Legislator Case Law & Legislation
2036/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and free evaluation of evidence under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 2036/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the appellants against the Court of First Instance of Thessaloniki. The appellants argued that the lower court erred in its assessment of evidence regarding the acquisition of property rights. The court rejected these claims, stating that the lower court had the freedom to evaluate equivalent evidence and that the appeal did not demonstrate a flawed assessment of facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 561, 571, 576, 577, 974, 183, 176, 180, 183, 22 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it fails to prove a flawed assessment of evidence, as the lower court enjoys free evaluation of equivalent proof means.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure freedom of evaluation equivalent evidence property rights acquisition procedural dismissal legal costs appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2036 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2036/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1)Ε. συζ. Ν. Ν., το γένος Ι. Π., 2)Μ. συζ. Π. Δ. το γένος Ι. Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελισάβετ Αντωνιάδου.

Των αναιρεσίβλητων:1)Α. Γ. του Ε., 2)Π. Γ. του Α., 3)Ε. Γ. του Α., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικά εναχθείσας Α. Γ., 4)Π. συζ. Σ. Ρ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνά Κωστήρη, 5)Β. συζύγου Β. Α., το γένος Α. Μ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) ... νομίμως εκπροσωπουμένου, με έδρα την Θεσσαλονίκη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Στράνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5817/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 873/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 20-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ....10-1-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Γ. Β.Κ., ακριβές αντίγραφο της αναιρέσεως, με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες, προς την πέμπτη από τους αναιρεσίβλητους (Β. Β. Α., το γένος Α. Μ.). Εφόσον όμως αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτής (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ.873/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και ...52 επ. ΚΠολΔ (επίδοση προς τον κατά το άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ αντίκλητο δικηγόρο των εκκαλουσών στις 14.9.2016 - άσκηση (κατάθεση) αναίρεσης στις 20.9.2016). Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 571 και 577 ΚΠολΔ).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ΑΚ συνάγεται, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, ενώ νομέας είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος), αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, ήτοι με την πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, αποκτάται δε η νομή, κατά το άρθρο 976 του ίδιου κώδικα, είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα ή και με μόνη τη συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί εξουσία πάνω στο πράγμα.

Άσκηση νομής επι ακινήτου, που κατά το άρθρο 980 του ίδιου κώδικα ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου και που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτό, πράξεις, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και που κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση, η συλλογή των καρπών των επ’ αυτού δένδρων, η περιμάνδρωση, η περιτοίχηση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Εξ ετέρου ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20 του ίδιου κώδικα.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ίδιου κώδικα αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Τέλος κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος αριθμού 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από την παραδοχή οικείου λόγου εφέσεως των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω μη εγγραφής της στα οικεία κτηματολογικά φύλλα την από 23.9.2009 αγωγή τους, περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς τους επί ακινήτου από έκτακτη χρησικτησία και τη διόρθωση των πρώτων εγγραφών στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο, εξαφάνισε αυτήν και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το εν λόγω αίτημά της, δέχθηκε ως προς αυτό, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό (εφετείο) επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. (Ως προς το αίτημα περί αναγνωρίσεως των εναγουσών ως συνδικαιούχων αποζημιώσεως, λόγω απαλλοτριώσεως, που είχε κριθεί ότι απαραδέκτως σωρεύεται με το προαναφερθέν αίτημα, ο οικείος λόγος εφέσεως απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμος).

"Μετά την έγκριση τα οριστικής μελέτης από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, άρχισε κατά τα έτη 1957-1958 η κατασκευή της περιφερειακής τάφρου ομβρίων υδάτων του ανατολικού τομέα της πόλης, η οποία διερχόταν από τα διοικητικά όρια των ... και της Κοινότητας (νυν Δήμου) Πυλαίας. Ακολούθως, το Δημοτικό Συμβούλιο του ...

με την υπ’ αρ. ...1958 απόφασή του ενέκρινε την υπέρ και με δαπάνες του ..., αναγκαστική απαλλοτρίωση έκτασης επιφάνειας 208.672τμ που βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων των ... και της Κοινότητας (νυν ... για τη διάνοιξη της περιφερειακής τάφρου ομβρίων υδάτων του ανατολικού τομέα της πόλης, ενώ με την υπ’ αρ. 77668/2.10.1958 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 21/τ.Β’ /21.10.1958) εγκρίθηκε η παραπάνω ...1958 Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Κατά την εκτέλεση όμως των εργασιών για τη διάνοιξη της περιφερειακής τάφρου εκτός από τους απαλλοτριωθέντες αγρούς κατελήφθησαν και επιπλέον αγροί με εναποθέσεις χωμάτων (τούμπες) και λοιπών υλικών και μετά τη σύνταξη νέου τοπογραφικού διαγράμματος της τάφρου και νέου κτηματολογικού πίνακα όπου φαίνονται οι καταληφθείσες εκτάσεις πέραν της απαλλοτρίωσης, ο ...

προκειμένου ν’ αποζημιώσει τους θιγέντες από τις εναποθέσεις των χωμάτων και άλλων υλικών ιδιοκτήτες, προχώρησε στη λήψη της ...1961 Απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου για την απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης επιφ. 97.755μ2. Όσο διαρκούσε η παραπάνω διαδικασία, η οποία ξεκίνησε από το έτος 1962 και ολοκληρώθηκε τα έτη 1976-1978, υπήρχαν μόνο οι όγκοι των χωμάτων που είχαν εναποτεθεί στα παραπάνω ακίνητα και στα όμορα αυτών, και προέρχονταν από τη διάνοιξη της περιφερειακής τάφρου και για το λόγο αυτό οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες ζητούσαν επίμονα τη ρύθμιση της κατάστασης αυτής, όπως τούτο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ.

Πρωτ. ...1977 κοινή αίτησή τους. Σύμφωνα δε με τον κτηματολογικό πίνακα το σύνολο του χώρου που εναποτέθηκαν τα χώματα είναι έκτασης 92.214μ2, ενώ, μεταξύ των αγροτεμαχίων που καταλήφθηκαν με πρόσθετες εναποθέσεις χωμάτων συμπεριλαμβάνονται και τα αγροτεμάχια που φέρονται στους κτηματολογικούς πίνακες της τάφρου με αριθμούς 31γ, επιφάνειας 1416,00μ2, 31ι επιφάνειας 512μ2, 31κ επιφάνειας 2.592,00μ2, όπως μάλιστα αυτά εμφαίνονται και στα υπ’ αριθμ ...

συνημμένα διαγράμματα στην με αρ. εκθ καταθ. ...1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του συντάξαντος Γ. Σ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού που ορίσθηκε με την αρ. .../1996 πράξη του εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και τα οποία διαγράμματα αποτελούν ακριβή αντίγραφα του κτηματολογικού διαγράμματος.

Μετά από την υπ’ αριθμ. Πρωτ. .../1973 αίτηση των Α. Σ. κλπ φερομένων ιδιοκτητών, ο ... παρακατέθεσε ποσό 1.048.886 δρχ για την αποζημίωση μεταξύ των άλλων και για τα ανωτέρω αγροτεμάχια που καθορίστηκε με την υπ’ .../1973 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. .../9.1.1974 πράξη κατάθεσης γραμματίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης (γραμμάτιο παρακατάθεσης .../7.1.1974).

Στη συνέχεια ο ... με το υπ’ αριθμ. Πρωτ. ...7.6.1979 έγγραφο του Τμήματος Κτηματολογίου και Δημ. Περιουσίας προ της Δ/νση ΜΗΚ (Μηχανολογικού - Ηλεκτρολογικού -Καθαριότητας) την ενημέρωνε, ότι κατά τη διάνοιξη της τάφρου είχε καταληφθεί με χώματα επιπλέον έκταση συνολικής επιφάνειας 100.000μ2 περίπου και από αυτήν είχε ήδη αποζημιωθεί έκταση 57.451μ2 και ότι ο χώρος αυτός είχε επιλεγεί για τη μεταφορά του Δημοτικού Μηχανουργείου.

Σ’ απάντηση του ανωτέρω εγγράφου η Δ/νση ΜΗΚ με το υπ’ αριθμ. .../3.7.1979 έγγραφο της επέστρεψε το τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο σε συνεργασία με τη Δ/νση Αρχιτεκτονικού είχε επισημάνει με πράσινο χρώμα το περίγραμμα του απαιτούμενου χώρου που είχε κρίνει απαραίτητο για την ανάπτυξη των εγκαταστάσεων του Μηχανουργείου όσο και για την άνετη προσπέλαση σ’ αυτές.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι από την επισκόπηση του εν λόγω τοπογραφικού διαγράμματος προκύπτει ότι εντός του απαιτούμενου χώρου για την ανάπτυξη των εγκαταστάσεων του Μηχανουργείου όσο και για την άνετη προσπέλαση σ’ αυτές, περιλαμβάνεται και το με αρ. 31κ αγροτεμάχιο επιφάνειας 2.592,00μ2.

Ακολούθως, και επειδή τα με α/α 31γ, 31ι και 31κ τεμάχια της τάφρου, δεν είχαν καμία πρόσβαση σε κοινοτική ή άλλη οδό, αλλά και άλλα τμήματα ιδιοκτησίας του ..., και συγκεκριμένα τα α/α 28β και 28γ τεμάχια της τάφρου, στα οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. ....7.1981 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου η εγκατάσταση του μικρού ασφαλτικού συγκροτήματος της Δ/νσης Οδοποιίας του ΔΘ, και προκειμένου να αποκτήσει η επιλεγείσα έκταση δρόμο προσπελάσεως, εγκρίθηκε με την ...1982 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου η ανταλλαγή εκτάσεων ιδιοκτησίας του ...

και ιδιώτου και κατόπιν ο ... προχώρησε στην αγορά ολόκληρου του όμορου υπ α/α 31δ αγροτεμαχίου, εμβ. 1922, 00 μ2, δυνάμει του υπ’ αρ. ...22.2.1084 συμβολαίου μεταβίβασης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Ν. που νόμιμα μεταγράφηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την εγκατάσταση στην περιοχή του Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων του ...

στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο χώρος αυτός καθώς και η υπόλοιπη παρακείμενη έκταση ιδιοκτησίας του ... χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης των απορριμματοφόρων και λοιπών οχημάτων που δε χρησιμοποιεί ο Δήμος. Το επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα της έκτασης του ανωτέρω με αρ. 31κ αγροτεμαχίου επιφάνειας 2.592,00μ2., με στοιχεία ..., εμβαδού 859μ2, όπως τούτο εμφαίνεται στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του συντάξαντος Ν.

Α. αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, για το οποίο οι ενάγουσες εκθέτουν ότι δυνάμει άτυπης αγοράς, που έλαβε χώρα το έτος 1986, από τον Σ. Π., απέκτησαν τη νομή και κατοχή αυτού, καθώς ότι έκτοτε ασκούν αδιαλείπτως επ’ αυτού, με διάνοια συγκυρίων τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής, καθώς, έχουν περιφράξει το ακίνητο και έχουν φυτέψει σε αυτό διάφορα οπωροφόρα δέντρα και έχουν καταστεί συγκυριες αυτού, κατ’ ισομοιρία, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ουδόλως, όμως αποδείχθηκε ότι τόσο οι ενάγουσες όσο ο επικαλούμενος απ’ αυτές δικαιοπάροχος τους Σ. Π. άσκησαν πράξεις νομής και κατοχής στο μίσθιο, εφόσον από το 1962 μέχρι το 1980 δε μπορούσε το επίδικο να χρησιμοποιηθεί από κανέναν, εφόσον υπήρχαν τούμπες χωμάτων ύψους 15 έως 20 μέτρων και από το 1981 και εντεύθεν η ευρύτερη νοτιοανατολική περιοχή του επιδίκου χρησιμοποιείται από το ...

αρχικά ως Διεύθυνση Μηχανολογικού- Ηλεκτρολογικού-Καθαριότητας και ως αύλειος χώρος του Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων. Ακόμη, πρέπει να επισημανθεί ότι ο μάρτυρας των εναγουσών εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο Δ. μεταβίβασε τη νομή (του επιδίκου ακινήτου) στην Ε.

Ν. και Μ. Δ., ενώ δεν ανέφερε τίποτα για τον επικαλούμενο από τις ενάγουσες, στο δικόγραφο της αγωγής τους, δικαιοπάροχο τους Σ. Π., ο δε δεύτερος μάρτυρας των ιδίων κατέθεσε ενόρκως ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος ήταν ο Π. και μετά ο Δ., ενώ, όπως προκύπτει από το συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή σχεδιάγραμμα του συντάξαντος Ν.

Α. αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, αποδεικνύεται ότι επί του σχεδιαγράμματος αυτού, εδαφικό τμήμα εμβαδού 389,65μ2, με έχοντα ανάμιξη σ’ αυτό τον Χ. Δ., τοποθετείται δυτικά σε σχέση με το επίδικο τμήμα (εμβαδού 859μ2) και χωρίς ουδόλως να εφάπτεται μ’ αυτό, ενώ, από την επισκόπηση του αυτού σχεδιαγράμματος, προκύπτει ότι μεσολαβεί μεταξύ των εδαφική έκταση, που δε φέρεται να έχει ανάμιξη ο Δ., αλλά οι κληρονόμοι του Δ.

Σ., όπως το όνομα αυτών αποτυπώνεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα. Για τον ανωτέρω λόγο δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εργασίες ισοπέδωσης που κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγουσών ότι πραγματοποίησε ο Δ. πριν το 1986, ακόμη κι αν έλαβαν χώρα, αφορούν το επίδικο εδαφικό τμήμα που περιγράφεται στην αγωγή και εμφαίνεται στο συνημμένο αυτής σχεδιάγραμμα.

Επιπλέον, ο μάρτυρας των εναγουσών δεν προσδιορίζει χρονικά πότε έγινε η περίφραξη και πότε η βάση για το λυόμενο, που όπως λέει αυτό το χάλασαν οι αθίγγανοι, ούτε από την κατάθεση του αποδεικνύεται η διαρκής και αδιάλειπτη άσκηση διακατοχικών πράξεων για χρονικό διάστημα είκοσι ετών στο επίδικο από τις ενάγουσες ή άλλον αντιπρόσωπο τους, ούτε, επίσης, από την κατάθεσή του προέκυψαν καλλιεργητικές πράξεις του ακινήτου ή άλλη πέραν της αγροτικής εκμετάλλευσης, χρήση, έστω, εποχική, των εναγουσών ή αντιπροσώπων αυτών στο περιγραφόμενο στην αγωγή εδαφικό τμήμα.

Όσο δε αφορά το θέμα της περίφραξης, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι το επίδικο περιφράχθηκε με τσιμεντοκολώνες, ενώ, οι ενάγουσες στο δικόγραφο των προτάσεων που κατέθεσαν στις 28.11.2013, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κάνουν λόγο για υπάρχον κατά την απαλλοτρίωση συρματόπλεγμα 71,50 μέτρων.

Επίσης, η μάρτυρας του εναγόμενου ..., κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι στο επίδικο ακίνητο δεν υπήρχε, ούτε περίφραξη ούτε βάση για λυόμενο, καθώς ότι το 1987-1988 το ακίνητο των εναγουσών ήταν γεμάτο χώματα και είχε ένα μονοπάτι που το άνοιξαν οι υπάλληλοι του Δήμου για να περνάει αυτοκίνητο.

Το ότι δεν υπήρχε βάση για λυόμενο στο επίδικο ακίνητο, αλλά μια γκρεμισμένη καλύβα, το κατέθεσε ενόρκως και ο έτερος μάρτυρας των εναγομένων, ενώ σχετικά με την περίφραξη κατέθεσε ότι την είδε τη δεκαετία του 1990 και ότι την έκαναν οι διπλανοί. Στο σημείο αυτό επίσης, πρέπει να προστεθεί ότι δεν προσκομίζονται φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, που συνεκτιμώμενες μ’ όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα να κατέτειναν στην απόδειξη της άσκησης νομής από τις ενάγουσες σε χρονικά σημεία εντός της εικοσαετίας, αρχής γενομένης από το έτος 1986, ενώ, προσκομίζεται από τις ενάγουσες μετ’ επικλήσεως αεροφωτογραφία, η οποία είναι του έτους 2009.

Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι στο αυτό ως άνω δικόγραφο των προτάσεων που οι ενάγουσες κατέθεσαν στις 28.11.2013, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναφέρουν ως επικείμενα, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, 3 ελιές μία συκιά και μία ακακία, χωρίς να κάνουν λόγο για μηλιές και ροδακινιές, και χωρίς επίσης, κατά την έκθεση και περιγραφή του επιδίκου ακινήτου και των επικειμένων αυτού, στα πλαίσια του ανωτέρω σωρευομένου αιτήματος τους περί αναγνώρισής τους ως δικαιούχων αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, να κάνουν λόγο για θεμέλια και βάση λυόμενου σπιτιού ως επικείμενο του ακινήτου, ενώ, επίσης, πρέπει να διευκρινισθεί ότι με την αρ. 2498/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η διεκδικητική αγωγή των Α.

Σ. κλπ κατά της Ε. Ν. απορρίφθηκε ως αόριστη και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, σε βαθμό πλήρους δικαστικής πεποίθησης, ότι οι ενάγουσες συγκεντρώνουν τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και για το λόγο αυτό, έγιναν συγκύριες της ανωτέρω έκτασης. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της επικαλουμένης και προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ καθώς και των αυτεπαγγέλτως προστιθεμένων (άρθρ. 562 παρ.4 ΚΠολΔ) και προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 980 του ίδιου κώδικα, αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες απέκτησαν το 1986 τη συννομή του ενδίκου ακινήτου με άτυπη αγορά από τον Σ. Π. και ότι ούτε οι ίδιες αυτοπρόσωπα ή μέσω άλλου, ούτε ο επικαλούμενος δικαιοπάροχός τους άσκησαν σ’ αυτό πράξεις νομής, αφού τούτο (επίδικο) από το 1962 μέχρι το 1980 δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από κανένα εφόσον υπήρχαν επ’ αυτού τούμπες χωμάτων 15 έως 20 μέτρων και από το 1981 και εντεύθεν το επίδικο και η ευρύτερη νοτιοανατολική περιοχή του, χρησιμοποιείται από το ...

και δή αρχικά ως Διεύθυνση Μηχανολογικού - Ηλεκτρολογικού Καθαριότητας και στη συνέχεια ως αύλειος χώρος του Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου τρίτου λόγου, κατά τις οποίες το δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα εκατέρωθεν προσκομισθέντα έγγραφα και δή την αγωγή των κληρονόμων του Δ.Σ., την επ’ αυτής εκδοθείσα υπ’ αριθμ.16229/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την διαταχθείσα στα πλαίσια της δίκης αυτής υπ’ αριθμ....1997 έκθεση δικαστικής πραγ/νης του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Σ., καθώς και εκείνες (αιτιάσεις) του πέμπτου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν εξέτασε τις προαναφερθείσες δικαστική απόφαση και πραγ/νη καθώς και τους αφορώντες στην επί του επιδίκου άσκηση από αυτούς πράξεων νομής, ισχυρισμούς τους, είναι απαράδεκτες, αφενός μεν γιατί αφορούν σε εκτίμηση αποδείξεων, η οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ εναπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφετέρου δε γιατί αφορούν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, οποία ομοίως κατά το άρθρο 561 παρα.1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Εξ ετέρου οι από την ίδια διάταξη, καθώς και εκείνη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, αιτιάσεις του πρώτου λόγου, κατά τις οποίες πάσχει η διαδικασία της αναφερομένης στην απόφαση απαλλοτριώσεως είναι αλυσιτελείς, ενόψει του αντικειμένου της δίκης που είναι η αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας των εναγουσών αναιρεσειουσών επί ακινήτου ενταχθέντος, σε πάσχουσα κατά αυτές απαλλοτρίωση, το οποίο όμως δικαίωμα (που αποτελεί προαπαιτούμενο τυχόν αξιώσεων τους από την εκφεύγουσα του αντικειμένου της παρούσας δίκη απαλλοτρίωση) δεν αποδείχθηκε.

Για τον ίδιο λόγο αλλά και προσέτι γιατί αφορά απροκάλυπτα σε εκτίμηση πραγμάτων είναι απορριπτέες και οι αφορώσες στην απαλλοτρίωση επι μέρους αιτιάσεις του τρίτου λόγου. Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι πρώτος, τρίτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί επίδραση στην σύμβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔ ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις Πράξεις Εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών (ΑΠ 634/2016, ΑΠ 1343/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο κατά την εγγραφή του επιδίκου στα βιβλία του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συνημμένου στην αγωγή και συνταγέντος με αίτηση των εναγουσών - αναιρεσειουσών τοπογραφικού διαγράμματος του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.

Α., με δε τον πέμπτο λόγο και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως από τις αναιρεσείουσες της νομής του επιδίκου από τον Σ. Π. παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται στο ταυτάριθμο με την πρωτόδικη υπ’ αριθμ.5817/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικό συνεδριάσεως.

Οι λόγοι αυτοί (δεύτερος λόγος και πρώτο μέρος του πέμπτου) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί αναφέρονται σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, ώστε να υπόκεινται σε παραμόρφωση, κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης και δη το τοπογραφικό διάγραμμα ως έχον χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔ και τα πρακτικά συνεδριάσεως ως περιέχοντα το αποδεικτικό μέσο της μαρτυρικής καταθέσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ), ενώ στα πλαίσια της ελεύθερης, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτίμησης των αποδείξεων, το δικαστήριο μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία σε κάποια αποδεικτικά μέσα από ότι σε άλλα, η δε εκτίμησή του αυτή, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου κώδικα δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/200..) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος. Εξ ετέρου από την ιδιαίτερη αναφορά του δικαστηρίου σε κάποια αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο, έλαβε μεν υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά δεν προσέδωσε σ’ αυτό τη βαρύτητα του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τούτο έχει (ΑΠ 41/2016, ΑΠ 758/2016, ΑΠ 682/2016). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα πρέπει μεν να αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών, αλλά δεν αποτελούν ισχυρισμούς κατά την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 618/2016).

Τέλος ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά κανόνα, ενόψει του συστήματος της ελεύθερης αποδείξεων που ισχύει στον ΚΠολΔ (αρθρ.340) είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (ΚΠολΔ 438 επ., 441, 448) η δε απόδοση σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας δεν ιδρύει το λόγο αυτό (ΑΠ 41/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των προπαρατεθεισών διατάξεων των αριθμών 8, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος ως προς την απόκτηση από τις αναιρεσείουσες, από το 1986 και λίγο πριν, της νομής του επιδίκου και της ασκήσεως έκτοτε επ’ αυτού πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και την απόκτηση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία δεν έλαβε υπόψη όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες αποδεικτικά μέσα, εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και επιλεκτικά κάποια έγγραφα τα οποία και μνημονεύει στην προσβαλλομένη απόφαση.

Ότι ειδικότερα το Εφετείο παρά το ότι μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά δεν έχει λάβει υπόψη α)την υπ’ αριθμ.κατ....1990 αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αγωγή των κληρονόμων του Δ. Σ., β)την υπ’ αριθμ....1990 προσεπίκλησή τους προς το ..., γ)την επ’ αυτών εκδοθείσα υπ’ αριθμ....1991 πράξη του Π.Π.Θεσσαλονίκης, δ)την υπ’ αριθμ....1997 έκθεση πραγ/νης στ)την υπ’ αριθμ.16229/2008 τελεσίδικη απόφαση του Π.Π.Θεσσαλονίκης ζ)την Αεροφωτογραφία του 2009 η)το κτηματολογικό διάγραμμα της ....

Κατ’ αρχάς οι πλημμέλειες αυτές ως παραβίαση του αριθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) όπου μεταξύ άλλων τα υπό στοιχ.δ’ και ζ’ έγγραφα αναφέρονται ρητά (10η και 17 σελίδα), σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου γίνεται προσέτι αναφορά στους κληρονόμους του Δ.Σ.

και το ακίνητό τους (σελ. 10 και 15) δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία, ότι τα επίμαχα αυτά έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την εξαγωγή, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος. Η αιτίαση κατά την οποία λήφθηκαν υπόψη μόνο τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμη αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αξιολογεί χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο, η δε ιδιαίτερη αναφορά του σε κάποιο από αυτά, δεν σημαίνει ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ η απόδοση μεγαλύτερης ή καμμίας βαρύτητας και αξιοπιστίας σε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον όπως στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί ισοδυνάμων (και ισοκύρων) αποδεικτικών μέσων, ενώ η επικαλούμενη δικαστική απόφαση έχει μεν την κατά το άρθρο 312 ΚΠολΔ αποδεικτική αξία, πλην όμως εφόσον έχει εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων και αφορά διαφορετικό ζήτημα από το επίμαχο, που είναι η απόκτηση και άσκηση νομής των αναιρεσειουσών επί του επιδίκου, εκτιμάται ελεύθερα για έμμεση απόδειξη και συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη για το εν λόγω ζήτημα σε σχέση με τις λοιπές (και για το αποδεικτέο θέμα) αποδείξεις.

Η άποψη των αναιρεσειουσών ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν ως προς το επίμαχο ζήτημα οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ενόψει τούτων οι από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του ερευνώμενου τέταρτου λόγου πρέπει να απορριφθούν, καθώς και εκείνες του αρ.12 του ίδιου άρθρου, αφού το δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, απέδωσε στα επίμαχα ισοδύναμα και ισόκυρα αποδεικτικά μέσα την αξία που είχαν, η δε απόδοση μικρότερης ή μεγαλύτερης αξίας σε κάποιο από αυτά, δεν ιδρύει την ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Εξάλλου τα επίμαχα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν ισχυρισμούς και δεν συνιστούν πράγματα ήτοι ισχυρισμούς με την έννοια του αρ.8 του ίδιου άρθρου ώστε να ιδρύεται από την παράλειψη έρευνας τους, η από τη διάταξη αυτή αναιρετική πλημμέλεια. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τέταρτος) καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) ενώ αυτές λόγω της ήττας τους (άρθρ.183 και 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο ..., σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο για αυτόν άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και όπως τούτο ισχύει και κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.9.2016 αίτηση των Ε. Ν. Ν., το γένος Ι. Π. κ.λπ κατά των Α. Γ. του Ε. Π. Γ. του Α. κ.λπ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.873/2016 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ για τους υπό στοιχ.1 έως και 4 των αναιρεσιβλήτων και σε εξακόσια (600) ευρώ για τον 6ο αναιρεσίβλητο ....

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ