2037/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2037/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2016 αίτησή της.
Full text
Απόφαση 2037 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2037/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ά. Χ. του Π., απούσα 2.Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 3.Σ. Ζ. του Α., 4. Ε. Μ. του Α., 5. Α. Χ. του Χ., 6. Α. Χ. του Ν., κατοίκων ..., 7.Π. Χ. του Ν., κατοίκου .... Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Κούρκουλος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης, διότι η 1η απεβίωσε την 7-8-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Αθηναίων και εκούσια επανάληψη αυτής από τους 2ο 3η 5η 6η 7ο ατομικά και ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της θανούσης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο. Η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κούρκουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5764/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1058/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει απ’ την .../13-3-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ.Ρ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες αναιρεσίβλητοι στον δικηγόρο Πειραιώς Φ. Μ. ως πληρεξούσιο και αντίκλητο της απουσιάζουσας αναιρεσείουσας έχει επιδοθεί ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση στην δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως. Επομένως, η συζήτηση προχωρεί, κατ’ αρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.
ΙΙ. Ο από τον αρ.1 του αρθρ.559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν, αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατ’ αρθρ.559 αρ.6 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, "αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην". Έτσι περαιτέρω, συμφώνως προς τον αρ.14 του ιδίου άρθρου στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως ιδρύεται σε περιπτώσεις που οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου κατ’ αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.
ΙΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη του αρθρ.33 του Ν.4446/2016, η παρ.3 του άρθρου 7 του ν.δ.1544/1942 (Α’ 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν.3994/2011 (Α’ 165) και το άρθρο 21 του ν.4055/2012 (Α’ 51) αντικαθίσταται ως εξής: "3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν.ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές, αγωγές...." 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευση.
IV.Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες του αρθρ.559 αρ.1, 6 και 14 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην παραβίαση των περί δικαστικού ενσήμου ουσιαστικών διατάξεων και τις εξ αυτών απορρέουσες συνέπειες, καθώς και ως προς την εσφαλμένη μη κήρυξη απαραδέκτου και έκπτωση από δικαίωμα, όσον αφορά στις συνέπειες μη καταβολής δικαστικού ενσήμου.
Ειδικότερα, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, παρείδε το γεγονός, ότι το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατά την ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) στις 29-1-2013 είχε μεν τραπεί σε αναγνωριστικό, αλλά κατ’ αρθρ.70, 72 παρ.14 του ν.3994/2011 και 21 παρ.2 του ν.4055/2012 σε υποχρέωση καταβολής τελών δικαστικού ενσήμου υπόκεινται και οι αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές προ της ενάρξεως ισχύος (στις 25-7-2011) του ν.3994/2011, αλλά τράπηκαν αργότερα σε αναγνωριστικές.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ακόμη, ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) έπρεπε να αντιμετωπίζοντο ως ερημοδικούντες, μη καταβάλλοντες τα τέλη δικαστικού ενσήμου, επί πλέον δε, και εφόσον και αυτή (εναγομένη - νυν αναιρεσείουσα) ερημοδικούσε, έπρεπε να ματαιωθεί η συζήτηση ή εν πάση περιπτώσει, να απερρίπτετο η αγωγή "χωρίς να προηγηθεί έρευνα του παραδεκτού και του νομίμου της".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στερείται λυσιτέλειας, δεδομένου ότι υπό τον προαναφερθέντα νόμο δεν καταλείπονται περιθώρια παρερμηνεύσεων ως προς το ζήτημα της μη καταβολής τελών δικαστικού ενσήμου για τις αγωγές, των οποίων το (αρχηθέν καταψηφιστικό) αίτημα τρέπεται σε αναγνωριστικό, κατά τα ως άνω, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα υπό της αναιρεσείουσας, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στο κατ’ αρθρ.559 αρ.14 ΚΠολΔ σφάλμα, υπό την έννοια ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν είχαν προσκομίσει πιστοποιητικό για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (Ε.Ν.Φ.Ι.Α.) δυνάμει του άρθρου 9 παρ.2 του ν.4223/2013.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, τούτου δοθέντος ότι το επικαλούμενο και φερόμενο απαράδεκτο εκφεύγει του πεδίου των κανόνων του δικονομικού δικαίου, συμφώνως προς την προειπωθείσα νομική σκέψη.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματος τους (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2016 αίτηση της Μ. Χ. περί αναιρέσεως της 1058/2016 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που την ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ