Supreme Court dismisses appeal against small claims judgment due to inadmissible and irrelevant grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by two individuals against a final small claims judgment issued in their favor. The appellants raised procedural defects and substantive arguments regarding unjust enrichment, but the court found these grounds inadmissible or irrelevant to the specific rules governing small claims proceedings. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondent bank.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; Appeals in small claims cases are inadmissible if they challenge the court's reasoning on whether facts constitute unjust enrichment, as the court must decide based on the existence of a legal right to retain payments, not the justification for non-payment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2036 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2036/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Φ. του Π. και 2) Π. Φ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιουλία Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκκαθαρίστριας της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 31-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2021 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκε η 58/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 16-1-2023 ( αριθμ. εκθ. καταθ. 1/19-1-2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών και ανέκκλητη, κατά το άρθρο 512 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 58/13-12-2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 4-3-2021 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 , 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). 2. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 4-3-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 38/2021) αγωγή, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών εξέθεταν, ότι επί αιτήσεων, που άσκησαν απευθυνόμενοι κατά των εναγόμενων και εδώ αναιρεσίβλητων, με αίτημα τη ρύθμιση των χρεών τους με την υπαγωγή τους στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθμ 13/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις, ρυθμίσθηκαν τα χρέη τους και εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους.
Ότι κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 26-9-2016 και με αριθμό κατάθεσης 666/2016 έφεσή τους, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 1-2-2017 και εξεδόθη επ'αυτής η υπ'αριθμ. 136/2018 απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13-4-2018. Ότι με την ανωτέρω απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και όρισε μηδενικές δόσεις στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 για διάστημα 40 μηνών για τον 1°ενάγοντα και 45 μηνών για τον 2° εξ αυτών, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την δημοσίευσή της, ήτοι από 1-5-2018.
Ότι με την ίδια απόφαση εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους με την υποχρέωση να καταβάλει ο 1ος εξ αυτών το ποσό των 62.365,66 ευρώ και ο 2°ς εξ αυτών το ποσό των 10.619,20 ευρώ. Ότι, όμως, σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, που ήταν άμεσα εκτελεστή, πραγματοποίησαν καταβολές συνολικού ύψους 1560 ευρώ, ο καθένας, και συγκεκριμένα α) από 8-3-2016 έως 30-12-2016, πραγματοποίησαν καταβολές, οι οποίες τέθηκαν υπόψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, συνολικού ποσού 660 ευρώ ο καθένας, 2) από 6-4-2017 έως 3-4-2018 πραγματοποίησαν καταβολές συνολικού ποσού 900 ευρώ, ο καθένας, οι οποίες δεν μπορούσαν να τεθούν υπόψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, διότι πραγματοποιήθηκαν μετά τη συζήτηση της έφεσης.
Ότι οι ως άνω καταβολές, που έγιναν προς τις εναγόμενες, έχουν αποστερηθεί πλέον κάθε νόμιμης αιτίας και συνιστούν αδικαιολόγητο πλουτισμό των τελευταίων, κατά το ποσό που εισέπραξε η κάθε μία σε βάρος της δικής τους περιουσίας, τον οποίο (πλουτισμό) διατηρούν και έχουν αξιοποιήσει. Ότι οι τελευταίες αρνούνται να τους επιστρέψουν τα ως άνω άνευ νομίμου αιτίας καταβληθέντα ποσά ή να τα συμψηφίσουν με τις καταβολές που οφείλουν στα πλαίσια διάσωσης των κατοικιών τους.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον καθένα το ποσό των 1560 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κάθε μερικότερης καταβολής, άλλως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών αρθρ.466-472 ΚΠολΔ), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.58/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 3.
α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων.
Περαιτέρω, ο εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α). Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή άλλης αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 20/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά (ΑΠ 691/2024,ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και:
α) έστω και συνοπτικά (ΟλΑΠ 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1398/2023, ΑΠ 295/2022, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022).
4. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 58/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "....ο 1ος ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων την από 29-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 338/2013 αίτησή του περί υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010.
Ο 2ος ενάγων κατέθεσε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την από 10-3-2014 ομοία αίτησή του περί υπαγωγής στον ανωτέρω νόμο. Με τις ανωτέρω αιτήσεις τους ζητούσαν να ρυθμισθούν οι οφειλές τους προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος υπό ειδική εκκαθάριση από συμβάσεις στεγαστικών δανείων συνολικού ποσού 134.858,22 ευρώ το οποίο ώφειλαν ο 1ος εξ αυτών ως πρωτοφειλέτης και ο 2ος ως εγγυητής.
Οι ανωτέρω αιτήσεις συνεξεδικάσθησαν και εξεδόθη επ'αυτών η υπ'αριθμ. 13/2016 οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9-2-2016. Η ανωτέρω απόφαση έκανε δεκτές τις αιτήσεις και υποχρέωσε : α) τον 1° ενάγοντα σε καταβολή ποσού 60 ευρώ το μήνα επί διάστημα 40 μηνών στα πλαίσια του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την δημοσίευσή της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του με την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 80.466,58 ευρώ για την διάσωσή της και διέταξε την εκποίηση αγροτεμαχίου του και β) τον 2° ενάγοντα σε καταβολή ποσού 60 ευρώ το μήνα επί διάστημα 45 μηνών στα πλαίσια του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την δημοσίευσή της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του με την υποχρέωση να καταβάλει για την διάσωσή της το ποσό των 10.619,20 ευρώ.
Σημειωτέον, δε, ότι οι καταβολές στα πλαίσια του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 ορίσθηκαν επί διάστημα 40 και 45 μηνών (κι όχι 60 μηνών που όριζε ο νόμος), αντίστοιχα διότι οι ενάγοντες είχαν τηρήσει τις αποφάσεις προσωρινής διαταγής δυνάμει των οποίων υποχρεώθηκαν σε καταβολές 60 ευρώ το μήνα έκαστος και είχαν καταβάλει επί διάστημα 20 μηνών ο 1ος το ποσό των 1.200 ευρώ και επί διάστημα 15 μηνών ο 20ς το ποσό των 900 ευρώ (βλ.
τις υπ'αριθμ. 338/2013 και 125/2014 αποφάσεις προσωρινής διαταγής). Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 26-9-2016 και με αριθμό κατάθεσης 666/2016 έφεσή τους, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 1-2-2017 και εξεδόθη επ'αυτής η υπ'αριθμ. 136/2018 απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13-4-2018.
Με την ανωτέρω απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και όρισε μηδενικές δόσεις στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010 επί διάστημα 40 μηνών για τον 1° ενάγοντα και 45 μηνών για τον 2° εξ αυτών, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα από την δημοσίευσή της. Εξαίρεσε δε από την εκποίηση τις κύριες κατοικίες των εναγόντων με την υποχρέωση να καταβάλει ο 1ος εξ αυτών το ποσό των 62.365,66 ευρώ και ο 2°ς εξ αυτών το ποσό των 10.619,20 ευρώ.
Εις εκτέλεσιν όμως της πρωτοδίκου αποφάσεως καθώς ήταν άμεσα εκτελεστή, οι ενάγοντες είχαν καταβάλει από Μάρτιο 2016 έως και Δεκέμβριο 2016 το ποσό των 660 ευρώ έκαστος, καταβολές που ετέθησαν εν γνώσει του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αφαιρέθηκαν από το χρονικό διάστημα των καταβολών, λόγος για τον οποίο και το δικαστήριο αυτό όρισε δόσεις επί 40 και 45 μηνών, αντίστοιχα.
Ομοίως, αφαιρέθηκαν και από το σύνολο της οφειλής των εναγόντων καθώς αποτελούν μέρος του ποσού που θα διαγράφονταν μετά την ολοκλήρωση της ρύθμισης, έστω κι αν γι'αυτό δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση.
Πέραν αυτού, οι ενάγοντες κατέβαλαν κατά το διάστημα από 1-4-2017 έως και 3-4-2018 το ποσό των 900 ευρώ έκαστος, καταβολές που δεν μπορούσαν να τεθούν υπόψιν του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθώς εγένοντο μετά την συζήτηση της εφέσεως. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, θα πρέπει να τους επιστραφούν τα ως άνω ποσά που κατέβαλαν αχρεωστήτως στα πλαίσια εκτέλεσης τόσο των αποφάσεων προσωρινών διαταγών όσο και της πρωτοδίκου αποφάσεως, ήτοι να επιστραφεί το ποσό των 1.560 ευρώ εις έκαστον εξ αυτών καθώς κατά τα ανωτέρω ποσά οι πιστώτριές τους κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιώτερες σε βάρος της περιουσίας των ιδίων και ο πλουτισμός σώζεται στην περιουσία των εναγομένων.
Επικουρικά δε, ζητούν να συμψηφιστούν με ποσά που οφείλουν στην 2η εναγόμενη στα πλαίσια διάσωσης των οικιών τους. Το ανωτέρω αίτημά τους θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Και τούτο διότι ως προς ό,τι αφορά στις καταβολές που έγιναν στα πλαίσια των αποφάσεων προσωρινών διαταγών, τα ποσά αυτά έχουν αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό της οφειλής τους τόσο με την πρωτόδικη όσο και με την τελεσίδικη απόφαση.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 2 και 9 παρ. 4 ν. 3869/2010, ως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης των ανωτέρω αποφάσεων, οι προσωρινές μηνιαίες καταβολές συνυπολογίζονται τόσο ως προς τον χρόνο όσο και ως προς το ποσό τους σ'αυτές της οριστικής ρύθμισης.
Στην προκειμένη περίπτωση οι καταβολές στα πλαίσια των αποφάσεων προσωρινών διαταγών ποσού 60 ευρώ παρ' εκάστου των εναγόντων αφαιρέθηκαν από το χρονικό διάστημα διάρκειας της οριστικής ρύθμισης του άρθρου 8 του ν. 3869/2010. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι από το διάστημα των 5 ετών που όριζε ο νόμος ως χρόνο διάρκειας των δόσεων του ανωτέρω άρθρου, το δικαστήριο τους υποχρέωσε σε καταβολή δόσεων επί διάστημα 40 μηνών για τον 1° ενάγοντα, διότι είχε καταβάλει ήδη για διάστημα 20 μηνών και 45 μηνών, για τον 2° εξ αυτών, γιατί είχε καταβάλει ήδη επί διάστημα 15 μηνών.
Κάνοντας δε το δικαστήριο την ανωτέρω αφαίρεση των μηνών ως προς το χρονικό διάστημα, έκανε ταυτόχρονα και την αφαίρεση και ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά τον ανωτέρω τρόπο. Ως προς ό,τι δε αφορά στις καταβολές που έγιναν εις εκτέλεση της οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, αυτές δεν είναι επιστρεπτέες, διότι, η απόφαση αυτή, έως την ακύρωσή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς εκτελέστηκε.
Το γεγονός ότι ακυρώθηκε στη συνέχεια δεν καθιστά την πιστώτρια αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά τα ποσά που είχε ήδη εισπράξει, αφενός μεν διότι οι μηδενικές καταβολές που όρισε η εφετειακή απόφαση έχουν, κατά ρητή διάταξή της, εναρκτήριο χρόνο τον επόμενο μήνα από αυτόν της δημοσίευσης της αποφάσεως αυτής κι ως εκ τούτου οι έως τότε γενόμενες καταβολές δεν έγιναν αχρεωστήτως αφετέρου δε διότι οι ενάγοντες οφείλουν ποσά μεγαλύτερα αυτών που θα πληρώσουν με την ρύθμιση, συνυπολογιζομένων και των καταβολών των επιδίκων ποσών, κι ως εκ τούτου οι πιστώτριες δεν έχουν καταστεί πλουσιότερες.
Πέραν αυτού, επειδή μόλις τον τρέχοντα μήνα ξεκίνησαν για τον 1° ενάγοντα οι καταβολές στα πλαίσια του άρθρου 9 του ν.3869/2010 και θα διαρκέσουν επί διάστημα 20 ετών, ενώ για 2° ενάγοντα αρχίζουν τον Μάρτιο του 2022 και θα διαρκέσουν 10 έτη, οι ενάγοντες εξακολουθούν να οφείλουν στις πιστώτριές τους τα ποσά που ορίσθηκαν για την διάσωση των κατοικιών τους, ήτοι το ποσό των 62.365,66€ ο 1ος εξ αυτών και το ποσό των 10.619,20€ ο 2ος εξ αυτών, ποσά που θα καταβληθούν με μηνιαίες καταβολές ύψους 259,85€ και 88,49€, αντίστοιχα και μάλιστα τοκοφόρες, όπως ορίζεται στην τελεσίδικη απόφαση. Οι ενάγοντες δύνανται να ζητήσουν την μεταρρύθμιση της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ώστε τα ποσά που είχαν καταβληθεί έως την δημοσίευσή της να αφαιρεθούν από το σύνολο της οφειλής τους, ήτοι να συνυπολογιστούν στο ποσό για το οποίο θα επέλθει διαγραφή και όχι από τα ποσά που καλούνται να καταβάλλουν προς διάσωση της κατοικίας τους...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν την προαναφερόμενη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.
5.α. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες είχαν προτείνει μόνο την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης η πρώτη και της αοριστίας και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής η δεύτερη, εν τούτοις το Δικαστήριο με την παραδοχή ότι οι καταβολές που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2016 έως και Δεκέμβριο 2016 σε εκτέλεση της πρωτόδικης υπ'άριθμ. 13/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων "αφαιρέθηκαν από το σύνολο της οφειλής των εναγόντων καθώς αποτελούν μέρος του ποσού που θα διαγράφονταν μετά την ολοκλήρωση της ρύθμισης, έστω κι αν γι' αυτό δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση", αποτελεί αυθαίρετο ισχυρισμό της προσβαλλόμενης η οποία παρερμηνεύει, μεταβάλλει και αλλοιώνει το σκεπτικό της υπ'αριθμ. 136/ 2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι αφαιρέθηκαν από τη ρύθμιση μόνο οι προσωρινές καταβολές που πραγματοποιήθηκαν σε συμμόρφωση με τις εκδοθείσες προσωρινές διαταγές και όχι οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν μετά τη δημοσίευση της υπ'αριθμ. 13/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και σε εκτέλεση αυτής.
Οι ως άνω αιτιάσεις περί λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι τα ως άνω επικαλούμενα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 5 εδ.α ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η επικαλούμενη παραδοχή δεν συνέχεται με αποδοχή μη υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, αλλά συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων .
Ο ίδιος, όμως, λόγος περί της παρερμηνείας, μεταβολής και αλλοίωσης του περιεχομένου της υπ'αριθμ.136/ 2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ορθά εκτιμούμενος, ιδρύει την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, σύμφωνα με την οποία παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Πλην όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση Ειρηνοδικείου. β. Στη συνέχεια, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα: 1) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης παραθέτοντας την αποσπασματική παραδοχή της απόφασης σύμφωνα με την οποία: "Πέραν αυτού, οι ενάγοντες κατέβαλαν κατά το διάστημα από 1-04-2017 έως και 3-04-2018 το ποσό των 900 ευρώ έκαστος, καταβολές που δεν μπορούσαν να τεθούν υπόψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθώς εγένοντο μετά την συζήτηση της εφέσεως" ισχυρίζονται, ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας σχετικά με τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν από τη συζήτηση του ενδίκου μέσου μέχρι και τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ήτοι από 1-4-2017 μέχρι 3-4-2018, διότι, όπως κατά λέξη αναφέρουν, δεν αιτιολογείται : "για ποιο λόγο και αυτές τις καταβολές, που δεν ήταν σε γνώση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έχει δικαίωμα να τις παρακρατεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη", 2) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης παραθέτοντας την αποσπασματική παραδοχή της απόφασης σύμφωνα με την οποία: "Ως προς δε ότι αφορά στις καταβολές που έγιναν εις εκτέλεση της οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, αυτές δεν είναι επιστρεπτέες, διότι η απόφαση αυτή έως την ακύρωσή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς εκτελέστηκε.
Το γεγονός ότι ακυρώθηκε στη συνέχεια δεν καθιστά την πιστώτρια αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά τα ποσά που είχε ήδη εισπράξει αφενός μεν διότι οι μηδενικές καταβολές που όρισε η εφετειακή απόφαση έχουν, κατά ρητή διάταξη της, εναρκτήριο χρόνο τον επόμενο μήνα από αυτόν της δημοσίευσης της αποφάσεως αυτής και ως εκ τούτου οι έως τότε γενόμενες καταβολές δεν έγιναν αχρεωστήτως, αφετέρου δε διότι οι ενάγοντες οφείλουν ποσά μεγαλύτερα αυτών που θα πληρώσουν με την ρύθμιση, συνυπολογιζομένων και των καταβολών των επιδίκων ποσών και ως εκ τούτου οι πιστώτριες δεν έχουν καταστεί πλουσιότερες.
Πέραν αυτού μόλις τον τρέχοντα μήνα ξεκίνησαν για τον 1° ενάγοντα οι καταβολές στα πλαίσια το άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 και θα διαρκέσουν επί διάστημα 20 ετών , ενώ για τον δεύτερο ενάγοντα αρχίζουν από τον Μάρτιο του 2022 και θα διαρκέσουν 10 έτη, οι ενάγοντες εξακολουθούν να οφείλουν στις πιστώτριες τους τα ποσά που ορίσθηκαν για την διάσωση των κατοικιών τους, ήτοι το ποσό των 62.365,66 ευρώ ο 10ς εξ αυτών και 10.619,20 ευρώ ο 2ος εξ αυτών, ποσά που θα καταβληθούν με μηνιαίες καταβολές ύψους 259,85 ευρώ και 88,49 ευρώ αντίστοιχα και μάλιστα τοκοφόρες, όπως ορίζεται στην τελεσίδικη απόφαση" ισχυρίζονται, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης σχετικά με όλες τις καταβολές που πραγματοποίησαν από την έκδοση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων περί ρύθμισης των οφειλών τους είναι αντιφατική:
ι) διότι, όπως ακριβώς αναφέρουν "οι ίδιοι ως συνετοί πολίτες συμμορφώθηκαν στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, πλην όμως από καμία διάταξη του ν. 3869/2010 δεν προκύπτει ότι οι πιστώτριες έχουν δικαίωμα να παρακρατήσουν τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης αφού πλέον εκτελεστή είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση που όρισε μηδενικές καταβολές, καθιστάμενες με τον τρόπο αυτό αδικαιολόγητα πλουσιότερες", ιι) διότι δέχεται ότι η πρωτόδικη απόφαση ισχύει μέχρι την ακύρωσή της αλλά και ότι εξακολουθεί να ισχύει μετά την ακύρωσή της, 3) με τον τέταρτο λόγο, χωρίς την παράθεση κάποιας έστω και συνοπτικής αιτιολογίας, ισχυρίζονται ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης σύμφωνα με τις οποίες τα καταβληθέντα ποσά δεν μπορούν να αναζητηθούν α) διότι έχουν συνυπολογιστεί στο συνολικό ποσό της οφειλής, β) διότι η δευτεροβάθμια απόφαση αρχίζει να εκτελείται από τη δημοσίευση της και συνεπώς τα ποσά που καταβλήθηκαν πριν από την έκδοσή της δεν αναζητούνται και γ) διότι, αφού δεν έχουν ολοκληρώσει τη ρύθμιση της τελεσίδικης απόφασης για τη διάσωση της κατοικίας τους, οι πιστώτριες εναγόμενες μπορούν να παρακρατήσουν προκαταβολικά τα επί πλέον ποσά για την περίπτωση που δεν καταβάλλουν τα ορισθέντα για τη διάσωση της κατοικίας τους ποσά, είναι αντιφατικές με το σκεπτικό της απόφασης, σύμφωνα με το οποίο μπορούν να ζητήσουν τη μεταρρύθμιση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ώστε τα ποσά που είχαν καταβληθεί έως τη δημοσίευσή της να αφαιρεθούν από το σύνολο της οφειλής τους. 4) τέλος με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, χωρίς την παράθεση κάποιας έστω και συνοπτικής αιτιολογίας, ισχυρίζονται ότι το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί συμψηφισμού των επίδικων καταβολών με τις καταβολές για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας τους απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο με αντιφατική αιτιολογία.
Οι ως άνω λόγοι, κρίνονται απαράδεκτοι, πέραν της αοριστίας όλων, διότι δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, και για τους παρακάτω λόγους: α) η αιτίαση που στηρίζει τον ως άνω δεύτερο λόγο δεν αφορά ελλείψεις αναγόμενες στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος σε σχέση με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 904 ΑΚ, αλλά απαραδέκτως αναφέρεται στο γιατί δεν αποδείχθηκε ο αδικαιολόγητος πλουτισμός των εναγόμενων.
Επιπρόσθετα, διότι με αυτήν (αιτίαση) επιχειρείται η θεμελίωση λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ του οποίου, κατά ρητή επιταγή του οικείου άρθρου, δεν είναι επιτρεπτή η προβολή του στις μικροδιαφορές, με τις ειδικές διατάξεις των οποίων (μικροδιαφορών) εκδικάσθηκε η υπό κρίση υπόθεση, β) οι αιτιάσεις που στηρίζουν τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται αλυσιτελώς, καθώς στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές διατυπώνεται το πόρισμα του Δικαστηρίου σχετικά με το αν τα επίδικα ποσά καταβλήθηκαν άνευ νομίμου αιτίας και επομένως αν οι εναγόμενες κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότερες και όχι αν οι τελευταίες (εναγόμενες) είχαν δικαίωμα να παρακρατήσουν τις εν λόγω καταβολές σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, ούτε αν η πρωτόδικη απόφαση ισχύει ή δεν ισχύει μέχρι την ακύρωσή της.
Επιπρόσθετα, ο ίδιος λόγος ( τρίτος ) κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός λόγω της αοριστίας του, διότι αναφέρονται αποσπασματικές μόνο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου διότι υπό την προσχηματική επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αρθρ.560 αρ.6 ΚΠολΔ, επιχειρείται η θεμελίωση σε λόγο αντίστοιχο του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ του οποίου, κατά ρητή επιταγή του οικείου άρθρου, δεν είναι επιτρεπτή η προβολή του στις μικροδιαφορές, όπως η υπό κρίση υπόθεση, γ) με τον τέταρτο λόγο πλήττεται η πλεοναστική αιτιολογία της απόφασης, η οποία ουδόλως στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενη απόφασης. Τέλος, δ) ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης και στο ότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης και δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
6. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες , λόγω της ήττας τους, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ελλείψει σχετικού αιτήματος καθώς η τελευταία κατέθεσε προτάσεις ,αλλά δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη από 16-1-2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1/19-1-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων (μικροδιαφορές).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ