοία της και παρά τη θέλησή της στη θέση "ο καταθέτης". Τέλος στις 23.2.1996 με το αποδοτέο ποσό των 6.012.112 δραχμών, [ο κατηγορούμενος] προέβη στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού Ταμιευτηρίου υπέρ Τ. Α., Σ. και Ε., εν αγνοία αυτών, πλαστογραφώντας το υπόδειγμα υπογραφής της Α.

Τ. στο αντίστοιχο καρτελάκι υπογραφής. Από το ποσό αυτό ο κατηγορούμενος προέβη, πλαστογραφώντας την υπογραφή της Α. Τ.. στα σχετικά εντάλματα πληρωμής, που ο ίδιος συνέτασσε, στις ακόλουθες αναλήψεις" Στις 19.3.1996 ανέλαβε 880.000 δραχμές, στις 29.3.1996 910.000 δραχμές, την 1-4-1996 788.000 δραχμές, στις 3.4.1996 880.000 δραχμές, στις 3.4.1996 630.000 δραχμές και στις 5.4.1996 1.900.000 δραχμές.

Απέμεινε δε υπόλοιπο 84.988 δραχμών. Επίσης αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από 2.1.1995 έως 20.3.1997, (προκειμένου να συγκαλύψει την παράνομη ανάληψη του παραπάνω ποσού των 89.354.959 δραχμών), κατάρτισε "...", που αφορούσαν αγορά τίτλων αξίας 29.967.945, 30.040.548, 30.204.384, 30.101.466, 21.250.849, 08.995.068 21.468.055, 9.971.288, 10.046.301, 9.907.730, 9.524.775, 7.009.729, 5.473.717, 91.419.728, 94.000.067, 95.500.000, 87.849.322, 8.995.068, 89.557.905, 91.300.00, 93.500.000, 95.500.000 99.500.000, 102.720.781, 106.000.000, 109.273.000, 112.500.000, 114.700.000, 117.600.000, 120.448.160, 124.500.000, 128.000.000, 131.000.000, 135.000.000, 141.000.000, 147.000.000, 153.700.000 και 162.700.000 δραχμών αντίστοιχα, "...", που αφορούσαν αγορά τίτλων αξίας 29.967.945, 30.040.548, 30.204.384, 30.101.466, 21.250.849, 08.995.068 21.468.055, 9.971.288, 10.046.301, 9.907.730, 9.524.775, 7.009.729, 5.473.717, 91.419.728, 94.000.067, 95.500.000, 87.849.322, 8.995.068, 89.557.905, 91.300.00, 93.500.000, 95.500.000 99.500.000, 102.720.781, 106.000.000, 109.273.000,112.500.000, 114.700.000, 117.600.000, 120.448.160, 124.500.000, 128.000.000, 131.000.000, 135.000.000, 141.000.000, 147.000.000, 153.700.000 και 162.700.000 δραχμών αντίστοιχα.

Ο κατηγορούμενος με την κατάρτιση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων, τα οποία και χρησιμοποίησε προσκομίζοντας τα για τις σχετικές συναλλαγές στους αρμόδιους συναδέλφους τους υπαλλήλους της εγκαλούσας Τράπεζας και επιδεικνύοντάς τα στους αγοραστές, σκόπευε να παραπλανήσει αυτούς [υπαλλήλους και αγοραστές των "..." και να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος.

Το όφελος δε που αυτός αποκόμισε από τις πιο πάνω κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, ανήλθε στο ποσό των 80.222.954 δραχμών και ήδη 235.430,53 ευρώ, το οποίο τελικά εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Η δε ζημία που προξενήθηκε στην πιο πάνω Τράπεζα, σε βάρος της οποίας τελέστηκαν οι παραπάνω και επί μακρό χρονικό διάστημα διαπραχθείσες κατ' εξακολούθηση πράξεις [της πλαστογραφίας με χρήση], ανήλθε στο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσό των 145.638.044 δραχμών και ήδη 427.405 ευρώ, που η τελευταία αναγκάσθηκε να καταβάλει στην Α.

Τ., το οποίο και αντιστοιχούσε στο ποσό εκείνο που αυτή έπρεπε να λάβει κατά τη λήξη των ..., αν οι σχετικές ανανεώσεις αγοράς τους είχαν γίνει κανονικά. Τέλος στις 3.11.1995, αφού εισέπραξε από τον πελάτη της παραπάνω Τράπεζας Ι. Τ. το ποσό των 85.405.204 δραχμών για την αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου [...] προέβη στη συμπλήρωση του αντίστοιχου για τη συγκεκριμένη τραπεζική εργασία εντύπου της Τράπεζας με τίτλο "...", ως προς τα ονόματα των δικαιούχων, το ποσό, το επιτόκιο, τη λήξη του κ.λπ.

και εν συνεχεία, αφού έθεσε την υπογραφή του κάτω από την τεθείσα από αυτόν σφραγίδα της Τραπέζης, το παρέδωσε στον ανωτέρω δικαιούχο, παραλείποντας [εκ προθέσεως] να ζητήσει και την υπογραφή του προϊσταμένου, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Τράπεζας, ο δε αριθμός της ανύπαρκτης έγκρισης [...], που έθεσε, ήταν εικονικός, δεν αντιστοιχούσε δηλαδή στην οικεία σειρά εγκρίσεων του πιο πάνω Υποκαταστήματος της εγκαλούσας Τράπεζας αλλά τέθηκε τυχαία.

Παράλληλα αυτός [κατηγορούμενος] δεν πραγματοποίησε τη σχετική [για την αγορά των "..." εγγραφή στα βιβλία της Τράπεζας, ούτε και κατέβαλε το εισπραττόμενο από αυτόν ποσό στο Ταμείο της Τράπεζας. Ο κατηγορούμενος προέβη στην κατάρτιση της ανωτέρω πλαστής Βεβαιώσεως και την οποία χρησιμοποίησε με σκοπό να παραπλανήσει [με τη χρήση της] τους αρμοδίους υπαλλήλους - συναδέλφους του και τους αγοραστές των "..." και να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της παραπάνω Τράπεζας.

Η ζημιά δε αυτή που απειλήθηκε σε Βάρος της Τράπεζας αυτής φθάνει στο ποσό των 85.405.204 δραχμών και ήδη 250.638,89 ευρώ , που είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη αυτή να καταΒάλει στους δικαιούχους [αγοραστές των "..." κατά τη λήξη τους], αν τελικά αυτός [κατηγορούμενος] δεν το κατέβαλε σ' αυτούς.

2] Ενώ ήταν υπάλληλος της ... Ελλάδος κατά το χρονικό διάστημα από 28.12.1994 έως 2.1.1995 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα κινητά πράγματα που τα έλαβε λόγω της ιδιότητάς του αυτής, μεταχειρίσθηκε δε για το σκοπό αυτό ιδιαίτερα τεχνάσματα. Η πράξη του αυτή στρεφόταν κατά της πιο πάνω εδρεύουσας στην ημεδαπή Τράπεζας, το δε όφελος που αυτός πέτυχε και η προξενηθείσα ζημία της Τράπεζας υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών.

Ειδικότερα με τις προαναφερόμενες [στην υπ' ... πράξη] παράνομες ενέργειές του, (πλαστογραφήσεις κατά την "αγορά" "..." για λογαριασμό των καταθετριών Α. Τ. κ.λπ.) ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 80.222.954 δραχμών, το οποίο είχε κατατεθεί στο Ταμείο της Τράπεζας και αφορούσε τίμημα για αγορά εκ μέρους των Α., Θ.

και Ε. Τ., ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου "..." και το οποίο αυτός ανέλαβε για δικό του λογαριασμό, μεταχειριζόμενος τα ανωτέρω ιδιαίτερα τεχνάσματα [της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου]. Η ζημία δε που προξενήθηκε σε βάρος της ... της Ελλάδος από την εν λόγω τέλεση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης ποσού 80.222.954 δραχμών και ήδη 235.430,53 ευρώ, ανήλθε στο ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 145.638.044 δραχμών και ήδη 427.405 ευρώ, που η τελευταία αναγκάσθηκε να καταβάλει στην Α.

Τ., το οποίο και αντιστοιχούσε στο ποσό εκείνο που αυτή έπρεπε να λάβει κατά τη λήξη τωv "...", αν οι σχετικές ανανεώσεις [αγοράς τους] είχαν γίνει κανονικά". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ" εξακολούθηση και της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, (τα οποία συρρέουν αληθώς και δη στην κακουργηματική τους μορφή με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αρθ.1 ν.1608/50 - ΑΠ 788/13 και όταν ακόμη η πλαστογραφίας διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως) με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, με αντικείμενο του εγκλήματος σε βάρος τράπεζας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.α' και γ', 26 παρ.1α, 27, 94παρ.1, 98, 263 Α, 258 στοιχ.

γ' περ.β' και 216 παρ.1 και 3 εδ.α' του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση, καθόσον αφορά την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα α)ότι ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος τράπεζας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, β)ότι η τράπεζα περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ, γ)ότι αυτός, ενεργώντας με δόλο, ιδιοποιήθηκε παράνομα με ιδιαίτερα τεχνάσματα (δηλαδή της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων προς συγκάλυψη της υπεξαίρεσης) τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στο ως άνω νομικό πρόσωπο, είχαν δε περιέλθει στην κατοχή του λόγω της παραπάνω υπαλληλικής του ιδιότητας, δ)ότι το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, η οποία τελέστηκε κατ'εξακολούθηση, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθόσον το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα (τράπεζα) υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ (συνυπολογιζομένου κεφαλαίου, τόκων και εξόδων).

Επίσης, παρατίθεται στην απόφαση, καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας α)η κατ'εξακολούθηση πλαστογράφηση ενταλμάτων πληρωμής προς τους πελάτες της τράπεζας που αναφέρονται στην απόφαση, για διάφορα χρηματικά ποσά, με τη θέση, κατ'απομίμηση της υπογραφής, τόσο αυτών, όσο και της προϊσταμένης του συγκεκριμένου τραπεζικού υποκαταστήματος, β)οι έννομες συνέπειες από την κατάρτιση και χρήση αυτών με τις παραδοχές ότι "ο κατηγορούμενος με την κατάρτιση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων, τα οποία και χρησιμοποίησε, προσκομίζοντας τα για τις σχετικές συναλλαγές στους αρμόδιους συναδέλφους του, υπαλλήλους της εγκαλούσας τράπεζας και επιδεικνύοντας τα στους αγοραστές, σκόπευε να παραπλανήσει αυτούς (υπαλλήλους και αγοραστές των ...).....", με αποτέλεσμα να προξενηθεί στην πολιτικώς ενάγουσα (τράπεζα) ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (συνυπολογιζομένων κεφαλαίων, τόκων και εξόδων).

Ενώ η περί τούτου κρίση του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, δηλαδή, ότι το αντικείμενο της υπεξαίρεσης έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 € και ότι τυγχάνει εφαρμογής η διακεκριμένη περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.1608/1950 (περί καταχραστών δημοσίου χρήματος), δεν ελέγχεται αναιρετικά, γιατί ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.

Τέλος, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ του ποσού του οφέλους που ο αναιρεσείων αποκόμισε από τις αξιόποινες πράξεις του και της ζημίας που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στην εγκαλούσα τράπεζα και το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό που οι πελάτες της έπρεπε να λάβουν κατά τη λήξη των ..., αν οι σχετικές ανανεώσεις αγοράς τους είχαν γίνει κανονικά και το οποίο η τελευταία (τράπεζα) αναγκάστηκε να καταβάλει σ'αυτούς ως θεματοφύλακας των χρημάτων τους.

Άλλωστε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αμφότερα τα ως άνω ποσά (όφελος κατηγορουμένου και ζημία τράπεζας) υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό των 150.000 €. Επομένως, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθούν.

Βάσιμα, όμως, παραπονείται ο αναιρεσείων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠΔ, καθ'ο μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι είναι πλαστά έγγραφα και οι ... (...), που ο ίδιος εξέδωσε με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, οι οποίες φέρουν μόνο τη δική του υπογραφή. Και τούτο γιατί, στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της πλαστογραφίας, αφού η πλαστότητα του εγγράφου, κατά νόμο, δεν προϋποθέτει την αλήθεια ή όχι του περιεχομένου του εγγράφου, αλλά τη γνησιότητα αυτού, ως προς τον φερόμενο εκδότη του.

Δηλάδη, τα έγγραφα όταν προέρχονται από τον φερόμενο ως εκδότη τους, όπως στην προκείμενη περίπτωση από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος συνέταξε τις ψευδείς ... και υπέγραψε αυτές ο ίδιος, είναι γνήσια, έστω και αν το περιεχόμενό τους είναι ψευδές (ΑΠ 633/2014, 1559/2013).

Συνεπώς, ως προς τις μερικότερες αυτές πράξεις (...), είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'του ΚΠΔ και πρέπει, κατά το μέρος αυτό, ν'αναιρεθεί η απόφαση και να κηρυχθεί αθώος αυτών ο κατηγορούμενος (αρθ.518 παρ.1 ΚΠΔ).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σε αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Η κλήση για την εμφάνιση πρέπει να αναφέρεται στο προεπιδοθέν παραπεμπτικό βούλευμα και να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα.

Κατά τις διατάξεις όμως, των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1, κοι 174, του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών (320- 321 ΚΠΔ), από μη κλήτευση ή από άκυρη κλήτευση, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν ο κατηγορούμενος παραστεί στον πρώτο βαθμό και δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική αυτή ακυρότητα καλύπτεται.

Εφόσον όμως, ο κατηγορούμενος κατ" αυτή δεν εμφανίστηκε ή εμφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης, μόνο όμως, με ειδικό λόγο έφεσης του κατηγορουμένου κατά της απόφασης.

Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης, καλύπτεται. Γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου π την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ' άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Η μη έγκυρη δε επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης αυτού στο ακροατήριο, η οποίο και πάλιν μπορεί να καλυφθεί κατά τα παραπάνω. Τούτο ισχύει, πολύ περισσότερο, και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα άρθρα 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, οπότε και στην περίπτωση αυτή και η επίδοση του βουλεύματος είναι άκυρη.

Το αμετάκλητο όμως του παραπεμπτικού βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου.

Συνεπώς, εφόσον για έναν από τους συγκατηγορούμενους, που συμπαραπέμπονται, το βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο, κατά την παρ.2 του άρθρου 546 ΚΠΔ, νομίμως επιδίδεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ, η κλήση προς εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο. Δεν δύναται δε να προβάλει ο παραπεμπόμενος κατηγορούμενος αντιρρήσεις ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τους συγκατηγορουμένους του ή για τον εισαγγελέα, λόγω μη παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων από αυτόν.

Το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της πολιτείας επιβάλλει την άμεση εκκαθάριση της εκκρεμούς ποινικής υποθέσεως και δεν έχει νόημα να αναμείνει ο εισαγγελέας να καταστεί το παραπεμπτικό βούλευμα αμετάκλητο, ως προς όλους τους συγκατηγορουμένους και ως προς αυτόν τον ίδιο, ως εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, όταν μάλιστα επίκειται η παραγραφή του διωκόμενου εγκλήματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. (ΑΠ 137/2015). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται ότι, μολονότι με την διάταξη 102/1999 του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης είχε χαρακτηρισθεί ως αγνώστου διαμονής, ωστόσο, στις 11-7-2016 του επιδόθηκε (δια θυροκολλήσεως στην οικία του στη Θεσσαλονίκη) κλήση ως "γνωστής διαμονής", προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (στο οποίο και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο) με συνέπεια να είναι απαράδεκτη η εισαγωγή της υπόθεσης στο πιο πάνω δικαστήριο.

Επικουρικά, δε, πρόβαλλε την αιτίαση ότι η διάταξη του Εισαγγελέως εκδόθηκε ακύρως, αφού η κλήτευση του έγινε σε γνωστή διαμονή και επομένως, δεν επήλθε αναστολή της παραγραφής, με συνέπεια τα αποδιδόμενα σε βάρος του κακουργήματα να έχουν παραγραφή. Τους ισχυρισμούς αυτούς (κύριο και επικουρικό), όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, είχε προτείνει ο αναιρεσείων και πρωτοδίκως, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και απορρίφθηκαν από το δικαστήριο.

Κατά την εκδίκαση δε της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων (ο οποίος εκπροσωπήθηκε και πάλι από πληρεξούσιο δικηγόρο) επανέφερε τους ισχυρισμούς αυτούς με σχετικούς λόγους έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο τους απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το 958/1999 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού για να δικασθεί για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις (κακουργήματα).

Αντίγραφο του ως άνω βουλεύματος επιδόθηκε στην κατοικία του κατηγορουμένου, στη Θεσσαλονίκη στην οδό ... (που αναφερόταν στη μήνυση), με θυροκόλληση (Βλ, το από 22-7-1999 αποδεικτικό του Επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης). Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην κατοικία του, ούτε ήταν γνωστή η διαμονή του, ούτε συνελήφθη, αν και εκδόθηκαν εναντίον του το …1998 ένταλμα βίαιης προσαγωγής και το .../ένταλμα σύλληψης του Ανακριτή του Ε' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος, ούτε προσήλθε ενώπιον του Ανακριτή ή του Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η ...-8-1999 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης η οποία ανέστειλε τη διαδικασία στο ακροατήριο και τοιχοκολλήθηκε την 24.8.1999 στον πίνακα τοιχοκολλήσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης (βλ. σχετική βεβαίωση). Ήδη σύμφωνα με το άρθρο 432§2, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 21 Ν. 3904/2010 και το β' εδάφιο της παρ. 2 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 75 Ν. 3994/2011, αν εκείνος που παραπέμφθηκε για κακούργημα είναι ή θεωρείται γνωστής διαμονής δικάζεται σαν να ήταν παρών, αν κλητεύθηκε νόμιμα. Έτσι, όπως προκύπτει από το από 11- 7-2016 αποδεικτικό επιδόσεως, που συνέταξε ο Αρχιφύλακας του Α.Τ. ..., ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με θυροκόλληση, στη διεύθυνση της κατοικίας του στην οδό ..., Θεσσαλονίκη, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 6-9-2016 (ο κατηγορούμενος δεν είχε ορίσει ποτέ αντίκλητο δικηγόρο).

Συνεπώς, μετά την τροποποίηση του άρθρου 432 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος παραδεκτά εισήχθη για να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, εφόσον νομίμως και εμπροθέσμως κλήθηκε να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο της 6-9-2016, κατά την οποία μάλιστα εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και πρέπει η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου εισαγωγής της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ν' απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 432 και 434 ΚΠΔ, εφόσον έχει επιδοθεί νομότυπα στον κατηγορούμενο το παραπεμπτικό βούλευμα, όπως στην προκειμένη περίπτωση (Α.Π. 137/2015, ΑΠ 1150/1988 ΝΟΜΟΣ), ακόμη και εάν έχει παραληφθεί η τοιχοκόλληση της Εισαγγελικής Διάταξης, η οποία σκοπό έχει την εξασφάλιση της δημοσιότητας του παραπεμπτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η προθεσμία παραγραφής του εγκλήματος. Κατά μείζονα λόγο επέρχεται αναστολή της παραγραφής σε περίπτωση παράλειψης κάθε περαιτέρω ετήσιας τοιχοκόλλησης της Εισαγγελικής Διάταξης μετά την πρώτη τοιχοκόλληση, όπως εν προκειμένω.

Συνεπώς εφόσον η Εισαγγελική Διάταξη με αριθμό ...-8-1999 εκδόθηκε, μετά τη νομότυπη επίδοση του υπ' αριθμό 958/1999 παραπεμπτικού Βουλεύματος στον κατηγορούμενο, την 22-7-1999, επήλθε η αναστολή παραγραφής των υπό κρίση πράξεων, οι οποίες αφού τελέσθηκαν με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950 όπως προεκτέθηκε, παραγράφονται μετά πάροδο 25 ετών (20 + 5 έτη) από το χρόνο τελέσεως τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112, 113 ΠΚ), Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής." Με την αιτιολογία αυτή που είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν περιέχει δε αντιφάσεις ή λογικά κενά, το δικαστήριο, αφενός δεν υπερέβη την εξουσία του, δεχόμενο, ορθά κατά τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω σκεπτικό, ότι δεν υπήρξε παρά το νόμο εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο και αφετέρου, δεν παραβίασε τις σχετικές περί αναστολής και παραγραφής διατάξεις του ποινικού κώδικα (άρθρα 111-113 ΠΚ).

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α)ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε τη σχετική ένσταση, δοθέντος ότι τόσο η επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος (955/1999), όσο και η μετέπειτα, στις 11-7-2016 (οπότε αυτό είχε καταστεί αμετάκλητο) κλήτευσή του, πραγματοποιήθηκαν στην οικία του (25ης Μαρτίου 75 - Θεσσαλονίκη), η διεύθυνση της οποίας ουδέποτε αμφισβητήθηκε από αυτόν.

Σημειωτέον, δε, ότι τόσο κατά την αρχική δικάσιμο (6-9-2016), όσο και κατά την αντίστοιχη μεταγενέστερη, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, β)ορθά έκρινε ότι η με αριθμό 102/1999 Εισαγγελική Διάταξη (την οποία αντιφατικά άλλοτε θεωρεί έγκυρη και άλλοτε άκυρη) εγκύρως εκδόθηκε, σύμφωνα με την ισχύουσα, τότε, παρ.1 του άρθρου 432 ΚΠΔ και δη, όχι πριν αλλά μετά την έκδοση του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, με αποτέλεσμα την αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο. (έστω και σε περίπτωση παράλειψης τοιχοκολλήσεως της σχετικής εισαγγελικής Διάταξης), ενώ, ορθά, μετά ταύτα, απέρριψε την προταθείσα ένσταση παραγραφής των ενδίκων αδικημάτων, η οποία είναι 25ετής από του χρόνου τελέσεως της (συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου αναστολής).

Συνεπώς, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ', Ε'και Η' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν'απορριφθούν. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Κατόπιν αυτών πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης: Α)να γίνει δεκτή μερικώς και ειδικότερα, ως προς τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα στο σκεπτικό της απόφασης και αφορούν τις εκδοθείσες από αυτόν βεβαιώσεις αγοραπωλησίας ... και κηρυχθεί αθώος αυτών (ΚΠΔ 518) και Β)να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αναίρεση, αναφορικά με τις λοιπές ένδικες πράξεις. Ακολούθως, δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικάσαν δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΑ 519), μόνο για τον εκ νέου καθορισμό ποινής για τις λοιπές πράξεις πλαστογραφίας και τον καθορισμό συνολικής ποινής (ΑΠ 633/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την απόφαση 927/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας που αποδίδονται στο αναιρεσείοντα στο σκεπτικό της απόφασης.

Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα για τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας, δηλαδή, τις βεβαιώσεις που εξέδωσε ο ίδιος, με την ιδιότητά του ως υποδιευθυντής της τράπεζας στη Θεσσαλονίκης (... και ήδη ...) Α)στο χρονικό διάστημα από 2-1-1995 στις 20-3-1997 για αγοραπωλησία τίτλων (...) στο όνομα της Α. Τ., αξίας 29.967.945, 30.040.548, 30.204.384, 30.101.466, 21.250.849, 08.995.068 21.468.055, 9.971.288, 10.046.301, 9.907.730, 9.524.775, 7.009.729, 5.473.717, 94.000.067, 95.500.000, 87.849.322, 8.995.068, 89.557.905, 91.300.00, 93.500.000, 95.500.000, 99.500.000, 102.720.781, 106.000.000, 109.273.000,112.500.000, 114.700.000, 117.600.000, 120.448.160, 124.500.000, 128.000.000, 131.000.000, 135.000.000, 141.000.000, 147.000.000, 153.700.000 και 162.700.000 δραχμών αντίστοιχα, "...", που αφορούσαν αγορά τίτλων αξίας 29.967.945, 30.040.548, 30.204.384, 30.101.466, 21.250.849, 08.995.068, 21.468.055, 9.971.288, 10.046.301, 9.907.730, 9.524.775, 7.009.729, 5.473.717, 91.419.728, 94.000.067, 95.500.000, 87.849.322, 8.995.068, 89.557.905, 91.300.00, 93.500.000, 95.500.000 99.500.000, 102.720.781, 106.000.000, 109.273.000,112.500.000, 114.700.000, 117.600.000, 120.448.160, 124.500.000, 128.000.000, 131.000.000, 135.000.000, 141.000.000, 147.000.000, 153.700.000 και 162.700.000 δραχμών αντίστοιχα. και Β)στις 3-11-1995 για αγοραπωλησία τίτλου (...)στο όνομα Ι. Τ., αξίας 85.405,204 δραχμών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, μόνο για τον καθορισμό ποινής για τις λοιπές επιμέρους πράξεις της κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας καθώς και για τον καθορισμό συνολικής ποινής.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4-10-2017 (αριθμ. γενικού πρωτ. .../2017) αίτηση/του Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 927/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ