Legislator Case Law & Legislation
2037/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on breach of contract delay, ruling force majeure applies due to bank closure and wife's illness.

Case Number 2037/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a breach of lease contract. The lower court found the defendants not in default because the late payment was caused by the sudden illness of the wife and the bank's unexpected closure, which constituted force majeure. The Supreme Court agreed that these events were independent of the defendants' will and correctly applied the relevant civil code provisions to absolve them of liability for the delay.

Legislator headnote

AI generated

Articles 597, 340, 342 of the Civil Code; force majeure exempts a party from liability for delay if the impediment is independent of their will and prevents performance.

Keywords

AI generated
force majeure breach of contract delay in payment bank closure civil liability default judgment statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 597 of the Civil Code
Article 340 of the Civil Code
Article 342 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2037 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2037/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. .... , 2. ....και 3. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θαλή Μέλφο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ..... για τον εαυτό του ατομικά και ως ομόρρυθμου μέλους, διαχειριστή και εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, 3. .... για τον εαυτό του ατομικά και ως ομόρρυθμου μέλους, διαχειριστή και εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσίφα, 4. Χ1 και 5. Χ2 , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 24105/2002 και 24106/2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 14140/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία ανεκόπη με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 21586/2003 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 27963/2003 οριστική απόφαση. Στη συνέχεια μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκε η 745/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Απριλίου 2005 αίτησή τους και τους από 8 Ιουνίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 4ης και 5ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 2810Δ/23-11-2005, 2811Δ/23-11-2005 και 5538Δ/20-6-2006, 5539Δ/20-6-2006 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 15-4-2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, όπως επίσης ακριβές αντίγραφο των από 8-6-2006 προσθέτων λόγων, με επιμέλεια του πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων Θαλή Πέλφου, εδκόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους Χ1 και Χ2. Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των απολειπομένων αναιρεσίβλητων (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι δε είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με την απόφαση αυτή. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 556 του ιδίου Κώδικα συνάγεται, ότι δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο διάδικος ο οποίος έχει έννομο συμφέρον κατά του νικήσαντος αντιδίκου του. Επομένως, εφόσον η ασκηθείσα, στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρόσθετη παρέμβαση των ως άνω Χ1 και Χ2 , υπέρ των αναιρεσιβλήτων, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, όπως αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω παρεμβάντες δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη εκείνη και επομένως ότι ορθά απευθύνεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και κατά των ιδίων ως άνω προσώπων, η οποία από το λόγο αυτό και της έλλειψης εννόμου συμφέροντος πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 597 ΑΚ, 661 ΚΠολΔ και 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως του μισθώματος παρέχονται στον εκμισθωτή δύο δικαιώματα και ειδικότερα: α) να καταγγείλει για το λόγο αυτό τη σύμβαση, οπότε λύεται η σύμβαση, εκτός εάν εντός μηνός καταβληθούν τα καθυστερούμενα μισθώματα, μετά των τυχόν εξόδων της καταγγελίας, οπότε η καταγγελία καθίσταται ανενεργός και β) να ζητήσει με αγωγή απευθείας την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος, χωρίς να έχει καταγγείλει προηγουμένως τη μίσθωση, η οποία στην περίπτωση αυτή εξακολουθεί υφιστάμενη και λήγει με την εκτέλεση της αποφάσεως που διέταξε την απόδοση του μισθίου λόγω καθυστερήσεως πληρωμής του μισθώματος.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η δίκη καταργείται αν ο μισθωτής, μέχρι τέλους της έπ' ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καταβάλει όλα τα καθυστερούμενα μισθώματα, μετά των παραχρήμα από τον δικάζοντα οριζομένων εξόδων καταγγελίας, εξαιρουμένης της περιπτώσεως κατά την οποία η εκ δυστροπίας καθυστέρηση υπήρξε επανειλημμένη, οπότε δεν επέρχεται κατάργηση της δίκης.

Τέτοια όμως εξαίρεση δεν προβλέπεται επί καταγγελίας της μισθώσεως βάσει του άρθρου 597 ΑΚ και συνεπώς, εάν ο μισθωτής εντός της ως άνω προθεσμίας ασκήσει το δικαίωμα καταβολής, επέρχεται ματαίωση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, έστω και εάν επανειλημμένως καθυστερήσει την πληρωμή του μισθώματος (ΑΠ1708/1991).

Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 597 ΑΚ και 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ προκύπτει ότι κοινή βάση των θεμελιουμένων σ' αυτές αγωγών είναι η υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος, δηλαδή η υπαίτια καθυστέρησή του, η δε μεταξύ τους διαφορά συνίσταται κυρίως στο ότι η μεν πρώτη δηλαδή εκείνη του άρθρου 597 ΑΚ προϋποθέτει καταγγελία της μίσθωσης, ενώ η δεύτερη δεν απαιτεί καταγγελία, ούτε η άσκηση της αγωγής ισχύει ως καταγγελία.

Στην περίπτωση επικουρικής σώρευσης αγωγής του άρθρου 597 ΑΚ και του άρθρου 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ με κύρια βάση εκείνη του άρθρου 597 ΑΚ, τότε η επικουρική βάση θα εξετασθεί μόνο αν απορριφθεί η κύρια βάση. Στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της κύριας βάσης του άρθρου 597 ΑΚ λόγω καταβολής των μισθωμάτων μέσα στο μήνα από την καταγγελία της μίσθωσης (άρθρ.597 παράγρ. 2 ΑΚ), η εξέταση της επικουρικής του άρθρου 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ έχει αξία μόνο αν οφείλονται άλλα μισθώματα μετά την καταγγελία και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το εφετείο μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεση κρατήσει την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή, αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, που είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, επειδή δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (ΑΠ 1513/2001).

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρoυ 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων δηλαδή αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, η επίδραση που θα είχε στην δίκη αν λαμβανόταν υπόψη και γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 1121/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και τον πρώτο των πρόσθετων λόγων αυτής, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση 745/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το εφετείο μετά την παραδοχή λόγου έφεσης των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της 27963/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το μέρος της με το οποίο οι τελευταίοι ζητούσαν την απόδοση σ' αυτούς των μισθίων καταστημάτων από τους εναγόμενους, μισθωτές αυτών, μετά καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων (άρθρ. 597 ΑΚ), απέρριψε τις αγωγές, χωρίς να χωρήσει στην έρευνα των επικουρικών βάσεων των αγωγών αυτών, που σύμφωνα με αυτές και κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων με τους όρους 19 και 20 αντίστοιχα των από 18-7-1997 (δύο) συμφωνητικών μισθώσεων "η παράβαση οιουδήποτε όρου αυτού (συμφωνητικού) ως και η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος και του χαρτοσήμου παρέχει στους μισθωτές το δικαίωμα να καταγγείλουν τη μίσθωση και να ζητήσουν την έξωση της μισθώτριας κατά τη διαδικασία των άρθρων 647-662 καl662 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, καθόσον, με δεδομένο το παραδεκτό μιας τέτοιας συμφωνίας (άρθρ. 361 ΑΚ), δεν εκτίθεται σ' αυτούς ποια επίδραση θα είχαν στην προκειμένη δίκη αποδόσεως των μισθίων αν λαμβανόταν υπόψη και γινόταν δεκτές οι επικαλούμενες επικουρικές βάσεις των αγωγών αυτών με το παραπάνω περιεχόμενο, δεδομένου, ότι η εξετασθείσα βάση των αγωγών, δηλαδή εκείνη της απόδοσης των μισθίων λόγω καταγγελίας της μισθώσεως από την καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος, έχει το αυτό, με τους παραπάνω συμβατικούς όρους, περιεχόμενο.

IV. Ο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες επί περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά όμως με την εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, κατ΄ εκτίμηση, προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς αιτιολογίες επί περιστατικών που ασκούν επιρροή σχετικά με την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων (και ειδικότερα περί του παραδεκτού της προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ΄ έφεση δίκη), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως διατάξεων δικονομικού δικαίου, πλήσσουν την ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή ως απαράδεκτος, πρέπει να απορριφθούν και οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8, 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλήσσεται η ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων περί του αν η γενόμενη καταβολή των μισθωμάτων ήταν η προσήκουσα εξαιτίας της μη καταβολής των τόκων υπερημερίας επί του ποσού των οφειλομένων μισθωμάτων, όπως και του ποσού των εξόδων καταγγελίας των συμβάσεων μισθώσεως, αν το ποσό των 500 ευρώ που κατέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι υπερκάλυπταν τα οφειλόμενα για τις άνω αιτίες ποσά, καθώς, επίσης και αν ο αναφερόμενος πατέρας και σύζυγος των αναιρεσειόντων ενεργούσε ως εκπρόσωπος αυτών όταν συνήνεσε στην εκπρόθεσμη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων.

V. Επί παραβάσεως όρου της συμβάσεως μισθώσεως περί την πληρωμή του μισθώματος για να δικαιούται ο εκμισθωτής να καταγγείλει, κατά το άρθρο 597 ΑΚ, τη μίσθωση, απαιτείται υπαίτια καθυστέρηση, δηλαδή υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος (άρθρ. 340 ΑΚ), η οποία, όταν το μίσθωμα είναι καταβλητέο σε ορισμένη ημέρα, επέρχεται με μόνη την παρέλευση της δήλης αυτής ημέρας, κατά το άρθρο 341 ΑΚ.

Η υπερημερία αίρεται, αν ο μισθωτής προβάλλει και αποδείξει ότι η καθυστέρηση πληρωμής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπάρχει ευθύνη (άρθρ. 342 ΑΚ). Από την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι ο οφειλέτης ευθύνεται και καθίσταται υπερήμερος για τη μη εκπλήρωση της παροχής εξαιτίας γεγονότος για το οποίο υπέχει ευθύνη από του χρόνου κατά τον οποίο ήταν υπόχρεος να εκπληρώσει την παροχή και για το μέλλον, εάν η μη εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός που προέρχεται από τη βούληση αυτού, εάν δε το γεγονός που κωλύει την εκπλήρωση της παροχής είναι ανεξάρτητο της βουλήσεώς του, δεν καθιστά αυτόν υπερήμερο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι συνιστά λόγο ανώτερης βίας, που αίρει την υπερημερία των αναιρεσίβλητων - εναγομένων και συνεπώς καθιστά τη γενόμενη από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες καταγγελία των συμβάσεων μισθώσεως χωρίς αποτέλεσμα, την επισυμβάσα κατά την 8-8-2002, προτεραία ημέρα της λήξεως της προθεσμίας του μηνός, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, κατ΄ άρθρο 597 εδ.

α΄ ΑΚ, αιφνίδια επιδείνωση της υγείας της αναφερόμενης συζύγου του δευτέρου των εναγομένων, που είχε μεταβεί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στη Βούλα Αττικής, προς κατάθεση του οφειλόμενου στους ενάγοντες - εκμισθωτές μέρους των οφειλομένων μισθωμάτων, για τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο και Ιούλιο 2002, συνολικού ποσού 12.444 ευρώ, των μισθίων καταστημάτων και το γεγονός ότι την 9-8-2003, ημέρα Παρασκευή, η Τράπεζα, λόγω φόρτου εργασίας, διέκοψε τις συναλλαγές της με το κοινό την 1.30 μεσημβρινή ώρα, παρά το ότι επί μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την ώρα αυτή ανέμεναν πελάτες της για την πραγματοποίηση σχετικών συναλλαγών, όπως και ο αναφερόμενος μάρτυρας των εναγομένων, ο οποίος περίμενε να καταθέσει το παραπάνω ποσό για λογαριασμό των εναγομένων, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η κατάθεσή του κατά την ημέρα αυτή, αφού την ίδια ώρα διέκοπταν τις συναλλαγές με το κοινό και τα καταστήματα άλλων Τραπεζών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και ανεξάρτητα από την εσφαλμένη εξειδίκευση της έννοιας της ανωτέρας βίας, το Εφετείο, ορθώς εκτιμωμένων από νοηματική άποψη των παραδοχών αυτών, δέχθηκε ότι η εκπρόθεσμη καταβολή του οφειλόμενου μέρους των αναφερθέντων μισθωμάτων δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, αλλά σε γεγονότα ανεξάρτητα από τη βούληση αυτών και συνακόλουθα ότι δεν υπάρχει υπερημερία αυτών περί την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων.

΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 597, 340 και 342 ΑΚ και οι τ΄ αντίθετα υποστηρίζοντες πέμπτος λόγος αναιρέσεως και δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων αυτής, με τους οποίους προσάπτονται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 15-4-2005 αίτηση και τους από 8-6-2006 πρόσθετους λόγους των .... και .... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 745/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ