Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to inadmissible arguments regarding vague claims and failure to cite evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision, which had rejected the bank's claim for interest payments. The appellant argued that the lower court erred in dismissing the claim as vague and failed to consider specific evidence regarding interest calculations. The court ruled that the appeal arguments were inadmissible because they relied on a claim rejected for vagueness and did not properly cite the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 269, 559, 559(20), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a claim as vague is inadmissible if the appellant's arguments rely on the same vague claim or fail to properly cite the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2036 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2036/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μαρκάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "DIAKAN SHIPPING SA", που εδρεύει τυπικά στον ..., ουσιαστικά στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Δ., κατοίκου ..., 3) Ν. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέλοπα Λάσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1125/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/10/2008 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1799/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείουσα με την από 3/2/2014 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 22/11/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Χαμηλοθώρη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία. Με αριθμό 1125/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου ..., η οποία απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσειούσης κατά της 4325/19-9-2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής που προτάθηκε εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής. Η συζήτηση της αναίρεσης γίνεται μετά την έκδοση της 1799/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, φέρεται δε νομίμος και εκπροθέσμος με την από 3-2-2014 κλήση της αναιρεσειούσης, προς συζήτηση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ )και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (αρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ).
II. Από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν παραστάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.
γ' του άρθρου 269, σύμφωνα με την οποία κατ' εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτά αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία. Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους και συγκεκριμένα στην περίπτωση του αρθρ. 269 παρ. 2 γ' ΚΠολΔ., πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 264 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει, εκτός των άλλων, η επίδοση επιταγής πληρωμής κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο, δηλαδή επιταγής για πληρωμή κάτω από εκτελεστό τίτλο, τον εννοιολογικό προσδιορισμό του οποίου παρέχει το άρθρο 904 ΚΠολΔ. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 918 παρ. 4, 915, 916 και 921 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στους εκτελεστούς τίτλους περιλαμβάνονται και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα με την προϋπόθεση ότι περιέχουν απαίτηση βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Βεβαίωση είναι η απαίτηση, όταν δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία, εκκαθαρισμένη δε, όταν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης απόφασης η αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε, ωα απαράδεκτη, λόγω βραδείας προβολής στο Εφετείο, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, με την επίδοση στην πρώτη αναιρεσίβλητη επιταγής για πληρωμή κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο και ειδικότερα κάτω από το συμβόλαιο ...
του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχ. Λεβέντη, την οποία, αμυνόμενη κατά της προταθείσας από τους εναγομένους - αναιρεσίβλητους ένστασης εικοσαετούς παραγραφής της συζήτησής της από σύμβαση δανείου προς την πρώτη, την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκαν ο δεύτερος και ο τρίτος, προέβαλε τόσο ενώπιον του πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, διότι, και με την εκδοχή ότι προβλήθηκε απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοδικείου με την προσθήκη στις προτάσεις, σε κάθε περίπτωση υπήρξε παραδεκτή ενώπιον του Εφετείου.
Και τούτο διότι ενόψει του ότι αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, περιεχόμενη στις προτάσεις τους τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεων των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοδικείου και του εφετείου) προκύπτει ότι οι εναγόμενοι διέλαβαν στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοδικείου ότι " Για να αντιμετωπίσει την άνω ένσταση παραγραφής η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι κοινοποίησε αντίγραφο από απόγραφο του συμβολαίου ...
του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχ. Λεβέντη με επιταγή για πληρωμή του δανείου και των τόκων. Όμως η κοινοποίηση του εν λόγω συμβολαίου ουδέποτε διέκοψε την παραγραφή, διότι το επικαλούμενο υπό της ενάγουσας πιο πάνω συμβόλαιο δεν συνιστά σύμβαση χορήγησης δανείου, αλλά υπόσχεση χορήγησης δανείου και μάλιστα υπό την αίρεση της πλήρωσης ορισμένων προϋποθέσεων και υπό την εξουσιαστική αίρεση της κατά την απόλυτη κρίση της ενάγουσας πληρώσεως των όρων αυτών, και ότι " το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο, το οποίο επιλεκτικά επικαλέστηκε η ενάγουσα, συνιστά προσύμφωνο χορήγησης δανείου, αφού δεν βεβαιώνεται από αυτό η καταβολή του ποσού, μάλιστα δε για τη διάθεση του ποσού του άνω προσυμφωνηθέντος δανείου το πιο πάνω συμβόλαιο θέτει την αίρεση της εις το μέλλον υπογραφής υποθηκών επί των πλοίων "ΤΥΧΗ"και "ΠΡΟΟΔΟΣ" και την πιστοποίηση της καταβολής του ποσού του προσυμφωνηθέντος δανείου με άλλο μέλλον να υπογραφεί συμβόλαιο...Κατ' ακολουθίαν για τη διακοπή της παραγραφής έπρεπε να κοινοποιηθεί το παραπάνω συμβόλαιο μαζί με το συμβόλαιο ...
του ιδίου συμβολαιογράφου με επιταγή για εκτέλεση..." Από τους ισχυρισμούς όμως αυτούς των εναγομένων δεν συνάγεται, άμεσα ή έμμεσα, καμιά δικαστική ομολογία αυτών, αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά των οποίων γίνεται επίκληση, για τη θεμελίωση της πιο πάνω αντένστασης της ενάγουσας για διακοπή της προταθείσας παραγραφής.
Αντιθέτως καθίσταται σαφείς ότι οι εναγόμενοι αρνούνται με τις προεκτεθείσες αναφορές τους ότι το συμβόλαιο ... του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχ.Λεβέντη αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 904 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι περιέχει βεβαίωση εκκαθαρισμένη απαίτηση. Για τη θεμελίωση όμως της αντένστασης διακοπής της παραγραφής με βάση το άρθρο 264 αριθ. 1 ΑΚ απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη της ύπαρξης εκτελεστού τίτλου και, όταν πρόκειται για συμβολαιογραφικό έγγραφο, όχι απλώς η επίκληση και απόδειξη ενός τέτοιου εγγράφου, αλλά και η παράθεση και απόδειξη των περιστατικών που καθιστούν το συμβολαιογραφικό έγγραφο τίτλο εκτελεστό, δηλαδή των στοιχείων που φανερώνουν ότι περιέχει εκκαθαρισμένη και βέβαιη απαίτηση με την προεκτεθείσα έννοια.
Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια για κήρυξη παρά το νόμο απαραδέκτου που ερείδεται στο αρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη, η οποία οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 και 905 παρ. 2 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της ουσίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ολ ΑΠ 15/2011).Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, διατυπώνει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως, εάν επήλθε διακοπή της προβληθείσας από τους αναιρεσίβλητους παραγραφής της απαίτησής της, όπως όφειλε να πράξει, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, το απαράδεκτο της βραδείας προβολής των μέσων επίθεσης και άμυνας δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνοντας υπόψη αυτεπαγγέλτως, όπως είναι και η διακοπή ή αναστολή της παραγραφής.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής, ανεξαρτήτως του ότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, έπρεπε σε κάθε περίπτωση να είχε προταθεί νομίμως από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας.
IV. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (αρθ. 28 παρ. 1του Συντάγματος, ( εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης. Οι διατάξεις αυτές δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει, χωρίς να θίγει το δικαίωμα αυτό στην ουσία του ορισμένους χρονικούς περιορισμούς και προθεσμίες στο δικαίωμα προβολής ισχυρισμών και υπεράσπισης της υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου, να διαφοροποιεί, ανάλογα ε την διαδικασία, την καθ' ύλην αρμοδιότητα και το βαθμό δικαιοδοσίας, τις προθεσμίες κατάθεση των προτάσεων και προβολής ισχυρισμών προς το σκοπό της ταχείας, εύρυθμης και αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης σύμφωνα με τις κρίσιμες γι' αυτόν αξιολογικές σταθμίσεις.
Με την έννοια αυτή το ουσιαστικό δικαίωμα σε δίκαιη δίκη από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν θίγεται από τις διατάξεις των άρθρων 237, 270, 591, 269 και 527 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται: α) διαφοροποιημένες προθεσμίες κατάθεσης των προτάσεων κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς και του μονομελούς Πρωτοδικείου (20 ημέρες πριν από τη συζήτηση οι προτάσεις και 15 ημέρες η προσθήκη σ' υτές ενώπιον του Πολυμελούς πρωτοδικείου και κατά τη συζήτηση και μέσα σε τρείς εργάσιμες ημέρες μετά από αυτή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου) και β) η προβολή των μέσων άμυνας και επίθεσης των διαδίκων στον πρώτο βαθμό καταρχήν με τις προτάσεις και κατ' εξαίρεση, όταν συντρέξουν οι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 2 του άρθρου 269 ΚΠολΔ λόγοι βραδείας προβολής και μετά την κατάθεση των προτάσεων, και στο δεύτερο βαθμό, μόνο αν είχαν προβληθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχουν οι εξαιρετικοί λόγοι του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο της δίκης στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό με τις ασφαλιστικές δικλείδες και των εξαιρέσεων των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ παρέχει επαρκώς στους διαδίκους τη δυνατότητα προβολής και δικαστικής διάγνωσης των δικαιωμάτων τους.
Συνακόλουθα ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι οι δικονομικοί περιορισμοί των προαναφερομένων άρθρων 237, 270, 591, 269 και 527 ΚΠολΔ δεν επέτρεψαν την εξέταση στην ουσία της αντένστασής της για διακοπή της προβληθείσας από τους αναιρεσίβλητους παραγραφής της ανταίτησής της και ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, υπαιτιότητας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ολ ΑΠ3/1997).
Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 70/2015, ΑΠ 427/2004).
Εξάλλου ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τα προταθέντα και αποτελούντα πράγμα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιαδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περιπίπτουσα η αναιρεσείουσα - ενάγουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 20 του ΚΠολΔ., διότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό της για την έκβαση της δίκης και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων ( των ενσωματωμένων στην αγωγή και την έφεσή της λογαριασμών), δεχόμενο γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά.
Ειδικότερα εκθέτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεση της, με τον οποίο παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή της, ως αόριστη, αναφορικά με το τμήμα της για καταβολή ανατοκισμένων τόκων, με την αιτιολογία ότι η αγωγή κατά το μέρος της, με το οποίο ζητείται η καταβολή ανατοκισμένων τόκων μικρότερων του εξαμήνου χρονικών διαστημάτων είναι αόριστη και πάντως μη νόμιμη ενώ η ίδια ισχυρίστηκε με την έφεση της ότι ουδέποτε προέβη σε ανατοκισμό καθυστερούμενων τόκων σε μικρότερα του εξαμήνου χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι, εάν η πρωτόδικη απόφαση είχε εκτιμήσει ορθά τα αποδεικτικά μέσα (δηλ.
το ... συμβόλαιο συνομολόγησης δανείου και σύσταση προτιμώμενης υποθήκης του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχ. Λεβέντη και τους λογαριασμούς ... στη ...) θα είχε διαπιστώσει ότι η ίδια υπολόγισε για πρώτη φορά συμβατικούς τόκους τη 15-6-1979, όπως είχε ρητά συμφωνήσει με τους αναιρεσίβλητους - εναγομένους, στη συνέχεια υπολόγισε την 13-10-1979 τόκους υπερημερίας, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία αυτή έκλεισε το λογαριασμό και περαιτέρω από τις 16-12-1979 ανά εξάμηνο και ότι, τελικά, με τον πρώτο λόγο έφεσής της επικαλέστηκε και απέδειξε ότι για τα διαστήματα από 12-4-1979 έως 15-6-1979 και από 16-6-1979 έως 13-10-1979 προέβη σε λογισμό συμβατικών τόκων που ουδέποτε προστέθηκαν στο κεφάλαιο, όπως τελείως εσφαλμένα δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προφανώς επειδή εξέλαβε εσφαλμένα την τελευταία στήλη των ενσωματωμένων στην αγωγή και την έφεση λογαριασμών της με τον τίτλο "υπόλοιπο", ως κεφάλαιο .
Με αυτό όμως το περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την έκταση που προβάλλεται πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι ο λόγο αυτός ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και όχι όταν την απέρριψε ως αόριστη ή νομικά αβάσιμη, όπως συνέβη στην ένδικη αγωγή, κατά το κρίσιμο μέρος της.
Κατά την προσβαλλόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους ισχυρισμού, διότι ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο απέρριψε τον πιο πάνω λόγω εφέσεως της αναιρεσείουσας, η ίδια προβάλλει με το λόγο αυτό εφέσεως επιχειρήματα και διατυπώνει εκτιμήσεις από αποδεικτικά έγγραφα, που δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, ενώ αντίθετα δεν παραθέτει, όπως θα έπρεπε, με σαφήνεια και πληρότητα , το κρίσιμο μέρος της αγωγής της, που κρίθηκε ως αόριστο και επαλλήλως ως μη νόμιμο.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που ηττήθηκε, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημάτους, όπως ειδικότερα στο διατακτικό ορίζονται (αρθρ. 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 1125/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ