Legislator Case Law & Legislation
2036/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against seizure execution, ruling it not abusive and within creditor's free asset management rights.

Case Number 2036/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their seizure execution request. The appellants argued that the seizure was abusive, while the opposing bank contended it was the most effective means to satisfy its debt. The court upheld the lower courts' decision, finding the seizure was not abusive and constituted a legitimate exercise of the creditor's free management of assets.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 of the Civil Code; Art. 9 of Law 3869/2010: The seizure execution against guarantors is not abusive when it represents the most effective means to satisfy the creditor's claim and falls within the legitimate free management of the creditor's assets.

Keywords

AI generated
seizure execution guarantor liability abuse of rights creditor's free management asset liquidation civil procedure appeal enforcement proceedings

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 of the Civil Code
Art. 9 of Law 3869/2010
Art. 17 of Law 4161/2013
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2036 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2036/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β., χήρας Κ. Φ., το γένος Χ. Ρ., με τόπο σημερινής διαμονής στο ..., 2) Κ. Φ. του Κ., με τόπο σημερινής διαμονής στο ... και 3) Ι. Φ. του Κ……, με τόπο σημερινής διαμονής στο .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Τζοάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η "...", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο …... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου ……. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό …… απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….., με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., το οποίο είχε απορρίψει την από ... ανακοπή τους κατά της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων εκτέλεσης (έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου).

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010 "Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής...".

Εξάλλου, στην παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013 και εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (30-12-2014) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (3/5/2017), κατά το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο δικαστήριο να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και όχι δυνητική.

Μάλιστα, με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 εισάγεται εξαίρεση και μπορεί να προστατευθεί από την εκποίηση το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που δυνητικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία, έστω και αν σε αυτήν δεν διαμένει ο οφειλέτης και η οικογένειά του για σοβαρούς λόγους (π.χ.

υπηρεσιακούς, εργασιακούς κλπ), εξαιτίας των οποίων διαμένει σε ξένο ακίνητο που βρίσκεται σε άλλη πόλη. Προστατεύεται δηλαδή το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον ως κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του, εφόσον διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγός του δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης, συνάγεται ότι, για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας του οφειλέτη, δεν απαιτείται η τήρηση άλλων προϋποθέσεων και ιδίως δεν απαιτείται οι λόγοι που κωλύουν τον οφειλέτη να διαμένει στη μοναδική του κατοικία, να έχουν χρονική πρόβλεψη, χρονικές προϋποθέσεις και χρονικούς περιορισμούς (ΑΠ 690/2020).

Εξάλλου, η έννοια της κατοικίας παρέχεται από το άρθρο 51 ΑΚ. Στοιχείο απαραίτητο για τη συγκρότηση της κατοικίας είναι η ύπαρξη κτίσματος, αφού μόνο έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα της διαμονής. Αν υπάρξει αμφισβήτηση τότε ο χαρακτηρισμός της κατοικίας ως κύριας αποτελεί αντικείμενο απόδειξης. Ο νόμος όμως επιτρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, τη διάσωση και της δυνητικής κατοικίας, παρότι δεν χρησιμοποιείται πράγματι για κάποιους σοβαρούς λόγους, αλλά μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί, αρκεί να αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (ΑΠ 486/2021, ΑΠ 632/2019).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010 για τη "Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων και άλλες διατάξεις", υπό την αρχική της μορφή προβλέπει: "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 30η Ιουνίου 2011 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9".

Η αναστολή αυτή των πλειστηριασμών, που είχε οριστεί αρχικώς μέχρι την 30η Ιουνίου 2011, παρατάθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 3986/2011 και στη συνέχεια μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 16-12-2011 ΠΝΠ, ενώ επακολούθησαν και άλλες παρατάσεις. Με την παράγραφο δε 2 του άρθρου 46 του Ν. 3986/2011 στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του νόμου 3869/2010 προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο: "Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε Φυσικό Πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας".

Από την τελευταία αυτή προσθήκη προκύπτει ότι η προβλεπόμενη με το ως άνω άρθρο αναστολή δεν συσχετίζεται με την κατάθεση ενδίκου βοηθήματος και δη με την υποβολή αίτησης υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ή με την υποβολή αίτησης πτώχευσης για όσους έχουν πτωχευτική ικανότητα, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις λοιπές διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου και αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το ποσό οφειλής, την ιδιότητα του οφειλέτη (ακόμα και εμπόρου), την ιδιότητα του δανειστή (ακόμη και ιδιώτη φυσικού προσώπου), εφόσον πληρούνται οι διαγραφόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 προϋποθέσεις.

Σκοπός των παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 19 ν. 3869/2010 και 46 ν. 3968/2011 ήταν προδήλως η παροχή προστασίας στους υπερχρεωμένους οφειλέτες με τη διατήρηση της κάλυψης των στεγαστικών αναγκών τους, σε μία κρίσιμη για την οικονομική ζωή της χώρας περίοδο, με σκοπό την παροχή σ` αυτούς δυνατότητας προς επανένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, εάν κατά την ως άνω περίοδο υποχρεωτικής απαγόρευσης πλειστηριασμών διενεργηθεί πλειστηριασμός προστατευόμενης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κύριας κατοικίας και προσβληθεί εμπροθέσμως με ανακοπή, ο πλειστηριασμός ακυρώνεται από τα δικαστήρια ανεξαρτήτως βλάβης του οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει τέτοια βλάβη.

Η ως άνω ακυρότητα δεν αποτελεί συνέπεια της ακυρότητας προγενέστερων πράξεων εκτέλεσης και ιδίως της έκθεσης κατάσχεσης του ακινήτου, εφόσον αυτές δεν απαγορεύονται με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και μπορεί να είναι έγκυρες, εάν δεν υφίσταται βάσει άλλων κανόνων αναστολή των ατομικών διώξεων και της εκτέλεσης εν γένει.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, άκυρη, εφόσον προσβληθεί παραδεκτώς και συντρέχουν οι τασσόμενοι από το νόμο όροι, κηρύσσεται και η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία προβλεπόταν από το προϊσχύσαν της έναρξης εφαρμογής του νόμου 4335/2015 δικονομικό δίκαιο στο ήδη καταργηθέν άρθρο 960 ΚΠολΔ, εφόσον αυτός οριζόταν να πραγματοποιηθεί σε ημερομηνία εμπίπτουσα στο χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής αναστολής των πλειστηριασμών (AΠ 1312/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005,,ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 999/2020, ΑΠ 397/2020, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1212/2022, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …., κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. ... αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη στην Αθήνα στις ...

χορηγήθηκε από την πρώην ..., στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως η καθ' ης η ανακοπή, πίστωση στην εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το αρχικό ποσό της πίστωσης -25.000.000 δρχ (ήδη 73.367,57 ευρώ) - αυξήθηκε με διαδοχικές πρόσθετες πράξεις και ανήλθε τελικά στο συνολικό ποσό των 570.000 ευρώ.

Οι ανακόπτοντες εγγυήθηκαν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία, την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τυχόν χρεωστικού καταλοίπου που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού που τηρούταν στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης. Η καθ' ης, επειδή η ως άνω πιστούχος εταιρεία δεν τηρούσε τη συμβατικά ανειλημμένη υποχρέωση της να της επιστρέφει με τμηματικές καταβολές τα χρήματα που δανείστηκε, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση με την από 9-5-2011 εξώδικη δήλωση.

Τη δήλωση αυτήν η καθ' ης την κοινοποίησε και στους ανακόπτοντες, ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού που της όφειλαν ανερχόταν στο ποσό των 228.737 ευρώ, το οποίο τους όχλησε να της το καταβάλουν. Ακολούθως δεδομένου ότι οι ανακόπτοντες δεν κατέβαλαν στην καθ' ης το ως άνω χρηματικό ποσό, η τελευταία ζήτησε και πέτυχε σε βάρος τους την έκδοση της υπ' αριθ. 10.785/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στη συνέχεια η καθ' ης, προς ικανοποίηση της απορρέουσας από την ανωτέρω και την υπ' αριθ. 10.724/2012 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απαίτησης της σε βάρος των ανακοπτόντων οφειλετών, συνολικού ύψους 232.667,98 ευρώ, προέβη σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2.948/2-10-2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου …..Ν.

Π., στην κατάσχεση του περιγραφόμενού στην ως άνω έκθεση ακινήτου. Ειδικότερα, κατέσχεσε ένα οικόπεδο, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης του ..., στο Ο.Τ. 70 και επί των οδών ..., έκτασης 522,08 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με την ..., νότια με πολυκατοικία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.

Φ. και Σ. Π. και δυτικά με την οδό ... Σε αυτό έχει ανεγερθεί από το έτος 1936 παλαιά πέτρινη ισόγεια οικεία και ήδη σήμερα έχει κτιστεί ισόγεια κατοικία με υπόγειο, η οποία περιλαμβάνει υπερυψωμένο ισόγειο, επιφάνειας 137 τ.μ., αποτελούμενο από χωλ, δύο λουτρά, κουζίνα, καθιστικό και τρία δωμάτια και από ημιυπόγειο επιφάνειας 47 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιείται ως γραφείο.

Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στη συγκυριότητα των ανακοπτόντων (κατά ποσοστά 2/8 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και από 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους λοιπούς) σύμφωνα με την υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Β' Υποθηκοφυλακείου ... (...), Με τη δήλωση αυτή οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομιά που τους κατέλειπε ο Κ.

Φ. του Ν., ο οποίος απεβίωσε στις .... Ακολούθως με την υπ' αριθ. ... περίληψη της ανωτέρω κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Ν. Π., ορίστηκε ως ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου η 21-11-2012, οπότε ο πλειστηριασμός δεν ολοκληρώθηκε λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών.

Κατόπιν συντάχθηκε η υπ' αριθ. 2964/21-11-2012 Α' επαναληπτική περίληψη της ανωτέρω κατασχετήριας έκθεσης με ορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού την 19-12-2012, οπότε ο πλειστηριασμός, επίσης, δεν ολοκληρώθηκε. Στη συνέχεια, η καθ' ης η ανακοπή ζήτησε και πέτυχε με την έκδοση της υπ' αριθ. 365/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) τη μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ως άνω ακινήτου και με την υπ' αριθ. 2.998/23-4-2013 Β' επαναληπτική περίληψη της ανωτέρω κατασχετήριας έκθεσης, ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 22-5-2013.

Κατά την ημερομηνία αυτή η καθ' ης η ανακοπή αναδείχθηκε υπερθεματίστρια και απέκτησε κατά κυριότητα το εκπλειστηριασθέν ακίνητο με την υπ' αριθ. 6.933/22-5-2013 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ζ. Π. και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμο 337, αριθ. 474)....

Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι το ως άνω κατασχεθέν ακίνητο αποτελούσε την κύρια κατοικία τους και για το λόγο αυτό απαγορευόταν ο πλειστηριασμός του, κατά το άρθρο 19 του Ν. 3869/2010. Όπως, όμως, αποδείχθηκε, το ακίνητο αυτό δεν αποτελούσε την κύρια κατοικία των ανακοπτόντων.

Οι πρώτη και τρίτος αυτών τουλάχιστον από το έτος 2011 διαμένουν μόνιμα στο .... Ο δε δεύτερος αυτών χρησιμοποιούσε μόνο το ημιυπόγειο, επιφάνειας 47 τ.μ., ως γραφείο, ενώ οι ανακόπτοντες έχουν στη συγκυριότητα τους από κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Κ. Φ., άλλες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες στην ίδια περιοχή και μάλιστα ευρισκόμενες σε οικοδομή όμορη με το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, έτους κατασκευής 1980.

Ειδικότερα δε αυτοί διαθέτουν επί της συμβολής των οδών ... α) ένα διαμέρισμα έκτου (6ου) ορόφου, εμβαδού 20 τ.μ. και β) ένα διαμέρισμα ισογείου, εμβαδού 94 τ.μ. (βλ. την υπ' αριθμ. ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Π. Γ. και τα Ε9 έτους 2005). Αντίθετα, το ως άνω κατασχεθέν ακίνητο αποτελούσε μία ιδιαιτέρως παλιά και ασυντήρητη οικία, η οποία δεν κατοικείτο από τους ανακόπτοντες και κατά τα προηγούμενα έτη του 2012, οπότε διενεργήθηκε ο πρώτος πλειστηριασμός του.

Χαρακτηριστικό είναι ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης εκπλειστηριασθέντος ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Ν. Π., στις 7-11-2013, το εν λόγω ακίνητο βρέθηκε κενό προσώπων και πραγμάτων. Οι δε λογαριασμοί κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και τηλεπικοινωνιών αφορούν το ως άνω ημιυπόγειο, που χρησιμοποιήθηκε ως γραφείο, καθώς και τις ανωτέρω στην ίδια διεύθυνση ευρισκόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Ο δε περί του αντιθέτου σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης των ανακοπτόντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....".

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση των αριθμών 8β και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι ο πλειστηριασμός είναι άκυρος λόγω του γεγονότος ότι η εκπλειστηριαζόμενη οικία αποτελούσε την "δυνητική" κύρια κατοικία τους, που επίσης εμπίπτει στην προστασία της κύριας κατοικίας του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, αρκεσθέν ως εκ τούτου σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα για την εφαρμογή της διάταξης που εφάρμοσε.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης ανακοπής, με αυτή ζητείτο η ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του επίδικου ακινήτου, με την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός. Όσον αφορά το αίτημα για ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, ο προβληθείς με την ανακοπή λόγος ήταν μη νόμιμος, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, εφόσον η έκθεση κατάσχεσης του ακινήτου δεν απαγορεύεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις που αφορούν την αναστολή του πλειστηριασμού.

Επομένως το δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής κατ` ουσία, ενώ κατά το εν λόγω σκέλος του ήταν μη νόμιμος, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό, δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, καθόσον η απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση του ανωτέρω λόγου ανακοπής, κατά το προαναφερθέν σκέλος του, ως νόμω αβάσιμου αντί της απόρριψης αυτού από το Εφετείο ως κατ` ουσία αβάσιμου δεν είναι δυσμενέστερη για τους αναιρεσείοντες.

Επομένως, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, όσον αφορά το αίτημα ακύρωσης της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, πρέπει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω και σε σχέση με τον λόγο ανακοπής που αφορά το αίτημα για ακύρωση της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του επίδικου ακινήτου, με την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός, αίτημα νόμιμο εφόσον η περίληψη, ως αποτελούσα προδικασία του πλειστηριασμού, προσβάλλεται και αυτοτελώς με ανακοπή για τους προαναφερθέντες λόγους, το Εφετείο, με την κρίση του δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 2 και 19 παρ. 1 ν. 3869/2010, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων ότι το επίδικο ακίνητο θα μπορούσε να αποτελέσει την δυνητική τους κατοικία, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου ότι: α) το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε την κύρια κατοικία των ανακοπτόντων, από τους οποίους η πρώτη και τρίτος εξ αυτών τουλάχιστον από το έτος 2011 διαμένουν μόνιμα στο .... β) το ακίνητο αυτό ήταν μία ιδιαιτέρως παλιά και ασυντήρητη οικία, η οποία δεν κατοικείτο από τους ανακόπτοντες και κατά τα προηγούμενα έτη του 2012, οπότε διενεργήθηκε ο πρώτος πλειστηριασμός του, γ) οι ανακόπτοντες έχουν στη συγκυριότητά τους από κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Κ.

Φ., άλλες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες στην ίδια περιοχή και μάλιστα ευρισκόμενες σε οικοδομή όμορη με το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, έτους κατασκευής 1980, ήτοι i) ένα διαμέρισμα έκτου (6ου) ορόφου, εμβαδού 20 τ.μ. και ii) ένα διαμέρισμα ισογείου, εμβαδού 94 τ.μ., περιλαμβάνουν και τη δυνητική κύρια κατοικία εξαντλώντας έτσι και το ζήτημα αυτό, εφόσον το δικαστήριο δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν το μοναδικό ακίνητό τους, προϋπόθεση αναγκαία για την απαλλαγή της δυνητικής κατοικίας από τον πλειστηριασμό.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά ούτε και σε εκείνη του άρθρου 8β ίδιου Κώδικα, εφόσον έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά συνέπεια απορριπτέοι τυγχάνουν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 1558/2014).

Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ευρίσκει πεδίο εφαρμογής και στην αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 90/2021, ΑΠ 279/2004, ΑΠ 916/2004, ΑΠ 115/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής τους (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, με τον τρίτο λόγο αυτής, ότι με δεδομένη την ύπαρξη και άλλων βαρών επί του επιδίκου ακινήτου, των εξόδων εκτέλεσης και του γεγονότος ότι η καθ' ης κατατάσσεται στην τρίτη υποθηκική τάξη, είναι βέβαιο ότι για την εν λόγω απαίτηση δεν πρόκειται να λάβει ούτε ένα ευρώ.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι λαμβανομένων υπόψη και συνεκτιμώμενων: α) ότι το εν λόγω ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους, β) ότι ο τρίτος εξ αυτών αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας με εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική, γ) ότι έχουν καταθέσει αίτηση για εξωδικαστικό συμβιβασμό προς ρύθμιση των ένδικων οφειλών, καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιλέξει το παρόν επαχθές για τους ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, μέτρο.

Τον λόγο αυτό της ανακοπής τους, που απορρίφθηκε πρωτοδίκως, επανέφεραν με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους. Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρη η διαδικασία της σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης, ως αντίθετη προφανώς στα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, καθόσον η κατοικία που πλειστηριάζεται είναι η κύρια κατοικία τους, είναι ήδη εξασφαλισμένη η απαίτηση της καθής η ανακοπή με προσημείωση υποθήκης, το ακίνητο είναι βεβαρημένο επομένως δεν πρόκειται να προσελκύσει υπερθεματιστές και έχουν καταθέσει αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού προς ρύθμιση των οφειλών τους.

Ωστόσο, οι ανακόπτοντες έχουν εγγυηθεί ανεπιφύλακτα υπέρ εταιρείας η οποία έχει δανειστεί και καρπωθεί χρηματικό ποσό εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, που αρνείται να επιστρέφει στην καθ' ης η ανακοπή εκουσίως και όπως οφείλει σύμφωνα με τις συμβατικά ανειλημμένες υποχρεώσεις της. Αυτοί (ανακόπτοντες) δεν έχουν προθυμοποιηθεί μέχρι σήμερα να καταβάλουν την οφειλή τους προς την καθ' ης, μολονότι έχουν οχληθεί σχετικά από τον μήνα Μάιο του έτους 2011 και ευθύνονται όπως και η πρωτοφειλέτρια με βάση τη συμφωνία τους με την καθ' ης.

Συνεκτιμωμένων των ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή να επισπεύσει την υπό κρίση αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων δεν είναι καταχρηστική, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αλλά αντίθετα αποτελεί το πλέον πρόσφορο και αποτελεσματικό μέσο ικανοποίησης της απαίτησης της έναντι των ανακοπτόντων και εντάσσεται στα πλαίσια θεμιτής ελεύθερης διαχείρισης της περιουσίας της.

Κατόπιν τούτων, ο τρίτος λόγος της ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός πέμπτος λόγος της έφεσης των ανακοπτόντων είναι συνακόλουθα απορριπτέος ως αβάσιμος.....". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, το οποίο και ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού επικύρωσε, κατά τα προαναφερθέντα, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα οι παραδοχές της απόφασης ότι: οι ανακόπτοντες: α) έχουν εγγυηθεί ανεπιφύλακτα υπέρ εταιρείας η οποία έχει δανειστεί και καρπωθεί χρηματικό ποσό εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, ποσό που αρνείται να επιστρέφει στην καθ' ης η ανακοπή εκουσίως και όπως οφείλει σύμφωνα με τις συμβατικά ανειλημμένες υποχρεώσεις της, β) δεν έχουν προθυμοποιηθεί μέχρι σήμερα να καταβάλουν την οφειλή τους προς την καθ' ης, μολονότι έχουν οχληθεί σχετικά από τον μήνα Μάιο του έτους 2011 και γ) ευθύνονται όπως και η πρωτοφειλέτρια με βάση τη συμφωνία τους με την καθ' ης, στηρίζουν πλήρως την διαγνωσθείσα από το δικαστήριο έννομη συνέπεια και το αποδεικτικό του πόρισμα, ήτοι ότι η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων δεν είναι καταχρηστική αλλά αντίθετα αποτελεί το πλέον πρόσφορο και αποτελεσματικό μέσο ικανοποίησης της απαίτησης της καθ' ης έναντι αυτών, εντασσόμενη στο πλαίσιο της θεμιτής ελεύθερης διαχείρισης της περιουσίας της.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της. όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ... αίτηση των: 1) Χ. Β., χήρας Κ. Φ., το γένος Χ. Ρ., 2) Κ. Φ. του Κ., και 3) Ι. ... του Κ. για αναίρεση της με αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …….

Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ