Legislator Case Law & Legislation
2036/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for administrative offense due to procedural irregularity not affecting fairness.

Case Number 2036/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for administrative violation, ruling that the trial court's reliance on an unread document did not constitute a fatal procedural flaw. Although the appellant argued that failing to read a specific government document deprived them of the right to comment, the court found the document's content was already known to the defense through their own submissions. Consequently, the court held that the lack of formal reading did not violate the principle of equality of arms or render the proceedings fundamentally unfair.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(a) and 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; The failure to formally read a document relied upon by the court does not constitute absolute procedural invalidity if the opposing party had prior knowledge of its contents and could have commented on it.

Keywords

AI generated
administrative offense conviction procedural irregularity equality of arms appeal dismissal Code of Criminal Procedure fundamental unfairness document reliance

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2036 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2036/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Πεπόνη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.473/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 6311/13-6-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 946/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 6311/13.6.2018 δήλωση - αίτηση του Γ. Μ. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.473/22.2.2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 ν.5960/1933 κατ' εξακολούθηση και - με το ελαφρ.

της περ. β' της παρ. 2 του άρθρ. 84 ΠΚ - του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών - την οποία ανέστειλε επί τριετία), ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 25.5.2019 και επίδοση της ένδικης αίτησης στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 13.6.2018).

Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί για την βασιμότητα των λόγων της. Υπέρβαση εξουσίας, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στ. Η' λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, δηλαδή ή αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).

Περίπτωση θετικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου δεχόμενο νομότυπη υποβολή της απαιτούμενης έγκλησης ενώ η έγκληση δεν είχε υποβληθεί νομοτύπως και έπρεπε αυτό να μην προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ.

α' του ν. 2408/1996, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφαλαία κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε".

Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο.

Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης (10-8-2011 έως 30-12-2011) μετά, δηλαδή, από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 3604/2007, ορίζεται ότι η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".

Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007, "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.

Μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει και σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφ' όσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους.

Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των ανωτέρω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του".

Οι διατάξεις αυτές του ν.2190/1920 αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.

Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Το καταστατικό, δηλαδή, προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ η διευθυντές της εταιρίας.

Προϋποθέτει, όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (ΟλΑΠ 1096/1976).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 473/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται από το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933 περί επιταγών κατ' εξακολούθηση και με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περ.

β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, προ της ενάρξεως της συζητήσεως της υποθέσεως, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς, δια του συνηγόρου του, τον εξής αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω μη νόμιμης υποβολής εγκλήσεων, ο οποίος έχει κατά λέξη ως εξής: "Δικάζομαι σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου Σας για το αδίκημα της έκδοσης έξι ακάλυπτων επιταγών, ύστερα από άσκηση ποινικής δίωξης βάσει τριών εγκλήσεων, και συγκεκριμένα των εγκλήσεων με ABM Ζ2011/1705, Β2011/1518 και Γ2012/236, που υπεβλήθησαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου την 7.10.2011, 20.12.2011 και 2.3.2012 αντίστοιχα.

Και οι τρεις ανωτέρω εγκλήσεις υπεβλήθησαν από τον κύριο Ε. Π., ως νόμιμο εκπρόσωπο της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ".

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 της υπ' αριθ. 282123/27.6.2007 ΥΑ με θέμα "Τροποποίηση διατάξεων του Οργανισμού της ..." που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 1066Β/28.6.2007 ΦΕΚ (και έχει προσκομιστεί ως συνημμένο και στις δικογραφίες και των τριών εγκλήσεων) "Οι Διευθυντές των Καταστημάτων, σύμφωνα με τον παρόντα Οργανισμό και τον Κανονισμό λειτουργίας των Καταστημάτων, εκπροσωπούν δικαστικά και εξώδικα την Τράπεζα ενώπιον όλων των Δικαστηρίων, των δικαστικών, διοικητικών, δημόσιων δημοτικών ή άλλων αρχών....

Επίσης υποβάλλουν μηνύσεις και εγκλήσεις και παραιτούνται από αυτές, δηλώνουν παράσταση πολιτικής αγωγής, δίνουν όρκο ή έγγραφες εξηγήσεις σε δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές και διορίζουν τους δικηγόρους, που έχουν ορισθεί να εκπροσωπούν τα Καταστήματα, ως πληρεξουσίους για την εκπροσώπηση της Τράπεζας στις παραπάνω δίκες, πλειστηριασμούς κλπ".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20Γ παρ. 1α (με τίτλο Αναπλήρωση) της υπ' αριθ. 257883/25.5.2004 ΥΑ με θέμα "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του Οργανισμού της ..." που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 854Β/10.6.2004 ΦΕΚ, "Τον Διευθυντή Καταστήματος όταν απουσιάζει ή κωλύεται τον αναπληρώνει ο Υποδιευθυντής και τον Υποδιευθυντή, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, ο Προϊστάμενος Λογιστηρίου".

Στην προκειμένη περίπτωση, και οι τρεις εγκλήσεις υποβλήθηκαν από τον κύριο Ε. Π., ο οποίος, ωστόσο, κατά τους χρόνους υποβολής τους, δηλαδή κατά τις 7.10.2011, 21.12.2011 και 2.3.2012, είχε την ιδιότητα του Υπεύθυνου Τομέα του Τομέα Ανάπτυξης Εργασιών Ιδιωτών - Αγροτών. Πιο συγκεκριμένα, ανέλαβε καθήκοντα Υπεύθυνου Τομέα του Τομέα Ανάπτυξης Εργασιών Ιδιωτών - Αγροτών στο Κατάστημα ...

με την υπ' αριθ. 347/27.7.2010 Απόφαση Διοίκησης για διάστημα ενός εξαμήνου, όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 3149/2.8.2010 έγγραφο της Προϊσταμένης της Υποδιεύθυνσης Αξιοποίησης Ανθρωπίνου Δυναμικού κυρίας Μ. Κ., το οποίο υπάρχει εντός της δικογραφίας της με ABM Ζ2011/1705 εγκλήσεως. Στη συνέχεια, και σύμφωνα με την υπ' αριθ. 146/15.3.2011 Απόφαση Διοίκησης, η ως άνω ανάθεση καθηκόντων παρατάθηκε μέχρι και την 30.6.2011, όπως προκύπτει από το με αριθ.

πρωτ. …95/21.3.2011 του Προϊστάμενου της Διεύθυνσης Δ. Κ., το οποίο υπάρχει εντός της δικογραφίας της με ΑΒΜ 2011/1518 εγκλήσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 338/4.7.2011 Απόφαση Διοίκησης, παρατάθηκε εκ νέου η ανάθεση καθηκόντων Υπευθύνου Τομέα στον κύριο Ε. Π. από την 1.7.2011 μέχρι και την 31.12.2011, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.

πρωτ. …51/11.7.2011 έγγραφο του Προϊστάμενου Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού κου Δ. Κ.. Τέλος, σύμφωνα με το με αριθ. πρωτ. …94/19.12.2011 έγγραφο του Προϊστάμενου της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού κου Δ. Κ., το οποίο υπάρχει εντός της δικογραφίας με ΑΒΜ Γ2012/236, την 7.12.2011 ο κύριος Ε. Π. τοποθετήθηκε οριστικά στη θέση του Υπεύθυνου Τομέα Ανάπτυξης Εργασιών Ιδιωτών - Αγροτών του Καταστήματος ....

Όπως λοιπόν αποδεικνύεται από τα παραπάνω, κύριος Ε. Π. είχε την ιδιότητα του Υπεύθυνου Τομέα Ανάπτυξης Εργασιών, συνεχόμενα από την 27.7.2010, μέχρι και την 7.12.2011, όταν πλέον τοποθετήθηκε οριστικά στην ως άνω θέση. Υπέβαλε λοιπόν τις τρεις παραπάνω εγκλήσεις υπό την ιδιότητα του Υπεύθυνου Τομέα Ανάπτυξης και όχι υπό την ιδιότητα του Διευθυντή Καταστήματος, όπως απαιτείται βάσει των διατάξεων που διέπουν τον Οργανισμό της ....

Η ως άνω ιδιότητα δεν ταυτίζεται, αντιθέτως διακρίνεται από την ιδιότητα του Διευθυντή Καταστήματος, όπως άλλωστε προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 20 Γ παρ. 2α (με τίτλο Στελέχωση) της υπ' αριθ. 257883/25.5.2004 ΥΑ περί τροποποίησης και συμπλήρωσης διατάξεων του Οργανισμού της ..., σύμφωνα με την οποία "τους Διευθυντή, Υποδιευθυντή και Υπεύθυνο Τομέα Καταστημάτων, εφόσον είναι ανώτατοι υπάλληλοι, ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση του Διοικητή". Οι δύο παραπάνω ιδιότητες λοιπόν, σαφώς διακρίνονται και διαφέρουν ως προς τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους, και από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι ο Υπεύθυνος Τομέα αναλαμβάνει τις ίδιες αρμοδιότητες με τον Διευθυντή, καταστήματος, ή ότι μπορεί να τον αντικαθιστά, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του. Βάσει ρητής διάταξης, τα πρόσωπα που μπορούν να αντικαταστήσουν τον Διευθυντή Καταστήματος είναι ο Υποδιευθυντής, και σε περίπτωση κωλύματός του ο Προϊστάμενος Λογιστηρίου.

Πέραν τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει κανένα πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο βάσει του οποίου ανατίθεται με ειδική εξουσιοδότηση στον κύριο Ε. Π. η αρμοδιότητα υποβολής των ως άνω εγκλήσεων και παράστασης προς υποστήριξή τους. Επομένως, και οι τρεις εγκλήσεις που οδήγησαν στην άσκηση σε βάρος μου ποινικής δίωξης είναι μη νόμιμες, αφού υποβλήθηκαν από πρόσωπο που δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να τις υποβάλλει, και κατά συνέπεια, θα πρέπει η ποινική δίωξη σε βάρος μου να κηρυχτεί απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370 περ. γ7 ΚΠΔ".

Το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι απαραδέκτως υποβλήθηκαν οι εγκλήσεις σε βάρος του, διότι υποβλήθηκαν από τον Ε. Π., ο οποίος κατά το χρόνο υποβολής τους είχε την ιδιότητα του Υπευθύνου Τομέα του Τομέα Ανάπτυξης Εργασιών Ιδιωτών - Αγροτών και όχι την ιδιότητα του Διευθυντή Καταστήματος, όπως απαιτείται βάσει των διατάξεων που διέπουν τον Οργανισμό της ...

και ούτε υφίσταται κάποιο πρακτικό βάσει του οποίου ανατίθεται με ειδική εξουσιοδότηση στον ανωτέρω η αρμοδιότητα υποβολής των εγκλήσεων. Εν τούτοις, από την επισκόπηση των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία προκύπτει ότι ο Ε. Π.ς προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή του Α' καταστήματος …. της … (σχετ.

το υπ' αριθμ. πρωτ. ….94/19-12-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού) με την ιδιότητά του ως Υπεύθυνος Τομέα Ανάπτυξης Εργασιών Ιδιωτών Αγροτών και είχε την αρμοδιότητα να υποβάλλει τις εν λόγω εγκλήσεις ως αναπληρωτής του Διευθυντή βάσει του άρθρου 20Γ παρ. 1α της υπ' αριθμ. 257883/25-05-2004 ΥΑ με θέμα "Τροποποίηση συμπλήρωση διατάξεων του Οργανισμού της ...", που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 8548/10-06-2004 ΦΕΚ, το οποίο ορίζει ότι "Τον Διευθυντή Καταστήματος όταν απουσιάζει ή κωλύεται τον αναπληρώνει ο Υποδιευθυντής και τον Υποδιευθυντή, όταν απουσιάζει ή κωλύεται ο Προϊστάμενος λογιστηρίου".

Κατόπιν των ανωτέρω νομότυπα υποβλήθηκαν οι εγκλήσεις σε βάρος του κατηγορούμενου και θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί μη νομότυπης υποβολής των εγκλήσεων".

To Δικαστήριο της ουσίας ορθώς και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω υποβολής των εγκλήσεων από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο. Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς, και, ειδικότερα 1.

Τις ένδικες εγκλήσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), τον Οργανισμό της ..., σύμφωνα με τον οποίο: "Οι Διευθυντές των Καταστημάτων (σύμφωνα με τον παρόντα Οργανισμό και τον Κανονισμό λειτουργίας των Καταστημάτων), εκπροσωπούν δικαστικά και εξώδικα την Τράπεζα ενώπιον όλων των Δικαστηρίων.....

και ενεργούν σύμφωνα με τις πάγιες ή ειδικές οδηγίες, εντολές και κατευθύνσεις των Κεντρικών Υπηρεσιών για όλα τα θέματα που αφορούν τα Καταστήματα στην περιφέρειά τους. Επίσης υποβάλλουν μηνύσεις και εγκλήσεις και παραιτούνται από αυτές.... Σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος των Διευθυντών των Καταστημάτων τα ανωτέρω διενεργούνται από τους νόμιμους αναπληρωτές αυτών...

τον Διευθυντή Καταστήματος όταν απουσιάζει ή κωλύεται τον αναπληρώνει ο Υποδιευθυντής...", καθώς και τα υπ' αριθμ. πρωτ. …51/11.7.2011, ….49/2.8.2010 και ….94/19.12.2011 έγγραφα της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ….., προκύπτει ότι ο Ε. Π.ςκατά τον χρόνο υποβολής των εγκλήσεων (7.10.2011, 21.12.2011 και 2.3.2012) υπηρετούσε στο … Κατάστημα …..

της …. ως Υποδιευθυντής στον οποίο, με την ιδιότητά του αυτή, του είχε ανατεθεί ο Τομέας Ανάπτυξης Ιδιωτών - Αγροτών του οποίου ήταν υπεύθυνος. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι ένδικες εγκλήσεις ασκήθηκαν παραδεκτά, από νομιμοποιούμενο ενεργητικά για την υποβολή τους πρόσωπο, αφού ο Ε. Π. ήταν Υποδιευθυντής στο κατάστημα του ….

και με την ιδιότητα αυτή είχε την αρμοδιότητα να υποβάλει τις εν λόγω εγκλήσεις.

Ακολούθως τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, ερειδόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 Ε' και Η' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (αρ. 358 ΚΠοινΔ) εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου, ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Τα επ' ακροατηρίω, εξ άλλου, αναγνωσθέντα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας προκύπτουν όχι μόνο από τη ρητή μνεία στο σχετικό μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα, αλλά και από το σύνολο του περιεχομένου των πρακτικών της διαδικασίας καθ' ην εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση ως και από τις αιτιολογίες της τελευταίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου) για το σχηματισμό της ως άνω δικανικής του πεποιθήσεως αναφορικά με το νομότυπο των ενδίκων εγκλήσεων, είναι και το άνω υπ'αριθμ. ….94/19-12-2011 έγγραφο της Δ/νσεως Ανθρωπίνου Δυναμικού της τότε .... Το έγγραφο αυτό ναι μεν δεν αναφέρεται με την ονομασία αυτή στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, το επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, κατά την κατάθεση και ανάπτυξη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί απαραδέκτου των ενδίκων εγκλήσεων και προς υποστήριξη αυτού. Επομένως, ουδέν υπερασπιστικό του δικαίωμα στερήθηκε από τη μη ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, αφού, γνωρίζοντας το περιεχόμενο του, μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενώ η περαιτέρω αιτίαση αυτού ότι από το περιεχόμενο του προέκυπταν συμπεράσματα αντίθετα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ως πλήττουσα την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση αυτού, είναι απαράδεκτη.

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (δεύτερος) λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι λήφθηκε υπόψη το ως άνω έγγραφο χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ακολούθως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ: 6311/13.6.2018 αίτηση-δήλωση του Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 473/22.2.2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ