Legislator Case Law & Legislation
2036/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on death of party during trial and procedural errors regarding will validity.

Case Number 2036/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a lower court's ruling on a will dispute. The court noted that the trial was interrupted by the death of one of the appellants, who was subsequently represented by their sole heir. It rejected arguments regarding the application of specific articles concerning the testator's mental capacity and the admissibility of new evidence, ruling that the lower court had correctly applied the relevant laws.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code; Article 529 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The death of a party during the appeal phase interrupts the proceedings, requiring the sole heir to continue; procedural errors regarding the admissibility of new evidence or the characterization of omitted arguments do not justify an appeal if the lower court applied the correct substantive law.

Keywords

AI generated
death of party during trial sole heir representation will validity dispute mental capacity argument admissibility of new evidence procedural error appeal civil procedure interruption

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846 and 1847 of the Civil Code
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2036 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2036/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Χ2, 3. Χ3, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8, 9. Χ9, 10. Χ10 και 11. Χ11. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χρυσίνη, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα (Χ1) απεβίωσε στις 24-5-2007 και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ξ και Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δήμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2006 αίτησή τoυς και με τους από 30-3-2009 και 2-4-2009 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη και με δήλωση και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η Ξ με τους από 30.3.2009 προσθέτους λόγους, που κοινοποιήθηκαν νομίμως στην αναιρεσίβλητη, όπως και κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1 απεβίωσε στις 24.5.2007, ήτοι μετά την άσκηση της αναιρέσεως, ότι κατέλειπε αυτήν ως μοναδική εξ' αδιαθέτου κληρονόμο της και ότι παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη.

Ο θάνατος της ως άνω αναιρεσείουσας, αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, η δε συγγενική σχέση που στηρίζει την εξ' αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή συνομολογείται από τους διαδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την 11964/2.6.2008 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Κορίνθου ..., ακριβές αντίγραφο της από 27.9.2006 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Χρήστο Βενετσάνο, που υπογράφει το δικόγραφο της αναιρέσεως ενώ από την 6548/3.4.2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ...

προκύπτει ότι και ακριβές αντίγραφο του από 30.3.2009 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, πλην όμως ο τρίτος των αναιρεσειόντων Χ3 δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως, ούτε υπέβαλε δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ.

ότι δεν θα παραστεί στην εκφώνηση. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του τρίτου των αναιρεσειόντων, σαν να ήταν και αυτός παρών.

ΙΙ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 18780/2001 πιστοποιητικού του Γ.Ν.Ν. Κορίνθου σχετικά με την κατάσταση της υγείας του διαθέτη Ζ, δεχόμενο ως μοναδικό περιεχόμενο αυτού την πρώτη σελίδα του πιστοποιητικού σχετικά με το ότι ο ως άνω (Ζ) νοσηλεύθηκε στο ως άνω νοσοκομείο για εγκεφαλική ισχαιμία όχι όμως και την δεύτερη σελίδα αυτού, στην οποία αναγράφεται "κλινική συνδρομή εισόδου:

Αδυναμία, ζάλη, δυσάρθρωση (πιθανώς μετά λήψη μεγάλης δόσης φαρμάκου) - παρούσα νόσος Υπέρταση, Νευρασθένεια, Ίλιγγος", με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες πόρισμα, ως προς την κατάσταση της πνευματικής υγείας του Ζ, κατά τον κρίσιμο στη συγκεκριμένη περίπτωση χρόνο.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι κατά τον χρόνο συντάξεως της 851/29.11.2001 δημόσιας διαθήκης ο διαθέτης είχε συνείδηση των πραττομένων και συνακόλουθα είχε την ικανότητα συντάξεως διαθήκης. Στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το 18780/2001 πιστοποιητικό του Γ.Ν.Ν Κορίνθου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω πιστοποιητικό για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη του "ότι ο διαθέτης Ζ εισήλθε κατ' αρχήν στο Γ.Ν.Ν Κορίνθου στις 5.11.2001, με ημερομηνία εξόδου 8.11.2001, και με διάγνωση εγκεφαλική ισχαιμία, με τα προδιαληφθέντα επίσης συμπτώματα, και περαιτέρω ότι στις 2.12.2001, δηλαδή 24 περίπου ημέρες μετά εισήλθε στο ως άνω νοσοκομείο με διάγνωση εγκεφαλικό επεισόδιο και τα προαναφερθέντα συμπτώματα", να καταλήξει στο συμπέρασμα, κατ' ορθή ερμηνεία του άρθρου 1719 Α.Κ., ότι σε κάθε περίπτωση ο ως άνω διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων κατά τον χρόνο συντάξεως της 851/2001 δημόσιας διαθήκης του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των προαναφερομένων πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1/1995 -Ολ-).

Εξάλλου ο πρώτος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, επίσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του εφάρμοσε την καταργημένη από τις 30.12.1996 διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 του Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της υποθέσεως, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ., όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του νόμου 2447/1996, αναφέροντας το κείμενο της ως άνω διατάξεως ρητώς στη μείζονα σκέψη της αποφάσεώς του και καταλήγοντας ότι δεν αποδεικνύονται πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

ΙV). Από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει, προκύπτει ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις προανακριτικές καταθέσεις των ιατρών ... και ..., τις οποίες η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιόν του.

V) Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.

Συνεπώς ο δεύτερος των προσθέτων λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων σχετικά με το ότι ο διαθέτης δεν είχε την ικανότητα να συντάξει διαθήκη και λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που περιόρισε αποφασιστικά την βουλητική του ικανότητα και έτσι άφησε την αίτησή τους αδίκαστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, που εμπίπτει στον αριθ. 8 και όχι 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας την ως άνω περίπτωση ανικανότητας του άρθρου 1719 παρ. 3 του Α.Κ., αλλ' ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, διότι έπασχε από βαριά εγκεφαλική νόσο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.9.2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π, ως και τους από 30.3.2009 (αρ. πρ. κατ. 80/2009 και 81/2009) προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 179/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ