Supreme Court partially allows appeal by finding lower court's rejection of benefit claim inadmissible due to lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the 232/2010 decision regarding compensation for expropriated properties. The appellants argued they suffered no benefit from the national road construction, while the lower court rejected this claim as inadmissible. The court found the rejection inadmissible because the request lacked quantitative specificity regarding the remaining land areas and agricultural usage, thus overturning that part of the lower court's ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 of the Code of Civil Procedure; Art. 14 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on inadmissibility is admissible if the lower court's decision rejects a claim that is substantively specific but procedurally flawed, whereas a claim lacking quantitative or qualitative definition is void for indeterminacy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2037 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2037/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Μ. του Δ., 2Π. Μ. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων ... 3. Η. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Χ. Α., 5 Σ. Κ. του Η.,6. Π. Σ. του Δ., 7 Γ. Σ. του Δ., 8 Γ. Γ. του Π., 9 Κ. Κ. του Κ., 10.Μ. Σ. του Λ., 11 Σ. Π. του Α., 12Ν. Κ. του Α., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ..., 13. Χ. συζ. Η. Χ., κατοίκου ..., 14. Ι. Γ. του Π., κατοίκου ... και 15.Χ. συζ. Ι. Γ. το γένος Ν. Α., κατοίκου .... Όλοι οι ανωτέρω, εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Απόστολο Γεροντίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Υπυργό ΥΠΕΧΩΔΕ, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Μιχαήλ Αλεξανδρίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αρ.79/29-1-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου καθώς και τις: 7/2-1-2009 και 866/15-12-2008 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση 232/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, μόνο κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη ως απαράδεκτης της από 1/7/2009 αιτήσεως των 12 πρώτων εκ των αναιρεσειόντων με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν απέκτησαν ωφέλεια από την διάνοιξη της εθνικής οδού και την απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά της αιτήματα.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 232/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου ως προς τις τιμές που καθορίσθηκαν ως οριστική αποζημίωση των ακινήτων και των επικείμενων συστατικών αυτών για τα οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση με την 10462993330/0010 /27/5/2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 606/6/6/2005 τεύχος Δ υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ασφάλειας και ειδικότερα για την βελτίωση κατά τμήματα της Εθνικής οδού Τρίπολης Σπάρτης στο τμήμα Σελλασία Γέφυρα Κελεφίνας χθ -200 έως χ.θ 9+278 έκτασης συνολικού εμβαδού 530.123 τμ που βρίσκεται στην περιοχή των Δήμων Οινούντας (κοινοτικό διαμέρισμα Κλαδά στο νομό Λακωνίας) και ως προς το μέρος που απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα για αναγνώριση ανυπαρξίας ωφέλειας των ακινήτων των μετά την απαλλοτρίωση και εκείνο (αίτημα) για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ` αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ` είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης διότι δεν έλαβε υπόψη του κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής αποζημίωσης των ακινήτων των τις με αριθμούς 100/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και 609/2002 του Εφετείου Ναυπλίου με τις οποίες καθορίστηκε οριστική τιμή αποζημίωσης για ακίνητα της αυτής περιοχής με εκείνα των αιτούντων και για ορισμένα ακίνητα των αιτούντων που ταυτίζονται με τα ένδικα, σε προγενέστερο χρόνο.
Ειδικότερα υποστηρίζουν οτι η κήρυξη της ένδικης απαλλοτρίωσης αποτελεί κατ'ουσία επανάληψη της προηγουμένης η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω μη καταβολής αποζημιώσεων εντός της νόμιμης προθεσμίας αφού τα ακίνητα της κρινόμενης απαλλοτρίωσης είχαν απαλλοτριωθεί με την 1025296/1445/0010/13-7-1998 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών ΠΕΧΩΔΕ και ΓΕΩΡΓΙΑΣ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 202/27/3/1998 τεύχος Δ.
Στα πλαίσια της πρώτης αυτής απαλλοτρίωσης οι αποζημιώσεις καθορίστηκαν προσωρινά με την 100/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και οριστικά με την 609/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου . Με την πρώτη απόφαση τις τιμές της οποίας αποδέχθηκε και η δεύτερη ορίστηκε τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό 1)των 340 δρχ ανά τ.μ ή 340.000 δρχ ανά στρέμα ή 997 ευρώ ανά στρέμμα για τα αρδευόμενα εκτός ορίων οικισμού ελαιοκτήματα της περιοχής Βουτάδων στην οποία εμπίπτουν και τα απαλλοτριούμενα αγροκτήματα των 13 πρώτων εκ των αιτούντων 2) στο ποσό των 70.000 δρχ (205 ευρώ) για τα μεγάλου μεγέθους ελαιόδενδρα, 50.000 δρχ (146 ευρώ για τα μεσαίου μεγέθους και 30.000 δρχ (88 ευρώ) για τα μικρού και 3) για τα οικόπεδα εντός οικισμού της περιοχής Κλαδά δημοτικού διαμερίσματος δήμου Σπάρτης 15000000 δρχ ανά στρέμμα ή 44.000 ευρώ .
Οτι η απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των αιτούντων δεν έλαβε παντελώς υπόψη της τις άνω αποφάσεις και προσδιόρισε τις τιμές των ανωτέρω πραγμάτων σε πολύ χαμηλότερες αν και ο χρόνος μεταξύ των δύο απαλλοτριώσεων (η δεύτερη μετά από χρόνια) δικαιολογεί τον προσδιορισμό μεγαλύτερης τιμής .
Το Εφετείο κατά την εξέταση των αποδεικτικών μέσων διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "......στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης κατά την συζήτηση της αιτήσεως περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και οι οποίες περιέχονται στα με αριθμό 890/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με πρωτοβουλία του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου και των αιτούντων των υπ αριθμ. 847/2008 2/2009 1/2009 αιτήσεων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά:
Με την υπ αριθμ 1046299/3330/0010/27/5/06 κοινή απόφαση των υπουργών οικονομίας και οικονομικών και του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ με αριθ. 606/6/6/2005 τεύχος Δ 'κηρύχθηκε απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση κατά τμήματα της Εθνικής Οδού Τρίπολης - Σπάρτης στο Τμήμα Σελλασία - Γέφυρα Κελεφίνας Χ.8. 0-200 έως Χ.8. 9±278 έκταση συνολικού εμβαδού 530.123 τ.μ., που βρίσκεται στην Περιοχή των Δήμων Οινούντος [κοινοτικό Διαμέρισμα Σελλασίας και Βουτιάνων] και Σπάρτης [κοινοτικό Διαμέρισμα Κλαδά], στο νομό Λακωνίας και εικονίζεται με κλίμακα 1: 1500 στα από 23.6.2003 και με αριθμούς σχεδίων 1, 2, 3 και 12 ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών πινάκων της Διεύθυνσης Δημοσίων 'Εργων Περιφέρειας Πελοποννήσου της Δ/νσης Μελετών 'Εργων Οδοποιίας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων 'Εργων του Υ.
ΙΙΕ.ΧΩ.ΔΕ., τα οποία έχει θεωρήσει για τη Διεύθυνση Δ12 του Υ.
ΙΙΕ.ΧΩ.ΔΕ. ο Κ. Δεσύπρης.....
Τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στην απαλλοτριούμενη περιοχή τυγχάνουν αγροτεμάχια από τα οποία όσα βρίσκονται στα δ.δ. Βουτιάνων και Σελλασίας του δήμου Οινούντος και Ορισμένα που βρίσκονται στο δ.δ. δήμου Σπάρτης, ως θα αναφερθούν κατωτέρω, είναι εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού και εμπίπτουν στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας Τους, γι αυτό και προσκομίζονται οι πίνακες αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των, ενώ άλλα , που βρίσκονται στο δ.δ.
διαμέρισμα του δήμου Σπάρτης, εντός του οικισμού, δεν εμπίπτουν στο άνω αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας και προσκομίζεται έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του αρθ. 15 ν.2882/2001 ......Με την υπ'αριθμό 890/08 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης καθορίστηκε αξία για τα με στοιχεία 1 ακίνητα στο ποσό των 2000 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία 2 στο ποσό των 1700 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία 3 στο ποσό των 3200 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία 4 στο ποσό των 2000 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία 5α στο ποσό των 2400 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία 5 β στο ποσό των 2700 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία 6α στο ποσό των 450 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία όβ στο ποσό των 1200 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία όγ στο ποσό των 1500 ευρώ ανά στρέμμα, τα υπό στοιχεία όδ στο ποσό των 2000 ευρώ ανά στρέμμα.
Με την από 9.11.2006 έκθεση προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας των οι τιμές καθορίζονται ανά στρέμμα για τα υπό στοιχεία Ι σε 562,55 ευρώ , τα υπό στοιχεία 2 σε 533,44 ευρώ, τα υπό στοιχεία 3 σε 913,39 ευρώ, τα υπό στοιχεία 4 σε 549,90 ευρώ, τα υπό στοιχεία 5α σε 630 ευρώ, τα υπό στοιχεία 5β σε 882 ευρώ, τα υπό στοιχεία 6α σε 87,5 ευρώ, τα υπό στοιχεία όβ σε 350 ευρώ, όγ σε 490 ευρώ, όδ σε 560 ευρώ. ......Από αυτούς που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο εκ των διαδίκων ο Ι.
Κ. αναφερόμενος σε κτήμα αρδευόμενο με ελιές Καλαμών, κατέθεσε ότι η αξία των κτημάτων είναι 15000 ευρώ ανά στρέμμα, ο μάρτυρας Μ. Μ. αναφέρθηκε στα υπ'αριθ.233, 238, 247 ακίνητα και κατέθεσε ότι καλλιεργούνται με ελιές Καλαμών και λαδοελιές και ο μάρτυρας Ν. Μ. κατέθεσε ότι το ακίνητο. Σ. δηλαδή το με αριθ. 128 είναι αγροτικό ακίνητο, που πλεονεκτεί έναντι των άλλων.
Στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου η μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου, υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας κατέθεσε ότι σι τιμές Που προσδιορίζονται στις εκθέσεις αντικειμενικού προσδιορισμού είναι αυτές που ανταποκρίνονται στις πραγματικές τιμές τόσο για τα ακίνητα όσο και για τα επικείμενά τους, γιατί λαμβάνονται υπόψη η τοποθεσία, η πρόσοψη σε οδό, Το είδος της καλλιέργειας, σι τιμές που ορίζει η Γεωργική Υπηρεσία, το αρδευόμενο του εδάφους, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η βιολογική ή η απλή καλλιέργεια. .......
Από τους άλλους μάρτυρες ο Ι. Μ. κατέθεσε ότι το υπ' αριθ. 60 ακίνητο είναι εντός οικισμού και ότι τα ακίνητα που εφάπτονται του οικισμού έχουν μεγαλύτερη αξία, η Γ. Κ. για το υπ' αριθ. 291 ακίνητο ότι εφάπτεται στην επαρχιακή οδό Σπάρτης - Βρεσθένων και έχει οικοπεδική αξία ό ευρώ ανά τ.μ., η Δ. Ρ. για τις υπ' αριθ. 131 και 135 ιδιοκτησίες ότι εφάπτονται σε επαρχιακή οδό και η αξία τους είναι 75 ευρώ το μέτρο.
Ο Α. Κ. για τις υπ' αριθ. 254, 377 ιδιοκτησίες, που αναφέρονται στην αίτηση του Δημοσίου με στοιχεία ΒΙ και στην με αριθ. πιν. 37 αντίθετη αίτηση των καθ'ων, κατέθεσε ότι είχαν τις καλύτερες βιολογικές καλλιέργειες της περιοχής με ελιές αποδοτικές. τα κτήματα ήσαν προνομιούχα με σύγχρονα αρδευτικά συστήματα και εγκαταστάσεις διαλογής και αποθήκευσης ελαιολάδου, ο Λ.
Τ., 146ος εκ των διαδίκων, υποστήριξε ότι οι ιδιοκτησίες με αριθ. 233, 238, 247 και 256 έχουν οικοπεδική αξία και πωλούνται αντί 220 ευρώ ανά τ.μ. ότι η ιδιοκτησία με αριθ. 257 είναι σε προνομιακή Θέση, ο Δ. Β. ότι η υπ' αριθ. 284 ιδιοκτησία έχει αξία 15 ευρώ το τ.μ., η υπ' αριθ. 50 ιδιοκτησία αξίζει από 80 έως 100 ευρώ το τ.μ., ενώ η ιδιοκτησία 38 80 ευρώ το τ.μ., ο Β.
Δ. ανέφερε ακόμη ότι οι υπ' αριθ. 323 και 337 ιδιοκτησίες είναι επί της Εθνικής Οδού Τριπόλεως Σπάρτης και περιλαμβάνουν πηγάδι που λειτουργεί, ο Π. Π. ότι η ιδιοκτησία με αριθ. 220 αξίζει ό ευρώ το τ.μ., ο Α. Γ. ότι η ιδιοκτησία με αριθ. 205 στο Κλαδά έχει γεώτρηση και αξίζει 100 ευρώ το τ.μ, ενώ αν σταματήσει η γεώτρηση το κτήμα χάνει την αξία του.
Από το με αριθ. πρωτ. 2473/15.11.2007 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού Λακωνίας αποδεικνύεται ότι εντός οικισμού ευρίσκονται τα ακίνητα με αριθ. κτηματολογικού πίνακα 246, 247, 248, 249, 254, 255, 257, 259, 261, 266, 267, 268, 269, 270, 272, 273, 343, 357, 359., 233, 237, 238, 239, 240, 241, 242, 260, 271, 349, 350, 356, 358, 361, 364, 365, 380, 231, 234, 256 και 379. .....
Από όλα τα προαναφερόμενα δηλαδή τις επικαλούμενες από τους διαδίκους αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν, τις εκτιμήσεις των αρμοδίων προεκτιμητικών επιτροπών, τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 890/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση, όσα επικαλέσθηκαν σι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ανέρχεται με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογίζεται η ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά‚ στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες. Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 8.2.2008 μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση [20.1.2010] παρήλθε έτος.
Περαιτέρω όσον αφορά την αξία των επικειμένων υπ' όψιν των ισχυρισμών των διαδίκων, της αξίας που αναφέρεται στην Έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής και τη συμπληρωματικής της και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων κρίνεται ότι Θα Πρέπει να καθορισθεί στα ποσά που ορίζει η Εκτιμητική Επιτροπή, τα οποία κρίνεται ότι ανταποκρίνονται στις σημερινές αξίες.
Οι αναιρεσείοντες- αιτούντες υποστηρίζουν ότι παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στην άνω απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση εκ μέρους των διαδίκων, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις του έτους 2001 και 2002 αφού ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά σ'αυτές και το περιεχόμενό των ή στην αξία των ακινήτων σε σχέση με το έτος 2001.
Επίσης υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου θα έπρεπε εφόσον τις είχε λάβει υπόψη της να χρησιμοποιήσει ως βάση τις τιμές που είχαν ορίσει οι παραπάνω αποφάσεις αναπροσαρμόζοντάς τις με την πρόσθεση των ετήσιων ποσοστών του επίσημου πληθωρισμού. Από την επισκόπηση, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη αφενός η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και αφετέρου όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι άνω αποφάσεις, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμα ζητήματα της δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Κατά την διάταξη του αρθ 33 του ν. 2971/2001 παρ.1 έως 7, (ΦΕΚ Α` 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977 (ΦΕΚ Α` 214), είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εάν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί να υποβάλλει στον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αίτηση για να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως ή της απόφασης περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός.
Μετά την λήξη του διμήνου; η αίτηση παραπέμπεται για να εξετασθεί από τριμελή διοικητική επιτροπή, η οποία, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την προς αυτήν διαβίβαση της αιτήσεως, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα περί της βασιμότητας της αιτήσεως. Ακολούθως η αίτηση με την επ` αυτής έκθεση της ανωτέρω επιτροπής και όλα τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται στο ως άνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό περί της υπάρξεως ή μη ωφελείας από το έργο για το εναπομείναν από την απαλλοτρίωση τμήμα του μερικά απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Το άρθρο 9 παρ.4 του ΚΑΑΑ ισχύει και στην περίπτωση αυτή, όταν η απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 998/07), έχουν δε εφαρμογή, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 περ.
α` του ιδίου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 782/2011, ΑΠ 1056/08). . Η ανωτέρω διαδικασία, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολ.
ΑΠ 10 και 11/2004), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των ως άνω διατάξεων του Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1119/2010). Αντίθετα, το Εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά, με το ίδιο δικόγραφο της αίτησης, για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθ. 33 Ν. 2971/2001 (ΑΠ 1060/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δίκασε τα σωρευόμενα στο δικόγραφο της από 2/1/2009 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/7-1-09 αίτησης των 12 πρώτων εκ των νυν αναιρεσειόντων (η 13η δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των αιτούντων) αιτήματα α) για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης του ακινήτων και των επικειμένων, που κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα με την 1046299/3330/0010/27-5-2005 κοινή υπουργική απόφαση για την βελτίωση κατά τμήματα της Εθνικής Οδού Τρίπολης- Σπάρτης β) για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας για αποζημίωση τρίτων και για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα, το υπό στοιχ.
β (άρση του τεκμηρίου ωφέλειας), ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι η εισαγωγή του στο παρόν δικαστήριο έγινε χωρίς να προηγηθεί η διαγραφόμενη από το άρθ. 33 του Ν. 2971/2001 αναγκαία προδικασία, η οποία επιβάλλει να προσκομίζεται τουλάχιστον έως το χρόνο της συζήτησης της αίτησης η προβλεπόμενη από τις παραγρ. 3 και 4 του άρθρου αυτού έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση, κατά το αίτημα αυτό, το οποίο, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έπρεπε να το ερευνήσει και εάν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η ως άνω προδικασία, για την τήρηση της οποίας, μάλιστα, οι αιτούντες, όπως επικαλούνται στο αναιρετήριο είχαν προβεί στις απαραίτητες από της πλευράς των ενέργειες, με την υποβολή από μέρους της προς τον αρμόδιο φορέα (ΥΠΕΧΩΔΕ), της από 7-1-09 αίτησής των , προκειμένου να συγκροτηθεί η Επιτροπή του άρθ. 33 του Ν. 2971/2001 και με αιτιολογημένη έκθεση να αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη ωφέλειας της ιδιοκτησίας της, επί της οποίας, όμως (αίτησης) ουδεμία απάντηση υπήρξε μέχρι την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, παρότι κατά την παρ. 4 του άρθρ. 33, η Επιτροπή προβαίνει στη σύνταξη σχετικής έκθεσης το αργότερο εντός τριών μηνών, για την ύπαρξη ή μη ωφέλειας του ακινήτου.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα αυτό και πρέπει ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης , κατά το σκέλος αυτό, να γίνει δεκτός .- Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 4, 18 παρ. 1 εδ. β` του Κ.Α.Α.Α.
και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αυτή πρέπει να διαλαμβάνει, για να είναι ορισμένη, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιφέρουν τη μείωση της αξίας του εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος.
Εν προκειμένω, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης (δεύτερο μέρος), οι εκ των αναιρεσειόντων 14ος και 15ος (Ι. Γ. και Χ. Γ. ), αιτιώνται το Εφετείο, όσον αφορά την απόρριψη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως αορίστων, των αιτημάτων τους περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, για πλημμέλεια από τον αριθ. 1 της ΚΠολΔ 559 παρ.14 . Συγκεκριμένα, η αναιρεσβαλλόμενη, απέρριψε τα αιτήματα καθορισμού ιδιαίτερης οριστικής αποζημίωσης για τα απομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματά τους ως αόριστα διότι οι αναιρεσείοντες και τότε αιτούντες δεν επικαλούνται ότι τα ακίνητά των ήταν άρτια και οικοδομήσιμα πριν την απαλλοτρίωση και τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση κατέστησαν μη άρτια και οικοδομήσιμα ή ότι κατέστησαν άχρηστα ή μειωμένης αξίας για τον προορισμό χρήσης τους δηλαδή για καλλιέργεια ώστε να δικαιούνται την ιδιαίτερη αποζημίωση του αρθ.13 παρ.4 του ν.2882/2001" Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις.
Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την αίτησή τους, ενώπιον του Εφετείου ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις υπ' αριθμ 211,231,239,343 ιδιοκτησίες του πρώτου (14ου) και 340 ιδιοκτησία της δεύτερης (15ης των αναιρεσειόντων) επικαλούμενοι ότι το "εναπομένον τμήμα καθίσταται πρακτικά άχρηστο ώστε να είναι απαραίτητη η επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά ποσοστό 70% της τιμής μονάδος που θα καθοριστεί για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου των ως προς το συγκεκριμένο τμήμα αυτού"' .
Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο η αίτηση κατά το μέρος αυτό είναι ποσοτικά αόριστη διότι δεν καθορίζεται το εμβαδόν καθεμίας από τις απομείνασες εκτάσεις ,ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η καλλιέργεια αυτών των ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση και το είδος της καλλιέργειας (ελαιόδενδρα, οπωροφόρα, κ.λ.π.).'η ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να γίνεται στο μέλλον η καλλιέργεια των τμημάτων από απέμειναν με ειδικότερο προσδιορισμό σε τι συνίσταται η προς το χειρότερο γεωργική εκμετάλλευσή τους ή αν είναι αδύνατη οιαδήποτε καλλιέργειά τους η συγκεκριμένη αιτία που την καθιστά αδύνατη, η θέση καθενός από αυτό και το είδος τους ως αγροτεμαχίων, ποτιστικών ή ξηρικών, μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου μέρους, ώστε να μπορεί να κριθεί, και εκ του λόγου αυτού, αν πράγματι τα τμήματα αυτά που απέμειναν εξακολουθούν να είναι επιδεικτικά καλλιέργειας και να έχουν ή όχι την ίδια αποδοτικότητα που είχαν και πριν από την απαλλοτρίωση αν ήταν άρτια και οικοδομήσιμα πριν την απαλλοτρίωση και ποιά η κατάστασή των μετά από αυτήν μη αρκούντος μόνον του προσδιορισμού του ποσοστού της απομείωσης της αξίας των .
Επομένως, τα εν λόγω αιτήματα προς καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για απομένουσες εκτάσεις πάσχουν από ποσοτική αοριστία και το Εφετείο που τα απέρριψε για την αιτία αυτή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 της ΚΠολΔ 559. ΜΕ βάση όλα τα προαναφερθέντα θα πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του αριθμού του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στην απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι οι ιδιοκτησίες των 12 πρώτων εκ των αναιρεσειόντων δεν απέκτησαν ωφέλεια από την διάνοιξη της εθνικής οδού που συντελέστηκε με την διά της 10462993330/0010/27/5/2005 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 606/6/6/2005 τεύχος Δ αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και απορριφθούν οι λοιποί.
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 232/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου μόνο κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη ως απαράδεκτης της από 1/7/1/2009 αιτήσεως των 12 πρώτων εκ των αναιρεσειόντων με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν απέκτησαν ωφέλεια από την διάνοιξη της εθνικής οδού που συντελέστηκε με την διά της 10462993330/0010/27/5/2005 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 606/6/6/2005 τεύχος Δ αναγκαστικής απαλλοτρίωσης .
-Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ