Supreme Court dismisses appeal for failure to specify violated substantive law and lack of procedural prejudice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision due to procedural defects. The appellant argued that the lower court failed to properly weigh evidence and did not notify them of a crucial expert appointment order, claiming this caused irreparable harm. The Court rejected these claims, ruling that the appeal arguments were too vague to identify specific substantive law violations and that the alleged procedural error did not constitute actionable prejudice under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 561(1), 576(2) of the Civil Procedure Code; An appeal argument alleging substantive law violation must precisely identify the violated provision and the facts relied upon, while procedural errors like failure to notify an expert appointment order do not constitute grounds for annulment unless they cause irreparable harm.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2037 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2037/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου- Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3. ..., 4. ... και 5. .... Ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φίστα και οι 4η και 5η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2004 αγωγή των ήδη 3ου, 4ης και 5ης αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3029/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις εκθέσεις επίδοσης...,..., και ... του δικαστικού επιμελητή ... στο πρωτοδικείο Έδεσσας, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι τρεις τελευταίοι των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 18-6-2008 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης με κλήση προς την αναιρεσείουσα και προς τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα και τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες αντίστοιχα. Όμως η αναιρεσείουσα και οι αναιρεσίβλητες αυτές δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου κώδικα).
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.
Ολ. ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ. 1742/2006). Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων - δύο τελευταίων εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε την ένδικη αγωγή των τρίτου, τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και αυτής (αναιρεσείουσας) και διέταξε την αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου και των κτισμάτων που υπάρχουν σ' αυτό κατά τον στην απόφαση αναφερόμενο τρόπο, ήτοι με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και ειδικότερα με το να μην λάβει καθόλου υπόψη του την αξία των οικοδομημάτων που υπάρχουν στις μερίδες που επιδικάστηκαν στους διαδίκους, ανεξάρτητα με ποίου τη δαπάνη αυτά ανεγέρθηκαν, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 479, 480 παρ. 1 και 480 Α παρ. 1 Κ.Πολ.Δ και 947, 948 και 953 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός όμως, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, επειδή, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (σχετ. ΑΠ 241/1995 Δνη 1996, 638) που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθεται η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εκτίθενται με πληρότητα οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Έτσι όμως δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό. Ανεξάρτητα από αυτό με το λόγο αυτό και υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος είναι και απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1987/2007).
Τέλος για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1743/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης της, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί ανεπαρκώς και κατά τρόπο αντιφατικό την κρίση της ότι είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επίδικου επικοίνου ακινήτου με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν.δ 1024/1971, στα αναφερόμενα σ' αυτή διακεκριμένα μέρη του ακινήτου.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί γιατί η κατά τον ως άνω τρόπο διανομή δεν αντιβαίνει στο συμφέρον όλων των συγκυρίων, δεν εξειδικεύει κατ' έκταση, θέση και όρια τους κοινόχρηστους χώρους και τα λοιπά στοιχεία των ως άνω χωριστών ιδιοκτησιών και δεν υπολόγισε την αξία των οικοδομημάτων που υπάρχουν στις επιδικασθείσες στους διαδίκους μερίδες.
Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος, και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτή δέχθηκε, αλλά ούτε και τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της απόφασης και είναι αναγκαία για την επάρκειά του.
Ανεξάρτητα απ' αυτό πάντως, τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 Κ.Πολ.Δ, αντίγραφο της απόφασης που διατάζει το διορισμό και εκείνης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιούνται μόλις δημοσιευθούν στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστού που την έχει εκδώσει.
Η παράλειψη της κοινοποιήσεως της ανωτέρω απόφασης δεν είναι με ποινή ακυρότητας της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται μόνον με συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθ. 159 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
Εξ άλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προκλήθηκε από την παράβαση της ως άνω διατάξεως στο διάδικο που την πρότεινε βλάβη, δεν ελέγχεται αναιρετικά ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 207/2001). Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, με επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της συνταγείσας υπ' αριθ.
κατ. ... έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου - τοπογράφου ... σε εκτέλεση της διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης, επειδή δεν κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα η 93/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία διορίστηκε η ανωτέρω πραγματογνώμων και κατ' ακολουθίαν επήλθε σ' αυτήν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, συνισταμένης της βλάβης στην αποστέρηση της βοήθειας της οποίας αυτή θα ετύγχανε εκ μέρους του τεχνικού συμβούλου τον οποίο αυτή θα διόριζε.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η παράλειψη κοινοποίησης της απόφασης που διέταξε το διορισμό της ανωτέρω πραγματογνώμονος δεν είναι με ποινή ακυρότητας της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν προκλήθηκε ή όχι στην αναιρεσείουσα βλάβη δεν ελέγχεται αναιρετικά.
V.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2008, αίτηση της ..., για αναίρεση της 3029/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ