Legislator Case Law & Legislation
2036/2019 AI generated

Appeal partially allowed; aggravating circumstance of special danger removed due to procedural error and substantive law misapplication.

Case Number 2036/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially annulled the Fifth Chamber Court of Larissa's judgment regarding the defendant's drug trafficking conviction. The court found a procedural violation where a document was considered without being read during the hearing, depriving the defendant of the right to cross-examine it. Additionally, the court determined the lower court incorrectly applied substantive criminal law by imposing an aggravated penalty for special danger, which had been legally invalidated at the second instance. Consequently, the aggravating circumstance was removed from the reasoning, and the case was remitted for a new sentencing trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 329, 331, 333, 364(1), 369 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(a), 171(1)(d), 358, 519 of the Code of Criminal Procedure; Articles 2(1), 20, 23 of the Penal Code; Article 4139/2013: The failure to read a document considered by the court constitutes a procedural nullity requiring annulment, and the imposition of an aggravated penalty based on a circumstance invalidated by higher court precedent requires remittal for new sentencing.

Keywords

AI generated
procedural nullity unread document special danger aggravating substantive law misapplication remittal for new trial right to cross-examine aggravated penalty

Cited Legislation

AI generated
Articles 329, 331, 333, 364(1), 369 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(a), 171(1)(d), 358, 519 of the Code of Criminal Procedure
Articles 2(1), 20, 23 of the Penal Code
Article 4139/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2036 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2036/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 101/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 4 Οκτωβρίου 2017 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11 Οκτωβρίου 2017, έλαβε αριθμό 9409/11-10-2017 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1427/2017.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά στη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτού, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξή της, β) να απαλειφθεί από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η επιβαρυντική περίσταση της εκ μέρους του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου τέλεση των πράξεων υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο περί ποινής κεφάλαιο της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 εδάφ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα δε αυτή επέρχεται, γιατί με την παράλειψη του Δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του, ο κατηγορούμενος στερήθηκε του από το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό, εκτός αν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου μπορούσε να το αντικρούσει ο κατηγορούμενος ή αν το έγγραφο που δεν αναγνώστηκε αναφέρεται διηγηματικά στην απόφαση χωρίς να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενό του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση (101/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβε υπόψη της για την καταδίκη του έγγραφο που δεν αναγνώστηκε και συγκεκριμένα μικρό σημείωμα που έδωσε ο Γ.

Κ. στον οδηγό του φορτηγού, που μετέφερε τα ναρκωτικά, στο οποίο ανέγραφε τα στοιχεία του, ήτοι Γ. Ν., τη διεύθυνση της επιχείρησής του (...) και τον αριθμό του τηλεφώνου του γραφείου του. Πράγματι, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως άνω έγγραφο σημείωμα δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων.

Όμως, από την επισκόπηση των ίδιων πρακτικών, προκύπτει ότι το ως άνω έγγραφο σημείωμα, κατά το περιεχόμενό του, μνημονεύεται στις μαρτυρικές καταθέσεις, τόσο ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και στο περιεχόμενο εγγράφων που αναγνώστηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα στην υπ' αριθμ. 50/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στην οποία κατά το περιεχόμενό του μνημονεύεται και το έγγραφο αυτό, αναφέρεται μάλιστα στο αιτιολογικό αυτής ότι "αναγνώσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο" (βλ.

φύλλο 6 στη 2η σελίδα), καθώς και στην υπ' αριθμ. 34/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, στην οποία επίσης μνημονεύεται κατά το περιεχόμενό του το ανωτέρω έγγραφο, ενώ γίνεται και επίκληση αυτού και του περιεχομένου του στους αυτοτελείς και υπερασπιστικούς ισχυρισμούς που προέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ο παραστάς πληρεξούσιος συνήγορος του αναιρεσείοντος (βλ.

σελ. 14 της προσβαλλομένης). Επομένως, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα, συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το ανωτέρω έγγραφο σημείωμα, που αναφερόταν στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα, χωρίς αυτό να έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριό του, εφόσον αυτό και το περιεχόμενό του προέκυπτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα ως άνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση αυτού και του περιεχομένου του και μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του από το άρθρο 358 του Π.Κ.

και να το αντικρούσει με δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, από την μη ανάγνωσή του στο ακροατήριο δεν παραβιάσθηκε υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Κατά συνέπεια, ο περί του εναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Ακόμη, η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.

και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Όμως, ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απαντά σ' αυτούς με την αιτιολογία επί της ενοχής.

Τέτοιο αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, αποτελεί και η από μέρους του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που του αποδίδεται, δηλαδή ο ισχυρισμός του ότι η αξιόποινη πράξη που διέπραξε δεν είναι αυτή που κατηγορείται αλλά άλλη αξιόποινη πράξη, στον ισχυρισμό του δε αυτό, το Δικαστήριο απαντά με την αιτιολογία του επί της ενοχής και δεν χρειάζεται να απαντήσει και αιτιολογήσει την απόρριψή του με ιδιαίτερη αιτιολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επικαλούμενος ότι δεν απάντησε και δεν αιτιολόγησε την απόρριψη των ισχυρισμών που προέβαλε για ορθότερο χαρακτηρισμό της πράξεως που τέλεσε ως απρόσφορης απόπειρας ή ως απλής συνέργειας, διότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να εκτελωνίσει το φορτίο του φορτηγού που περιείχε τα ναρκωτικά, αλλά και του ισχυρισμού περί υπάρξεως δεδικασμένου από αποφάσεις αλβανικών δικαστηρίων.

Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που κατατέθηκαν εγγράφως και αναπτύχθηκαν και προφορικά κατά τη συζήτηση της υποθέσεως από το συνήγορό του, με βάση το περιεχόμενό τους, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, στους οποίους το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να τους απορρίψει με ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού απάντησε και απέρριψε αυτούς με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της κύριας επί της ενοχής αποφάσεώς του, η οποία, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής, έχει, επί λέξει, ως εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, την υπ' αριθμό απόφαση 8/2004 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας μετά των πρακτικών αυτής, τα πρακτικά της υπ' αριθμό 50/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, τα πρακτικά της υπ' αριθμό 34/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας), τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, την από 4-6-2008 υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 Ν. 1599/1988 του Μ.

Κ. απευθυνόμενη προς τις Δικαστικές Αρχές, την από 2-6-2008 υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 Ν. 1599/1988 του Σ. Σ., απευθυνόμενη προς τη Δικαστική Αρχή, την υπ' αριθμό 3021/2010 Ένορκη Βεβαίωση της Χ. Π., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ε. Π., την από 16-1-2013 δήλωση του Ι. Μ. του Δ., εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." καθώς και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος Γ. Π. από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ασχολούνταν επιχειρηματικά με χρηματοκιβώτια και λοιπά συναφή προς αυτά αντικείμενα ασφαλείας, με πελάτες κυρίως το Δημόσιο και τις Τράπεζες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 επέκτεινε την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε Βαλκανικές χώρες, και ειδικότερα στην Αλβανία και Βουλγαρία.

Στα πλαίσια της προαναφερθείσας επαγγελματικής λειτουργίας και επιχειρηματικής δράσης ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τουλάχιστον πέντε φορές την Αλβανία για την προώθηση των εμπορικών του ενδιαφερόντων. Στη διάρκεια της αναπτυσσόμενης εκεί εμπορικής του δραστηριότητας είχε ως συνεργάτη τον Αλβανό υπήκοο, που ήταν γνωστός με το όνομα A.

T., ο οποίος, πέραν του έργου της προώθησης των προϊόντων του κατηγορουμένου στην Αλβανική Πολιτεία, παρείχε σ' αυτόν ιδέες για εμπορική αξιοποίηση και οικονομική εκμετάλλευση στο χώρο της εξελισσόμενης Αλβανικής οικονομίας. Στο πρώτο δεκαήμερο του μηνάς Μαρτίου 2003 και σε ημερομηνία, η οποία δεν έχει διακριβωθεί επακριβώς, ο διαμένων στην Αλβανία και ασχολούμενος μέχρι τότε με την εμπορία ενδυμάτων, Γ.

Τ., επικοινώνησε με τον Αλβανό υπήκοο, M. A. του D., ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου - ψυγείου, τον οποίο είχε γνωρίσει στη διάρκεια δύο ταξιδιών, που είχε πραγματοποιήσει μαζί του κατά τη μεταφορά φρούτων στη ...., και του ζήτησε να προβεί στη μεταφορά ποσότητας ξυλοκάρβουνου από την Αλβανία στην Ελλάδα. Ο τελευταίος αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις ανάγκες της προταθείσας μεταφοράς, δεδομένου, ότι το όχημά του προσφερόταν μόνο για τη μεταφορά φρούτων, του συνέστησε τον Αλβανό υπήκοο, M.

M. του T., που ήταν ιδιοκτήτης του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...832Α αλβανικού φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο, με οδηγό, τον επίσης Αλβανό υπήκοο, A. B., πραγματοποιούσε τακτικά δρομολόγια από την Αλβανία στην Ελλάδα εκτελώντας μεταφορές διαφόρων εμπορευμάτων. Ο M. M. δέχθηκε την πρόταση για τη μεταφορά ξυλοκάρβουνου και προς υλοποίηση αυτής, επειδή ο ίδιος με άλλο φορτηγό αυτοκίνητο βρισκόταν στην Ελλάδα πραγματοποιώντας δρομολόγιο μεταφοράς άλλων εμπορευμάτων, έδωσε εντολή στον ευρισκόμενο κατ' εκείνο το χρόνο στα ....της Αλβανίας οδηγό του ανωτέρω αυτοκινήτου, να ενεργήσει εκείνος την αναληφθείσα μεταφορά.

Στις 17 Μαρτίου 2003 ο Γ. Τ., ενώ επέβαινε σ' αυτοκίνητο μαύρου χρώματος συνοδευόμενος από δύο Αλβανούς υπηκόους, ο ένας από τους οποίους άκουγε στο όνομα Τ., συνάντησε, στα .... της Αλβανίας, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκε με τον ιδιοκτήτη του φορτηγού αυτοκινήτου M. M., τον οδηγό του παραπάνω αυτοκινήτου, A. B., στον οποίο δήλωσε, ότι το δρομολόγιο μεταφοράς του ξυλοκάρβουνου θα πραγματοποιούνταν και το εμπόρευμα θα φορτωνόταν σε σημείο ευρισκόμενο σε μικρή απόσταση έξω από την πόλη .....της Αλβανίας, όπου ο εν λόγω οδηγός μετά την τελευταία συνεννόηση οδήγησε το παραπάνω όχημα συνοδευόμενος από τον αδελφό του, που άκουγε στο όνομα S..

Με το προαναφερθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο μετακινήθηκε στο ίδιο σημείο ο Γ. Τ. συνοδευόμενος από τους δύο Αλβανούς. Φθάνοντας σε μάνδρα έξω από την πόλη ...., όπου ήταν το σημείο ανάληψης του φορτίου, οι A. B. και ο αδελφός του τοποθέτησαν την τέντα και Αλβανοί εργάτες φόρτωσαν στην πλατφόρμα του οχήματος τη συσκευασμένη σε σάκους εξωτερικώς ραμμένους σε μορφή "ζιγκ - ζαγκ" ποσότητα ξυλοκάρβουνου.

Περί ώρα 14.00 της 18-3-2003 και ενώ η φόρτωση συνεχιζόταν, ο οδηγός του φορτηγού και ο αδελφός του αποδέχθηκαν πρόταση του Γ. Τ. να γευματίσουν μαζί του σε παρακείμενο εστιατόριο. Στη διάρκεια του γεύματος είχαν τοποθετηθεί στο άνω αυτοκίνητο 605 σάκοι, βάρους περίπου 12,5 τόνων, οπότε στο χρόνο της επιστροφής ο οδηγός του τελευταίου έχοντας εκτιμήσει ως αληθή τη δήλωση του Γ.

Τ., ότι αγοραστής του φορτίου ήταν ο τελευταίος και πωλητής αυτού ο συνοδός του Τ., προχώρησε στο κλείσιμο της τέντας του οχήματος, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και εξέταση αλλά και χωρίς να μπορεί να υποψιαστεί αυτό, το οποίο προηγήθηκε στη διάρκεια της απουσίας του. Η απόκρυψη της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών στους σάκους, που φορτώθηκαν στο άνω αυτοκίνητο, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη γνώση και τη θέληση του Γ.

Τ., ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την αγορά και αποστολή των ξυλοκάρβουνων στην Ελλάδα, καθόρισε τον τόπο και το χρόνο της φόρτωσης, βρισκόταν συνεχώς πλησίον του φορτίου, από τη στιγμή της φόρτωσης μέχρι και την εισαγωγή αυτού στην Ελληνική επικράτεια, χωρίς να επιτρέπει την προσέγγιση του φορτίου σε τρίτους, ενώ οι εργάτες, που προέβησαν στη φόρτωση, ήταν δικής του επιλογής και φανερά απόλυτης εμπιστοσύνης του, κάτι που συνάγεται από το γεγονός, ότι κατά το χρόνο της φόρτωσης του εμπορεύματος στο ....της Αλβανίας, αυτός συνέστησε στον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου και στον αδελφό του τελευταίου να τον συνοδεύσουν για να γευματίσουν σε παρακείμενο εστιατόριο, ενώ οι εργάτες εξακολουθούσαν τη φόρτωση των σάκων στο αυτοκίνητο.

Μετά τη φόρτωση το φορτηγό αυτοκίνητο, με οδηγό τον A. B., ακολουθούμενο από το ίΧΕ αυτοκίνητο με επιβαίνοντες τον Γ. Τ. και τους δύο αλλοδαπούς συνοδούς του, έφθασε στο Τελωνείο Τιράνων την 17.00 της ίδιας ημέρας [18-3-2003]. Δεδομένου, ότι στο χρόνο της άφιξης το Τελωνείο ήταν κλειστό, ο οδηγός του φορτηγού, καθ' υπόδειξη των Γ.

Τ. και Τ., στάθμευσε αυτό στον υπάρχοντα εκεί χώρο στάθμευσης. Μετά την ενέργεια αυτή ο οδηγός διανυκτέρευσε στην κατοικία του αδελφού του και ο Τ. εντός του αυτοκινήτου. Το πρωί της επόμενης ημέρας ο Γ. Τ., οι δύο αλλοδαποί συνοδοί του και ο επίσης αλλοδαπός Ά. Ν. μερίμνησαν για την τακτοποίηση των αναγκαίων εγγράφων για την παροχή της άδειας εξαγωγής του εμπορεύματος και τον τελωνισμό αυτού στο Τελωνείο ...

Τα όργανα του τελευταίου σφράγισαν το φορτίο τοποθετώντας τις σχετικές μολυβδοσφραγίδες και ο Γ. Τ. παρέδωσε στον οδηγό του φορτηγού τα συνοδευτικά έγγραφα του φορτίου και συγκεκριμένα: α] το από 18-3-2003 έγγραφο της Αλβανικής Δημοκρατίας, όπου αναγραφόταν ως πωλητής ο A. H. και ως αγοραστής ο κατηγορούμενος με διεύθυνση της επιχείρησής του την οδό ...

στην .... β] την από 18-3-2003 φορτωτική CMR, όπου ως παραλήπτης της ποσότητας του φορτίου αναφερόταν πάλιν ο κατηγορούμενος και γ] το από 18-3-2003 τιμολόγιο πώλησης, όπου επίσης ως αγοραστής αναγραφόταν ο κατηγορούμενος με τα στοιχεία T. Ν., η διεύθυνση της επιχείρησής του και ο αριθμός του τηλεφώνου του. Ο Γ. Τ., που, μέχρι τη χρονική στιγμή της παράδοσης των εγγράφων, διαβεβαίωνε τον οδηγό του φορτηγού, ότι θα τον συνόδευε στην Ελλάδα, του ανακοίνωσε αιφνίδια, ότι θα μετέβαινε αεροπορικώς στην ....

όπου θα τον περίμενε για την παράδοση του εμπορεύματος στον παραλήπτη του και δεδομένου, ότι θα διερχόταν μόνος από το Ελληνικό Τελωνείο ..... εγχείρισε σε αυτόν το ποσό 400 ευρώ για να καλύψει τη δαπάνη διέλευσης του φορτίου από το εν λόγω σημείο. Επίσης, παρέδωσε στον οδηγό του οχήματος μικρό σημείωμα στο οποίο ανέγραψε ιδιοχείρως τα στοιχεία του κατηγορουμένου, δηλαδή Γ.

Π., τη διεύθυνση της επιχείρησής του [...], καθώς και τον αριθμό του τηλεφώνου του γραφείου του [κατηγορουμένου], ώστε μετά την είσοδο στην Ελλάδα, σε περίπτωση ανάγκης, ο οδηγός να μπορεί να έλθει σε επαφή μαζί του. Μετά την ολοκλήρωση του τελωνειακού ελέγχου στο Αλβανικό Τελωνείο έναντι της .... το φορτηγό αυτοκίνητο εισήλθε στο Ελληνικό έδαφος και ο οδηγός του δήλωσε στα όργανα του Τελωνείου ..., ότι είχε την εντολή να εκτελωνίσει το φορτίο του στην ......

Για την εισαγωγή του εμπορεύματος στην Ελληνική Επικράτεια είναι αναγκαία η σύνταξη του πιστοποιητικού εισαγωγής [Τ1] και απαραίτητο στοιχείο για την κατάρτισή του είναι ο ΑΦΜ του φερόμενου ως αγοραστή αυτού. Δεδομένου, ότι στο τιμολόγιο αγοράς του εμπορεύματος δεν αναγραφόταν ο τελευταίος [ΑΦΜ], αναγκάστηκε ο κατ' εκείνο το χρόνο εκτελών καθήκοντα βοηθού εκτελωνιστή, Ι.

Μ., να επικοινωνήσει με τον αριθμό του αναγραφόμενου στο από 18-3-2003 τιμολόγιο πώλησης τηλεφώνου, ο οποίος είχε σημειωθεί ως ο αριθμός τηλεφώνου του αγοραστή των εμπορευμάτων και συνέδεε πράγματι με την επιχείρηση του κατηγορουμένου, στην οποία ανήκε. Ο τελευταίος ερώτησε το συνομιλητή του, αν τηλεφωνεί εκ μέρους του A.

και, ενώ αρχικά δήλωσε, ότι δεν ανέμενε φορτίο κάρβουνου από την Αλβανία παρά μόνον την περίοδο του Πάσχα στη συνέχεια δήλωσε, ότι θα προέβαινε στον εκτελωνισμό του στην .... και όχι στην ..... Τα ίδια δήλωσε ο κατηγορούμενος στον ιδιοκτήτη του φορτηγού αυτοκινήτου, M. M., ο οποίος επικοινώνησε μαζί του σχετικά με το εμπόρευμα και την καταβολή του κομίστρου.

Μάλιστα στον τελευταίο ανακοίνωσε, ότι τη μεταφορική συμφωνία είχε συνάψει με το Γ. Τ. και ότι στον εκτελωνισμό του εμπορεύματος θα προέβαινε στην ....., όπου οι γνωριμίες του θα απέτρεπαν βραδυπορία και καθυστέρηση. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ουδεμία σχέση είχε με το εν λόγω εμπόρευμα, θα είχε δώσει ευθεία, κατηγορηματική και απερίφραστη απάντηση, ότι δεν αναμένει το συγκεκριμένο φορτίο.

Η απουσία εξ αρχής οριστικής αρνητικής απάντησης αποτελεί πρόσθετη απόδειξη της εμπλοκής του. Εν τω μεταξύ στη διάρκεια των παραπάνω τηλεφωνικών επικοινωνιών μετά από έρευνα των τελωνειακών οργάνων με τη βοήθεια σκύλων - ανιχνευτών ναρκωτικών διαπιστώθηκε, πως μέσα στους μεταφερόμενους με το παραπάνω φορτηγό αυτοκίνητο 605 σάκους, που περιείχαν ξυλοκάρβουνο, υπήρχαν, επιμελώς κρυμμένα, 336 δέματα ινδικής κάνναβης, το συνολικό βάρος της οποίας ανερχόταν σε 812 κιλά.

Ο κατηγορούμενος, το ονοματεπώνυμο του οποίου αναφερόταν στα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα της ποσότητας του ξυλοκάρβουνου, ήταν αποκλειστικώς το μόνο πρόσωπο, το οποίο νομιμοποιούνταν μετά την εισαγωγή της τελευταίας στην Ελληνική Επικράτεια, να προβεί στον εκτελωνισμό της και την παραλαβή της από τον χώρο του τελωνείου.

Κατά συνέπεια αναμφιβόλως, αναντιλέκτως και αναμφισβητήτως νόμιμος παραλήπτης της επιμελώς κρυμμένης στους σάκους ποσότητας ξυλοκάρβουνου ήταν ο κατηγορούμενος. Ουδείς άλλος δικαιούνταν στην παραλαβή του φορτίου πλην τούτου ή τρίτου έχοντος όμως προηγουμένως εξασφαλίσει την έγγραφη προς τούτο εξουσιοδότησή του.

Παράνομη αφαίρεση της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών από τρίτους άγνωστους δράστες κατά τη διαδρομή του φορτηγού αυτοκινήτου από την ... στην ....δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, καθόσον τέτοια ενέργεια προϋπέθετε γνώση της ακριβούς πορείας του αυτοκινήτου, δυνατότητα ακινητοποίησης αυτού και μάλιστα χωρίς τη σύμπραξη και συμμετοχή του οδηγού, διάρρηξη των μολυβδοσφραγίδων του Τελωνείου και των σάκων με το ξυλοκάρβουνο, αφαίρεση της μεγάλης ποσότητας των ναρκωτικών και μεταφόρτωσή τους σε άλλο μεταφορικό μέσο.

Η παραλαβή του εμπορεύματος από τρίτους μη δικαιούχους με πλαστογράφηση των σχετικών νομιμοποιητικών εγγράφων θα ήταν αδύνατη, καθόσον προϋπέθετε κατοχή του απαραίτητου για την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του παραλήπτη του εμπορεύματος κατηγορουμένου και, οπωσδήποτε, αδράνεια αυτού, η οποία δεν θα ήταν νοητή, καθόσον είχε λάβει γνώση για την είσοδο του εμπορεύματος στην Ελληνική Επικράτεια και επιπλέον θα ειδοποιούνταν από τον οδηγό του αυτοκινήτου κατά την άφιξη του εμπορεύματος στην ....

για την παραλαβή του. Ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο της οργάνωσης της εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς των ναρκωτικών, από κοινού με τον Γ. Τ., δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εμπορία ξυλοκάρβουνου, καθόσον η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνίστατο στην κατασκευή και εμπορία χρηματοκιβωτίων και λοιπών συναφών μεταλλικών κατασκευών, την όλη δε επιχειρηματική του δραστηριότητα είχε επεκτείνει και σε άλλες βαλκανικές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Αλβανία, όπου είχε κατασκευάσει τα συστήματα ασφαλείας των Αλβανικών φυλακών.

Από την όλη επιχειρηματική του δραστηριότητα απεκόμιζε σημαντικά εισοδήματα, εν αντιθέσει προς τον Γ. Τ., που δραστηριοποιούνταν στην Αλβανία στον τομέα της πώλησης ενδυμάτων και ήταν ισχνών οικονομικών δυνατοτήτων, αδυνατούσε να εξοφλήσει τα χρέη του και είχαν επιβληθεί κατασχέσεις και πλειστηριασμοί εις βάρος της περιουσίας του.

Ο κατηγορούμενος ήταν αυτός, που έχοντας την οικονομική δυνατότητα οργάνωσε στην ....τη μεταφορά της προαναφερθείσας ποσότητας 812 κιλών ινδικής κάνναβης από την πόλη .... της Αλβανίας στην .... δια του Γ. Τ., ο οποίος οργάνωσε και επόπτευσε τη μεταφορά, κατοχή και εισαγωγή στην Ελληνική επικράτεια της άνω ποσότητας κάνναβης [812 κιλ.] από την πόλη ....της Αλβανίας στην ...., καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου [Γ Π.] και συσκεύασε αυτήν σε 336 δέματα, τα οποία απέκρυψε επιμελώς σε 605 σάκους με ξυλοκάρβουνο, με τη βοήθεια άγνωστου ατόμου, που ενεργούσε κατ' εντολή του και στη συνέχεια έδωσε την εντολή στον οδηγό του παραπάνω φορτηγού αυτοκινήτου, B.

A., να μεταφέρει, με το αυτοκίνητο αυτό, την ποσότητα του ξυλοκάρβουνου στην ...., χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει, ότι μέσα στα ξυλοκάρβουνα ήταν κρυμμένη ποσότητα ινδικής κάνναβης, προέβη δε στη μεταφορά της εν λόγω ποσότητας και με τον τρόπο αυτόν στην εισαγωγή αυτής στην Ελληνική επικράτεια από το Τελωνείο ...

με τελικό προορισμό και σκοπό της μεταφοράς την ....., όπου θα παραλάμβανε το φορτίο ο κατηγορούμενος [Γ Π.] δυνάμει του έχοντος ημερομηνία 18-3-2003 Αλβανικού εγγράφου, της από 18-3-2003 φορτωτικής CMR, όπου αναγράφεται ο τελευταίος ως παραλήπτης της μεταφερόμενης ποσότητας ξυλοκάρβουνου, η διεύθυνση της επιχείρησής του στην ....

και το από 18-3-2003 τιμολόγιο πώλησης, στο οποίο αναγράφονταν τα ως άνω στοιχεία καθώς και ο αριθμός του τηλεφώνου του. Ο κατηγορούμενος, και με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε, διά του πληρεξουσίου συνηγόρου του, στο Δικαστήριο τούτο, αρνείται την ύπαρξη οποιοσδήποτε γνωριμίας με το Γ. Τ.. Όμως η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ τούτων αποδεικνύεται από το περιέχον τα στοιχεία της ταυτότητας, τη διεύθυνση της επιχείρησης και το τηλέφωνα του κατηγορουμένου ιδιόγραφο σημείωμα του Γ.

Τ., το οποίο παρέδωσε ο Γ. Τ. στον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου A. B., προκειμένου, σε περίπτωση ανάγκης, να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, που ήταν ο παραλήπτης του εμπορεύματος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι το σημείωμα αυτό δόθηκε από αυτόν στα ...... σε άγνωστους Αλβανούς, ώστε να λάβουν άδεια εισόδου στην Ελλάδα [VUSA] και να εργασθούν γι' αυτόν δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ θα ήταν ευχερές για τον κατηγορούμενο να διακριβώσει τα στοιχεία των δύο αλλοδαπών, τους οποίους ο ίδιος είχε προσκαλέσει στην Ελλάδα.

Σημειωτέον, ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο Γ. Τ., ενώ αρχικώς δήλωσε, ότι θα συνόδευε το αυτοκίνητο και μετά την είσοδό του στην Ελληνική επικράτεια, στη συνέχεια ανακοίνωσε αιφνίδια στον οδηγό, ότι ο ίδιος θα μετέβαινε στην ..... αεροπορικώς, όπου θα τον συναντούσε και εγχείρισε σ' αυτόν ιδιόγραφο σημείωμα, με τα στοιχεία του κατηγορουμένου, που ήταν ο παραλήπτης του εμπορεύματος, ώστε να έλθει σε επαφή μαζί του σε περίπτωση ανάγκης εκδηλώνοντας έτσι και τις προθέσεις του για εκτελωνισμό του εμπορεύματος στην ...., κάτι που είχε ζητήσει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όταν ερωτήθηκε για το ποιο θα ήταν το Τελωνείο, όπου θα γινόταν ο εκτελωνισμός.

Ο τελευταίος δεν έδωσε εναργή, σαφή, κατηγορηματική και απεριφράστη απάντηση για το φορτίο του κάρβουνου αλλά απάντησε, όπως προαναφέρθηκε με περιστροφές και καθόρισε το Τελωνείο ..... λόγω της διευκόλυνσης που του παρείχε. Ο A. T., συνεργάτης του κατηγορουμένου στην Αλβανία, στον οποίο αρχικώς απέδωσε ο κατηγορούμενος την ευθύνη της αποστολής του ξυλοκάρβουνου, ουδέποτε εμφανίσθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης για να εξετασθεί η επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του κατηγορουμένου στην εμπορία κάρβουνου.

Οι υπεύθυνες δηλώσεις από 4-6-2008 και 2-6-2008 των Μ. Κ. και Σ. Σ., κρατουμένων στη δικαστική φυλακή ...., ότι ο κατηγορούμενος δεν υπήρξε αυτουργός των παραπάνω αξιόποινων πράξεων είναι αόριστες, γενικές και αφηρημένες, περιέχουν προσωπικές τους εκτιμήσεις, που δεν εδράζονται σε σοβαρό και αξιόπιστο αποδεικτικό υλικό και δεν μπορούν να ανατρέψουν τα προπαρατεθέντα και τις κατηγορίες που αποδόθηκαν στον κατηγορούμενο.

Ομοίως οι καταθέσεις των θυγατέρων του κατηγορουμένου Χ. Π. [στην 3021/2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ε. . και Θ. Π. στο ακροατήριο περί της όλης υπόθεσης και περί όσων ακούσθηκαν να λέγονται κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του κατηγορουμένου στο κατάστημά του από τον ίδιο κατά το χρόνο του ελέγχου του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου, δεν ακυρώνουν μηδέ ανατρέπουν αυτά, τα οποία ο ίδιος δέχθηκε, ότι δήλωσε στον επίμαχο χρόνο προς αυτούς που επικοινώνησαν μαζί του, καθώς και όσα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού καταδεικνύεται, ότι έχουν συμβεί.

Κατά τα λοιπά τα στοιχεία που εισκομίζονται από αυτές αποτελούν υποκειμενικές εκτιμήσεις και προσωπικές αξιολογήσεις και δεν συνιστούν ακυρωτικό και ανατρεπτικό της κατηγορίας αποδεικτικό υλικό. Τα προσκομιζόμενα και αφορώντα τη διαδικασία εκτελωνισμού εισαγομένων από τρίτες χώρες εμπορευμάτων έγγραφα δεν συνιστούν γεγονότα ή αποδείξεις από μόνα τους ή σε συνδυασμό με στοιχεία, που προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, και, δεν ανατρέπουν την εις βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του τελευταίου.

Περαιτέρω, κατά τον κρίσιμο χρόνο εισαγωγής του παράνομου φορτίου ο Ι. Μ. ήταν βοηθός του μόνου αναφερόμενου ως εκτελωνιστή στην περιοχή του Τελωνείου ..., Α. Μ., που ήταν παρών κατά την παράδοση των συνοδευτικών εγγράφων στον πρώτο, ο οποίος και επικοινώνησε με το αναφερόμενο στα έγγραφα [που του παραδόθηκαν από τον οδηγό του φορτηγού, που είχε εισέλθει με το φορτίο με τα ξυλοκάρβουνα από την Αλβανία], τηλέφωνο και μίλησε με τον κατηγορούμενο για να μπορέσει να επιμεληθεί της σύνταξης του παραστατικού Τ1, που ήταν αναγκαίο για την εισαγωγή στην Ελλάδα του προερχόμενου από τρίτη χώρα φορτίου και να μάθει τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου, ο οποίος έπρεπε να αναγράφεται στο ως άνω παραστατικό [Τ1], όπως και το Τελωνείο, στο οποίο Θα γινόταν ο εκτελωνισμός του φορτίου.

Η χορήγηση στον Ι. Μ. σε χρόνο μεταγενέστερο της εξέτασής του, που έγινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου, της εξουσιοδότησης να ενεργεί ορισμένες διατυπώσεις ως προς τις εξαγωγές, ενόψει όσων αναφέρθηκαν, ότι αυτός ενεργούσε ως βοηθός εκτελωνιστή στην ..., δεν συνεπάγεται, ότι αυτός υποδύθηκε τον εκτελωνιστή κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να επιληφθεί των εγγράφων για το φορτηγό αυτοκίνητο με το παραπάνω φορτίο και να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο για τα παραπάνω ζητήματα και είναι αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον τελευταίο.

Περαιτέρω, ο έλεγχος στο φορτηγό με τους σάκους με τα ξυλοκάρβουνα μέσα στους οποίους ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά έγινε στο Τελωνείο ... πριν ακόμη συνταχθεί το παραστατικό διαμετακόμισης του εισαγόμενου φορτίου και δεν χρειάσθηκε να καταχωρηθεί ο ΑΦΜ του κατηγορουμένου ως παραλήπτη σε πιστοποιητικό Τ1, καθόσον διακόπηκαν οι διατυπώσεις διαμετακόμισης.

Εξάλλου, το γεγονός, ότι στις αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις δεν αναφέρεται εμπλοκή του κατηγορουμένου στην υπόθεση της εισαγωγής των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα δεν αποκλείει τη συμμετοχή του σ' αυτή, κάτι, που γίνεται φανερό, από τα στοιχεία που προπαρατέθηκαν. Όλα αυτά αποδείχθηκαν πλήρως από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις που του αποδίδονται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του και συγκεκριμένα την οργάνωση, την δόση οδηγιών και την εντολή προς τέλεση των πράξεων της εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια, της κατοχής και μεταφοράς συνολικής ποσότητας 812 κιλών ινδικής κάνναβης, όπως οι πράξεις αυτές ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρονται.

Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος υπό την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, όπως ήδη ισχύει (άρθρο 23 Ν.4139/2013), καθόσον οι περιστάσεις τέλεσης των ανωτέρω πράξεων, που αυτός τέλεσε, [χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει σήμερα], και συγκεκριμένα η μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών [812 κιλά ινδικής κάνναβης] και ο επιμελής τρόπος κατά τον οποίο οργανώθηκε η εισαγωγή, κατόπιν οδηγιών και εντολών δικών του και η διάπραξη των ανωτέρω πράξεων της εισαγωγής στην επικράτεια, της κατοχής και της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της απόκρυψης αυτών μέσα σε σάκους με ξυλοκάρβουνα, η οποία ανευρέθηκε με τη συνδρομή σκύλων - ανιχνευτών ναρκωτικών ουσιών του Τελωνείου ...

μαρτυρούν, ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Κατά συνέπεια, ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν απάντησε στους κατά τα ανωτέρω υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των κατά τα ανωτέρω υπερασπιστικών ισχυρισμών του, είναι αβάσιμος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, αφού το Δικαστήριο απάντησε αιτιολογημένα στους κατά ανωτέρω αρνητικούς της κατηγορίας υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ενοχή του, παρόλο που δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτούς.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για παραβίαση δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι δεν απάντησε και δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού που προέβαλε για ύπαρξη δεδικασμένου από αποφάσεις αλβανικών δικαστηρίων.

Ανεξάρτητα από το ότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου από αποφάσεις των αλβανικών δικαστηρίων προεβλήθη αορίστως από τον αναιρεσείοντα και μάλιστα προεβλήθη ως υπερασπιστικό επιχείρημα και όχι ως αυτοτελής ισχυρισμός και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, με ιδιαίτερη αιτιολογία, για την απόρριψή του και ανεξάρτητα από το ότι δεν υπήρχε ταυτότητα πράξεως και προσώπου και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τον αναιρεσείοντα και τις αξιόποινες πράξεις του από αποφάσεις των αλβανικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο απάντησε στον προβληθέντα υπερασπιστικό ισχυρισμό (επιχείρημα) του κατηγορουμένου, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι η αθωώτητά του αποδεικνυόταν από τις αποφάσεις των αλβανικών δικαστηρίων που δεν ανέφεραν κάτι γι' αυτόν, με την προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί της ενοχής του.

Κατά συνέπεια, ο περί του εναντίου τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη του κατά τα ανωτέρω υπερασπιστικού ισχυρισμού του ότι η αθωώτητά του προκύπτει από αποφάσεις των αλβανικών δικαστηρίων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για παραβίαση δεδικασμένου, είναι αβάσιμος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, αφού το Δικαστήριο δεν παραβίασε καμμία ουσιαστική ποινική διάταξη απορρίπτοντας τον ως άνω υπερασπιστικό ισχυρισμό του, την οποία άλλωστε δεν προσδιορίζει ο αναιρεσείων, δεν παραβίασε κανένα δεδικασμένο και απάντησε αιτιολογημένα στον ως άνω υπερασπιστικό ισχυρισμό (επιχείρημα) του αναιρεσείοντος με την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί της ενοχής του, παρόλο που δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν.

Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως.

Ως επιεικέστερος (ηπιότερος) νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές.

Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Προδήλως, είναι ευμενέστερος και επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τελέσεως της πράξεως νόμος, όταν επιβάλλει για την ίδια αξιόποινη πράξη μικρότερη ποινή ή καταργεί υφιστάμενη επιβαρυντική περίσταση που με τη συνδρομή της επιβαλλόταν μεγαλύτερη ποινή.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 και 2 του Ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια του Ν. 3459/2006 (άρθρο 20 παρ.1, 2 Κ.Ν.Ν.), με την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για οργάνωση, εποπτεία, δόση οδηγιών και εντολή στην εισαγωγή, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης), με χρόνο τελέσεως την 19-3-2003, ορίζεται ότι:

παρ.1. "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος α) εισάγει..β)... γ) .. δ)... ε)... στ).., ζ) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ... , ιγ) οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιονδήπτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές κ.λπ.", παρ. 2. "Αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) ευρώ μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος".

Τέλος, με το νεότερο νόμο 4139/20-3-2013, με τον οποίο καταργήθηκαν οι διατάξεις του Κ.Ν.Ν. 3459/2006, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 58 και 61 αυτού και τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 1 αυτού (βλ. άρθρα 99 και 100 Ν. 4139/2013), ορίζονται σχετικά με την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, στο αντίστοιχο άρθρο 20 αυτού, τα ακόλουθα: "Διακίνηση ναρκωτικών. 1.

Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης, του φυτού της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιουδήποτε είδους φυτού του γένους ερυθρόξυλου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυτού από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, η παραγωγή και η εκχύλιση ναρκωτικών ουσιών, η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, η διεύθυνση καταστήματος στο οποίο γίνεται εν γνώσει του δράστη συστηματική διακίνηση ναρκωτικών, η χρηματοδότηση, η οργάνωση ή η διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, η νόθευση ή η κατάρτιση ή η χρησιμοποίηση πλαστής ιατρικής συνταγής για τη χορήγηση ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνηση τους, καθώς και η μεσολάβηση σε κάποια από τις πράξεις αυτές. 3.

Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία".

Ακόμη, κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του ιδίου νόμου: "Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ".

Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 5 και 8 του Ν. 1729/1987 και των άρθρων 20 και 23 του ισχύοντος νεότερου Ν. 4139/20-3-2013, με τον οποίο προβλέπεται πλέον για τη διακίνηση ναρκωτικών στη βασική του μορφή (άρθρο 20) κατώτερο όριο κάθειρξης οκτώ ετών και η επιβαρυντική περίσταση του "ιδιαίτερα επικίνδυνος" απαλείφθηκε, ενώ ο προηγούμενος Ν. 1729/1987, με το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια του Ν. 3459/2006 (άρθρο 20 παρ. 1 Κ.Ν.Ν.), ο οποίος και εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση, προέβλεπε κατώτερο όριο κάθειρξης δέκα ετών, που είναι μεγαλύτερο του κατά τα άνω μεταγενεστέρως ισχύσαντος, συνάγεται ότι συνέτρεχε περίπτωση επιεικέστερου και ευμενέστερου νεότερου νόμου, που ίσχυε κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό και την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και θα έπρεπε να εφαρμοσθεί αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ..

Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για οργάνωση της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, της κατοχής και της μεταφοράς 812 κιλών ινδικής κάνναβης από την πόλη .... της Αλβανίας, την οποία ινδική κάνναβη, με εντολή του, έκρυψε άγνωστο άτομο σε σάκους με ξυλοκάρβουνο, τους οποίους έδωσε εντολή στον Αλβανό υπήκοο B.

A. του S. να μεταφέρει με φορτηγό στην ..., δηλαδή για πράξεις διακινήσεως ναρκωτικών που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, υπό την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεως των εν λόγω πράξεων υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, μετά δε και την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ., καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών και χρηματική ποινή σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 α, ζ, ιγ, 2, 8, 19 παρ. 1, 3 και 22 παρ. 1 του Ν. 1729/87, ως ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω πράξεων, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, ανάγεται στις 19-3-2003.

Κρίνοντας έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή δεχόμενη στο σκεπτικό της ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών υπό την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεώς της υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, η οποία είχε καταργηθεί και δεν ίσχυε κατά το χρόνο της εκδικάσεως της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό και επιβάλλοντας στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, με αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών όταν το κατώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής της καθείρξεως χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικού ήταν εκείνο των οκτώ (8) ετών, προέβη, αν όχι σε ευθεία, τουλάχιστον σε εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του Π.Κ.

και 20 και 23 του ισχύοντος νεότερου και επιεικέστερου Ν. 4139/2013, αφού, με αυτά που δέχθηκε και με την ποινή που επέβαλε, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη μόνον κατά το μέρος που δέχθηκε συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητάς του, απαλειφομένης από τον 'Αρειο Πάγο της σχετικής αναφοράς περί ιδιαίτερης επικινδυνότητάς του από το σκεπτικό της (αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου έρευνας), αναγκαίως δε και κατά τις διατάξεις της που αφορούν την ποινή που επέβαλε, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρούμενο μέρος της περί επιμετρήσεως και επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αιτήσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 101/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος της που δέχθηκε τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητάς του, καθώς και ως προς τις περί επιβολής ποινής διατάξεις της. Απαλείφει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως την επιβαρυντική περίσταση της εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε, υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το περί επιμετρήσεως και επιβολής ποινής κεφάλαιό της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4-10-2017 και με αριθμ. πρωτ. 9409/11-10-17 δήλωση - αίτηση του Γ. Π. του Θ., κατοίκου ..., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11-10-2017, για αναίρεση της ως άνω υπ' αριθμ. 101/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ