2037/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη.
Legislator headnote
AI generated2037/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τρίτου, ο παθών δικαιούται ως αποζημίωση, εκτός άλλων, τα νοσήλια, στα οποία περιλαμβάνεται και η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2037 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2037/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη.
Του αναιρεσίβλητου: 1. ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύσει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 301/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 289/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγου αναίρεσης και την παραδοχή του τρίτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ..... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο ...... Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τρίτου, ο παθών δικαιούται ως αποζημίωση, εκτός άλλων, τα νοσήλια, στα οποία περιλαμβάνεται και η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ που ορίζει ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου ή εξ άλλου λόγου να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις των γονέων του ή άλλου στενού συγγενούς του για την αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο ως αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον που για το σκοπό αυτό θα προσελάμβανε, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους άνω οικείους του (ΑΠ 833/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την κατάσταση του ενάγοντος παθόντος μετά το ατύχημα και την ανάγκη απασχόλησης προσώπου για τη φροντίδα του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη από το ατύχημα ατελή τετραπληγία επί εδάφους κατάγματος Α6.7. Διακομίσθηκε στο ΓΠΠΝ Ιωαννίνων και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υπέστη πολλές επιπλοκές, φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή, σηψαιμία και κατακλίσεις, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με δύο χειρουργικές επεμβάσεις.
Η νοσηλεία του στην ορθοπεδική κλινική του παραπάνω νοσοκομείου διήρκεσε μέχρι τις 23-3-2004, οπότε διακομίστηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκαταστάσεως Αναπήρων στην Αθήνα όπου και παρέμεινε μέχρι το Μάϊο του 2006. Ο ενάγων σήμερα δεν είναι σε θέση να βαδίζει αυτόνομα, χρησιμοποιεί γι' αυτό τροχήλατο αμαξίδιο και εμφανίζει ορθοκυστικές διαταραχές, ενώ ήδη από την Α'/βάθμια Υγειονομική Επιτροπή Νομαρχίας Δυτικής Αττικής καθορίστηκε το ποσοστό αναπηρίας του σε 100% λόγω πλήρους παραλυσίας των κάτω άκρων.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από τον τραυματισμό του και μέχρι τις 23-3-2004 που παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ανωτέρω νοσοκομείο δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, καθόσον παρέμεινε κλινήρης και είχε ανάγκη πέραν του νοσηλευτικού προσωπικού, το οποίο κάλυπτε αυτές για ένα οκτάωρο, τις περιποιήσεις και άλλου προσώπου για το υπόλοιπο της ημέρας.
Τις φροντίδες αυτές ανέλαβαν οι γονείς του με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους, οι υπηρεσίες των οποίων αποτιμώνται σε 100 ευρώ ημερησίως και συνολικά σε 23.500 ευρώ (235 ημέρες χ 100 ευρώ) για το ως άνω χρονικό διάστημα. Για το πέραν του ανωτέρω χρονικό διάστημα, οπότε ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων, το συγκεκριμένο κονδύλιο είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεδομένου ότι στο ίδρυμα αυτό παρέχονται απόλυτα εξειδικευμένες υπηρεσίες που καθιστούν μη αναγκαία την παροχή υπηρεσιών από τρίτο πρόσωπο.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα για τη συγκεκριμένη αιτία μεγαλύτερο ποσό (51.850 ευρώ) έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγομένων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και στη συνέχεια κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα περιέχει ασαφείς αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και ότι είχε ανάγκη τις περιποιήσεις τρίτου προσώπου, τις οποίες πράγματι παρείχαν οι γονείς του, και επιδικάζει σχετική αποζημίωση στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του μέχρι τις 23-3-2004, στη συνέχεια κρίνει ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για το περαιτέρω χρονικό διάστημα και μέχρι την 2-6-2004, επειδή, όπως δέχεται στο ίδρυμα αυτό παρέχονταν απόλυτα εξειδικευμένες υπηρεσίες που καθιστούσαν μη αναγκαία την παροχή υπηρεσιών από τρίτο πρόσωπο, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει ποιες ήσαν οι εξειδικευμένες υπηρεσίες, αν οι υπηρεσίες αυτές προσφέρονταν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο ή ένα οκτάωρο και αν επεκτείνονταν εκτός από τις ιατρικές και θεραπευτικές και σε άλλες υπηρεσίες προσωπικής εξυπηρέτησης.
Σύμφωνα επομένως, με τα ανωτέρω το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και έτσι ιδρύεται ο λόγος από το εδ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, εντεύθεν, της έρευνας των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, αφορούν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης..
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στο καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Εξάλλου, από το άρθρο 25 παράγραφος 1 του ισχύοντος συντάγματος ορίζεται ότι "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Η αρχή της αναλογικότητας όμως οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο και έτσι η τήρησή της εναπόκειται πρωτίστως στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή του νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος, στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
Η αρχή της αναλογικότητας δηλαδή δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Η συνταγματική επιταγή του άρθρου 25 προς όλα τα κρατικά όργανα να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους απευθύνεται και στη διοίκηση και στα δικαστήρια, τα όργανα όμως αυτά θα λειτουργήσουν μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς τους, ερμηνεύοντας το νόμο κατάλληλα με την προσφυγή σε αναλογική, διασταλτική ή συσταλτική ερμηνεία, σε εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και σε πλήρωση τυχόν νομοθετικού κενού, κατά τις παραδεδεγμένες ερμηνευτικές αρχές. 'Ετσι, όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη στο πλαίσιο της ΑΚ 932, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη.
Επομένως, δικαστική απόφαση που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποίησης δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και στα πλαίσια που αυτά παρέχουν. Αλλά, όπως στην αρχή της παρούσας σκέψης εκτέθηκε το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 129.985,33 ευρώ που επιδίκασε σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του στο ατύχημα είναι υπερμέτρως ασύνηθες και ασήμαντο, σε σχέση με τα επιδικαζόμενα για παρόμοιες περιπτώσεις ποσά.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί το καθορισθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσό δεν υπόκειται σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίπτει την αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για την απασχόληση αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο αναφερόμενο 'Ιδρυμα καθώς και τις προς τη συναφή διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη 289/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ