Legislator Case Law & Legislation
2035/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of debt claim due to insufficient reasoning.

Case Number 2035/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's dismissal of a debt claim, finding the lower court's reasoning insufficient. The appellant argued the appellate court failed to adequately justify why the appellant's participation in the companies' management was irrelevant to the debt obligation. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision and remitted the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a decision if the appellate court fails to provide sufficient reasoning to justify its findings on the relevance of facts to the legal issue at hand.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning debt obligation corporate management remittal for retrial legal costs joint liability

Cited Legislation

AI generated
Article 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 94 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 para. a of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 361 and 201 of the Civil Code
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2035 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2035/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τουρκαντώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... …....", η οποία τυπικά εδρεύει στη ….., η διοίκησή της δε ασκείται πραγματικά στον ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία τυπικά εδρεύει στις ..., η διοίκησή της δε ασκείται πραγματικά στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριακού, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20/5/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό ... απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….. (τακτική διαδικασία - τμήμα ναυτικών διαφορών), που είχε απορρίψει την από 9/6/2017 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες να της καταβάλουν το αιτούμενο ποσό από οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου, που αναβίωσε μετά την ματαίωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε ο συναφθείς μεταξύ αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης συμβιβασμός, ποσό το οποίο οφείλει, σε ολόκληρο με την πρώτη, και η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατ' άρθρο 479 ΑΚ.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα δε με το άρθρο 104 εδ.

α` ΚΠολΔ για μεν τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτησή στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και εάν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 §§ 1 και 3 του ίδιου Κώδικα ειδικότερα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (και στις περιπτώσεις του άρθρου 98) η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι θεωρείται ότι κάποιος διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, άρα είναι δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην, και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δεν είχε πληρεξουσιότητα, την έλλειψη της οποίας εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρο 104 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 8/2009, ΑΠ 967/2018, ΑΠ 607/2017, ΑΠ 722/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την πρώτη αναιρεσίβλητη, σε νόμιμη μετάφραση, έγγραφα του Μητρώου επιχειρήσεων της ...ς, η αναιρεσείουσα λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση στις ..., ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και αυθημερόν διορίστηκε εκκαθαριστής ο C.

P.. Η εκκαθάριση αυτή περατώθηκε και ο εκκαθαριστής παρέδωσε αντίγραφα των λογαριασμών εκκαθάρισης και το σχέδιο διανομής μαζί με την έκθεση του ορκωτού λογιστή, σύμφωνα με το νόμο της ..., ζητώντας με επιστολή του την διαγραφή της εταιρείας. Το Μητρώο καταχώρισε τα εν λόγω στοιχεία διαγράφοντας την εταιρεία, στις ..., επιβεβαίωσε δε το γεγονός αυτό στις ...

και εγγράφως στις .... Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσείουσας ο Α. Τ., ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την νόμιμη προς αυτόν χορήγηση πληρεξουσιότητας προς παράσταση. Τούτο διότι το προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα με αριθμό ...

συμβολαιογραφικό μεταπληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., με το οποίο η δικηγόρος Α. Α., ως πληρεξουσία της αναιρεσείουσας δυνάμει του από ... πληρεξουσίου, χορηγεί πληρεξουσιότητα στον παραστάντα δικηγόρο έχει συνταχθεί πριν από τη λύση της εταιρείας, η δε εντολή για παράσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου έχει δοθεί από όργανα της εταιρείας που δεν αποδεικνύεται ότι την εκπροσωπούν πλέον.

Επομένως, η εν λόγω αναιρεσείουσα και επισπεύδουσα την συζήτηση θεωρείται δικονομικά απούσα και πρέπει να δικασθεί ερήμην.

Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ ο συμβιβασμός, που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 του ΚΠολΔ, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 871 και 872 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, εφόσον συντρέχουν οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις, δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 990/2007).

Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ συνάγεται ότι για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο τη διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση συμβιβασμού, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης (άρθρο 873 ΑΚ), η άφεση χρέους (άρθρο 454 ΑΚ), η δωρεά (άρθρο 496 ΑΚ) κλπ. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών δεν λαμβάνονται με τη στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών.

Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλόμενους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.

Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποιων προσώπων ή σε ποια έκταση (ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 1257/2017). Ο συμβιβασμός, που αποτελεί σύμβαση αμφοτεροβαρή, στην οποία εφαρμόζονται ως προς τις συνέπειες της αδυναμίας παροχής, υπερημερίας εκπλήρωσης, υπαναχώρησης κ.λ.π., οι γενικά ισχύοντες γι' αυτήν κανόνες, δεν υπόκειται κατ' αρχήν σε ορισμένο τύπο και μπορεί να συμφωνηθεί υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οι συνέπειες πλήρωσης ή ματαίωσης της οποίας κρίνονται κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 201 Α.Κ).

Ειδικότερα, μπορεί να ορισθεί ότι η με τον συμβιβασμό χωρούσα παραίτηση από αξίωση ή ανάληψη νέας υποχρέωσης γίνεται με την αναβλητική αίρεση της από τον άλλο των συμβαλλομένων εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του ή ισχύει με την όμοια διαλυτική αίρεση, οπότε οι συνέπειες της πλήρωσης ή ματαίωσης της αίρεσης αυτής θα ορισθούν κατά το κοινό δίκαιο.

Η αίρεση πρέπει να διατυπώνεται ρητά στη δικαιοπραξία, εκφραζόμενη άλλοτε με την λέξη, "εάν", άλλοτε δε με τη φράση "υπό τον όρο" ή άλλη παρόμοια φράση. Δεν αποκλείεται, όμως, να συνάγεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και τα συνοδεύοντα αυτήν περιστατικά, κατά τους κανόνες της ερμηνείας των δικαιοπραξιών.

Δηλαδή, εφαρμόζονται οι ΑΚ 173 και 200 σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό ή ατέλεια στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία ως προς τη δηλωθείσα βούληση των μερών. Οι αιρέσεις διακρίνονται περαιτέρω σε αναβλητικές και διαλυτικές. Αναβλητική είναι η αίρεση, με βάση την οποία τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας εξαρτώνται από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, οπότε τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται, μόλις ολοκληρωθεί η αίρεση, ήτοι μόλις επέλθει το παραπάνω γεγονός (ΑΚ 201, ΑΠ 1503/2008).

Περαιτέρω, θετική είναι η αίρεση όταν η ενέργεια της δικαιοπραξίας εξαρτάται από την επέλευση μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος. Η θετική αίρεση ματαιώνεται (ατονεί), όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός ή όταν καταστεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί (ΑΠ 829/2007, ΑΠ 345/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011).

Εκ πλαγίου παραβίαση μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, α) όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 10/2015), β) όταν το δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αναφέρει τις ερμηνευτέες δηλώσεις των μερών (ΑΠ 220/2016, 597/2005, 838/2005), γ) όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δ) όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 232/2016), με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε εγγράφως στον …..στις 25-5-2015 (επί της οποίας ανεγράφη για φορολογικούς λόγους ότι καταρτίστηκε στη ...) μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας "..." και της εταιρίας "...." (ως δανειοδοτριών) και της πρώτης εναγομένης εταιρίας "...

…...", αλλά και των μη διαδίκων εταιριών "....", "...." και "..." ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενων δανειοληπτριών, συμφωνήθηκε να χορηγήσουν οι ανωτέρω δανειοδότριες στις ανωτέρω δανειολήπτριες δάνειο συνολικού ποσού 1.335.000,00 δολαρίων Η.Π.Α. Η παροχή των δανειοδοτριών έναντι των δανειοληπτριών συμφωνήθηκε διαιρετή και εξ αυτού του λόγου η ενάγουσα συμφώνησε να καταβάλει μέρος του δανείου, ποσού 800.000,00 δολαρίων Η.Π.Α.

και η έτερη δανειοδότρια εταιρία "...." (μη διάδικος) το υπόλοιπο μέρος του δανείου, ποσού 535.000,00 δολαρίων Η.Π.Α. Σκοπός της άνω σύμβασης - η οποία, κατά ρητή συμφωνία των μερών, συμφωνήθηκε να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και κάθε διαφορά εξ αυτής να επιλύεται από τα Δικαστήρια του ….. (όρος 18) - ήταν η χρηματική διευκόλυνση αγοράς πλοίων από κάθε μια από τις δανειολήπτριες εταιρίες.

Το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο, με σταθερό επιτόκιο 2% (όρος 4), η δε αποπληρωμή του συμφωνήθηκε να γίνει αμέσως μόλις υπάρξουν διαθέσιμα κεφάλαια σε οποιαδήποτε των δανειοληπτριών και σε περίπτωση κατά την οποία οποιαδήποτε διαθέσιμα κεφάλαια σε οποιαδήποτε σχετική χρονική στιγμή δεν επαρκούν ώστε να αποπληρωθεί το συνολικό ποσό του δανείου ομού μετά των δεδουλευμένων τόκων επ' αυτού, τότε το διαθέσιμο ποσό να καταβάλλεται στις δύο δανειοδότριες κατ' αναλογία του ποσού του δανείου που δάνεισε καθεμία απ' αυτές (όρος 5).

Περαιτέρω, με τον όρο 6 της δανειακής σύμβασης συμφωνήθηκε η σειρά καταλογισμού των καταβαλλόμενων ποσών και δη: Πρώτον, για την εξόφληση οφειλόμενου δανείου των δανειζομένων προς την Τράπεζα "....", δεύτερον, για την πληρωμή των λειτουργικών εξόδων και εξόδων συντήρησης των πλοίων, τρίτον, για την πληρωμή των οφειλόμενων τόκων προς τις δανειοδότριες εταιρίες (...

και ....) και τέταρτον, για την πληρωμή του οφειλόμενου κεφαλαίου προς τις δανειοδότριες εκ του άνω δανείου. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα κατέβαλε, δια διαδοχικών καταθέσεων στον οριζόμενο στον όρο 2 της σύμβασης τραπεζικό λογαριασμό, ήτοι στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρία "....", ως διαχειρίστρια των πλοίων της πρώτης εναγόμενης και των λοιπών δανειοληπτριών εταιριών, στην τράπεζα "....", το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό, ήτοι το συνολικό ποσό των οκτακόσιων χιλιάδων δολαρίων Η.Π.Α.

Συγκεκριμένα, στις 28-5-2015 κατέβαλε το ποσό των 500.000,00 δολαρίων Η.Π.Α. και στις 2-6-2015 κατέβαλε το ποσό των 300.000,00 δολαρίων Η.Π.Α. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη τον Ιούνιο του 2015, αντί του ποσού των 4.300.000,00 δολαρίων Η.Π.Α, στην αγορά του φορτηγού πλοίου "...", το οποίο μετέπειτα μετονομάσθηκε σε "...".

Όμως, εντός του έτους 2015, λόγω των επικρατουσών δυσμενών συνθηκών της αγοράς στη ναυτιλία και της παρατεταμένης κρίσης, οι ανωτέρω δανειολήπτριες εταιρίες, πλην της πρώτης εναγομένης, προχώρησαν στην πώληση των πλοίων που ανήκαν σε έκαστη, ενώ και η πρώτη εναγόμενη υπέγραψε στις 2-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό (...) για την πώληση στη δεύτερη εναγόμενη του ανωτέρω …..

πλοίου της "...", το οποίο ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε απομείνει σε όλες τις δανειολήπτριες, αφού οι λοιπές είχαν ήδη πουλήσει τα πλοία τους. Μόλις η ενάγουσα πληροφορήθηκε τη συμφωνία πώλησης του ανωτέρω πλοίου άσκησε κατά των δανειοληπτριών εταιριών (περιλαμβανομένης της πρώτης εναγομένης) την από …… και με Γ.Α.Κ.

….. και Ε.Α.Κ. ….. αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., με την οποία δήλωσε ότι καταγγέλλει την ανωτέρω σύμβαση δανείου και ζήτησε από τις εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρο, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 823.457,54 δολ. Η.Π.Α. και δη 800.000,00 δολάρια Η.Π.Α. για κεφάλαιο του δανείου και 23.457,54 ευρώ για οφειλόμενους τόκους.

Παράλληλα, με το από το από 29-11-2016 ηλεκτρονικό της μήνυμα προς αμφότερες τις εναγόμενες (πωλήτρια και αγοράστρια του ανωτέρω πλοίου), δήλωσε ότι δεν συναινεί στην ολοκλήρωση της πώλησής του σύμφωνα με τους όρους του μεταξύ τους από 2-10-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού. Στη συνέχεια, προκειμένου να ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία του άνω πλοίου, η ενάγουσα και η πρώτη εναγομένη οδηγήθηκαν σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες, κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων, κατέληξαν σε σύμβαση που υπεγράφη στις ...

στον Πειραιά (την προηγουμένη ημέρα της παράδοσης του άνω πλοίου στην αγοράστρια δεύτερη εναγόμενη) μεταξύ της ενάγουσας, της εταιρίας "..." (αντιπροσωπευόμενης από την ενάγουσα) και του Ρ. Ο. (στα συμφέροντα του οποίου ανήκαν οι άνω εταιρίες) αφενός και της πρώτης εναγομένης εταιρίας "... …..." και των εταιριών "...." και "...." (απάντων συμφερόντων Γ.

Σ.) αφετέρου. Με την παραπάνω σύμβαση, η οποία τιτλοφορείται "ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ" (PRIVATE SETTLEMENT AND RELEASE AGREEMENT), συμφωνήθηκε ότι το ανωτέρω δάνειο, που χορηγήθηκε από την ενάγουσα προς τις εταιρίες "....", "....", "... S.A.." και "...", θα θεωρείται πλήρως και οριστικώς εξοφλημένο (συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, τόκων εξόδων κ.λ.π.) κατά το χρόνο εκπλήρωσης των όρων 2, 3 και 4 της σύμβασης (όρος 14).

Οι όροι αυτοί προέβλεπαν ειδικότερα: α) την καταβολή ποσού 323.000,00 δολαρίων Η.Π.Α. στην ενάγουσα από τις προσόδους πώλησης του πλοίου "..." (όρος 2), β) τη μεταβίβαση από το Γ. Σ. [τελικό δικαιούχο (...) ποσοστού 50% των μετοχών της εταιρίας "....", η οποία κατείχε το 100% στο εταιρικό κεφάλαιο της εταιρίας "....", που ήταν η πλοιοκτήτρια του ...

πλοίου "..."] 75 ονομαστικών μετοχών που αντιπροσώπευαν το 15% του συνόλου των 500 ονομαστικών μετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της εταιρίας "...." και τη μεταβίβαση από τον Α. Ν. [επίσης τελικό δικαιούχο (...) ποσοστού 50% των μετοχών της εταιρίας "...."] 100 ονομαστικών μετοχών, που αντιπροσώπευαν το 20% του συνόλου των 500 ονομαστικών μετοχών στο εταιρικό κεφάλαιο της άνω εταιρίας (όρος 3) και γ) τη συγκρότηση των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών "...." και "....", κατόπιν έγγραφης συμφωνίας των μετόχων, από δύο διευθυντές για κάθε μία εταιρία, εκ των οποίων ένα Διευθυντή θα επέλεγε η ενάγουσα και έναν ο Γ.

Σ., οι οποίοι (διευθυντές) θα ενεργούσαν από κοινού (jointly) και σύμφωνα με τη ανωτέρω συμφωνία των μετόχων (όροι 3 και 4). Η ενάγουσα - η οποία την ίδια ημέρα (...), με δυο διαδοχικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τη δεύτερη εναγόμενη, της γνωστοποίησε ότι συναινεί στη μεταβίβαση του ….. πλοίου "..." προς την τελευταία ελευθέρου βαρών, σύμφωνα με τους όρους του από 2-10-2016 άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των εναγομένων εταιριών - συνομολογεί με τις πρωτόδικες και τις παρούσες προτάσεις της ότι οι δύο πρώτοι από τους ανωτέρω όρους εκπληρώθηκαν.

Περαιτέρω, όμως ισχυρίζεται ότι δεν εκπληρώθηκε ο υπό στοιχείο γ' ανωτέρω συμφωνηθείς όρος αναφορικά με το διορισμό των υπογραφόντων δυο διευθυντών για τον έλεγχο και τη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών των δυο άνω εταιριών και την υπογραφή του συμφωνητικού των μετόχων και ότι, ενόψει της μη πλήρωσης του όρου αυτού, ενημέρωσε στις 1-4-2017 με ηλεκτρονικό της μήνυμα (εκτός άλλων) και την πρώτη εναγόμενη ότι διατηρεί όλα τα δικαιώματά της και του R.

O. και / ή των εντολοδοτών τους / μετόχων / συν-μετόχων, διευθυντών, συνδεδεμένων εταιριών, εκπροσώπων, εργαζομένων, υπαλλήλων, προσωπικού και αντιπροσώπων, σχετικά με τις αξιώσεις που αναλύονται στο άρθρο 14α και 14β του άνω συμφωνητικού, τα οποία θεωρούνται έγκυρα και υπαρκτά, όπως διατηρούνται και όλα τα υπόλοιπα δικαιώματα της "..." ως μετόχων της "....".

Τον παραπάνω ισχυρισμό, τον οποίο υπέβαλε πρωτόδικα, επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της (παραπονούμενη ότι πρωτοδίκως δεν λήφθηκε υπόψη) και επιχειρεί να τον τεκμηριώσει με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της έφεσής της (που κατ' ουσία είναι ενιαίος με τον πρώτο), με τον οποίο επικαλείται πλημμελή εκτίμηση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α) της ανωτέρω από ... "ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ", από την οποία προκύπτει η σημασία της συμφωνίας των μετόχων των εταιριών "..." και "..." για την πλήρωση των όρων της συμφωνίας και ειδικότερα του όρου 4 για το διορισμό των υπογραφόντων δυο διευθυντών για τον έλεγχο και τη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών των άνω εταιριών, β) των από 1-3-2017 και από 14-3-2017 μηνυμάτων της (ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), από τα οποία προκύπτει η αναγκαιότητα διορισμού διευθυντών για να υπογράφουν από κοινού τους τραπεζικούς λογαριασμούς των άνω εταιριών, γ) της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρός της Γ.

Τ. (υπευθύνου οικονομικού της τμήματος), κατά την οποία ο Γ. Σ. και οι εταιρίες συμφερόντων του δεν προχώρησαν στο διορισμό δυο διευθυντών στις εταιρίες "... " και "....", ούτε στο διορισμό δεύτερου συνυπογράφοντος στους λογαριασμούς τους, ούτε και στην υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού των μετόχων της, όπως προέβλεπε το από ...

ιδιωτικό συμφωνητικό και δ) των από ... και ... πρακτικών Δ.Σ. των άνω εταιριών, με τα οποία ο Γ. Τ. διορίστηκε μεν μέλος του Δ.Σ. αυτών, χωρίς όμως τον απαιτούμενο διορισμό από κοινού υπογραφόντων τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, καθώς και την παράλληλη υπογραφή της απαιτούμενης σχετικής συμφωνίας των μετόχων τους].

Πλην όμως, ναι μεν δεν αποδείχθηκε ότι υπογράφηκε η άνω συμφωνία των μετόχων (shareholders agreement) των εταιριών "...." και "....", όπως προέβλεπε ο όρος 3 της από ... "ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ", ωστόσο αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα είχε διορίσει το Γ. Τ. (υπεύθυνο οικονομικού της τμήματος / μη εκτελεστικό μέλος στο Δ.Σ.

της μητρικής της εταιρίας "... Συμμετοχών Α.Ε.") σε αμφότερα τα διοικητικά συμβούλια των εταιριών "...." και "....", με την επισήμανση ότι οι τελευταίες θα δεσμεύονται με τις υπογραφές και των δύο διευθυντών τους, υπογραφόντων από κοινού για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και τη διενέργεια οποιασδήποτε συναλλαγής οποιασδήποτε φύσης (βλ.

σχετ. τα από ... και ... πρακτικά Δ.Σ. των άνω εταιριών). Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το μάρτυρα της ενάγουσας Γ. Τ. στην 28-9-2017 ένορκη βεβαίωσή του δεν βρίσκουν στήριγμα στο υπάρχον στη δικογραφία αποδεικτικό υλικό, ενώ έρχονται και σε ευθεία αντίθεση με τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Εξάλλου, η μη υπογραφή της άνω συμφωνίας των μετόχων δεν καθιστά τον ανωτέρω συμβατικό όρο (αναβλητική αίρεση) μη εκπληρωθέντα, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα/εκκαλούσα, δεδομένου ότι, με βάση την αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης και με βάση την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.), προέκυψε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, με τον ανωτέρω υπό στοιχεία "γ" όρο, απέβλεψαν στη δυνατότητα συμμετοχής της ενάγουσας τόσο στη λήψη των αποφάσεων των ανωτέρω αναφερομένων εταιριών, όσο και στον έλεγχο της διαχείρισης αυτών, σκοπός ο οποίος εκπληρώθηκε.

Τούτο υποδηλώνεται άλλωστε εκ του ότι: α) Με τα άνω από ... και ... πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου των εταιριών "...." και "....." - το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε ως μέλος το διορισμένο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ. Τ. - αποφασίστηκε ότι οι άνω εταιρίες θα δεσμεύονται με τις υπογραφές και των δυο Διευθυντών τους, υπογραφόντων από κοινού για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και τη διενέργεια οποιασδήποτε συναλλαγής οποιασδήποτε φύσης, β) Η ενάγουσα, κατά το διάστημα των τριών και πλέον μηνών που μεσολάβησε από την ... (οπότε σύναψε με την πρώτη εναγόμενη την ανωτέρω από ... "ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ") μέχρι την 14-3-2017 [οπότε απέστειλε στην τελευταία ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο της γνωστοποίησε ότι δεν δεσμεύεται πλέον από την ανωτέρω σύμβαση και ζήτησε την εξόφληση της παλαιάς οφειλής (εκ του δανείου)], καίτοι είχε γνώση των άνω πρακτικών διορισμού του υποδειχθέντος απ' αυτή μέλους του Δ.

Σ. Γ. Τ. στις εταιρίες "...." και "....", δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενό τους, ούτε πρότεινε άλλο περιεχόμενό τους και δεν εισακούστηκε, γ) Η ενάγουσα αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα την επακολουθήσασα πώληση των μετοχών της εταιρίας "...," προς το Γ. Σ., προσυπογράφοντας την από ... σχετική "ιδιωτική συμφωνία" (Private Agreement) μεταξύ αυτής και των "..." και Α.

Ν. αφενός και των Γ. Σ., Ρ. Ο., "....", "... (...." και "...," αφετέρου και δ) Ο άνω εκπρόσωπος της ενάγουσας στα Δ.Σ. των εταιριών "...," και "...." Γ. Τ. δεν παραιτήθηκε όταν η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου με την από 17-11-2016 άνω αγωγή της, παρά μόνον στις ... και αφού είχαν μεταβιβαστεί οι μετοχές της εταιρίας "...," προς το Γ.

Σ. δυνάμει της άνω από ... ιδιωτικής συμφωνίας. Πλεοναστικά προς τα προεκτεθέντα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, μετά τη σύναψη, κατόπιν διαπραγματεύσεων, της προαναφερθείσας από ... ιδιωτικής συμφωνίας και της με ίδια ημερομηνία σύμβασης παρακαταθήκης μεταξύ των Γ. Σ., "...", Α. Ν. και Β. Π., σε εκτέλεση των οποίων μεταβιβάστηκε στο Γ.

Σ. (αγοραστή - παρακαταθέτη) το σύνολο των 175 ονομαστικών μετοχών της "...," από την "...", αξίας 107.717,50 δολαρίων H.Π.A., καθώς και 150,00 ονομαστικές μετοχές από τον Α. Ν., αξίας 92.325,00 δολαρίων Η.Π.Α (πρόκειται για τις μετοχές που είχαν δοθεί στην ενάγουσα με το ανωτέρω από ... ιδιωτικό συμφωνητικό), κατέστη πλέον περιττή, με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, η υπογραφή συμφωνίας μετόχων (Shareholders agreement) μεταξύ των Γ.

Σ., της ενάγουσας και του Α. Ν., αφού η εταιρία "..." και ο Α. Ν. έπαψαν πλέον να είναι μέτοχοι στο κεφάλαιο της "....", ο διορισθείς από την ενάγουσα Διευθυντής Γ. Τ. παραιτήθηκε την ίδια ημέρα (7-6-2019 -ορθό 2017-) από την άνω θέση του στα διοικητικά συμβούλια των εταιριών "...." και "...." και ο Γ. Σ. απέμεινε ο μοναδικός μέτοχος στο κεφάλαιο της "....".

Κατόπιν όλων αυτών αποδεικνύεται ότι η επίδικη οφειλή της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα από την από 27-5-2015 σύμβαση δανείου αποσβέστηκε με την εκπλήρωση των ανωτέρω όρων 2, 3 και 4 της μεταξύ τους από ... "ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ" (όρος 14 αυτής).... "Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή της.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δίκαιου διατάξεις των άρθρων 361 και 201 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα σχετικά με το αν πληρώθηκε η αίρεση, υπό την οποία τελούσε η από ...

συμφωνία συμβιβασμού/άφεσης χρέους, αν δηλαδή εκπληρώθηκαν ή όχι οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τελούσε το υπογραφέν μεταξύ των διαδίκων (αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης) από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, α) δέχεται ότι εκπληρώθηκαν οι επίμαχοι όροι 2, 3 και 4 της προαναφερόμενης από ... συμφωνίας, χωρίς ωστόσο να παραθέτει την ακριβή διατύπωση των όρων 3 και 4, τους οποίους ενοποιεί σε ένα ενιαίο όρο που ονομάζει όρο γ, με περιεχόμενο "τη συγκρότηση των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών "...." και "....", κατόπιν έγγραφης συμφωνίας των μετόχων, από δύο διευθυντές για κάθε μία εταιρία, εκ των οποίων ένα Διευθυντή θα επέλεγε η ενάγουσα και έναν ο Γ.

Σ., οι οποίοι (διευθυντές) θα ενεργούσαν από κοινού (jointly) και σύμφωνα με την ανωτέρω συμφωνία των μετόχων (όροι 3 και 4)", με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να διακριβωθεί το ακριβές περιεχόμενο του καθενός όρου και αν το περιεχόμενο αυτών εξαντλείτο στα ως άνω γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, β) ουδόλως προσδιορίζει το περιεχόμενο, το οποίο, με βάση το συμφωνητικό, έπρεπε να έχει η ανωτέρω "συμφωνία των μετόχων" και ειδικότερα, αν αυτή περιελάμβανε και το ζήτημα της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στη λήψη αποφάσεων και στον έλεγχο των πιο πάνω δύο εταιρειών, ούτε και αναφέρεται καθόλου στον όρο του συμβιβασμού περί διορισμού δύο υπογραφόντων/ πληρεξουσίων για την διαχείριση των λογαριασμών των εταιριών "...." και "....", τον οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, γ) προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στο από ...

ιδιωτικό συμφωνητικό μερών, δεχόμενο ότι εκπληρώθηκε ο σκοπός, στον οποίο τα μέρη, με τον ανωτέρω αναφερόμενο ως υπό στοιχεία "γ" όρο, απέβλεψαν δηλαδή στη δυνατότητα συμμετοχής της ενάγουσας τόσο στη λήψη των αποφάσεων των ανωτέρω αναφερόμενων εταιριών, όσο και στον έλεγχο της διαχείρισης αυτών, χωρίς όμως να διαλαμβάνει παραδοχή, ότι διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στην έκφραση των δηλώσεων αυτών, οι οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, δεν παρατίθενται καν στην απόφαση όπως ακριβώς είχαν διατυπωθεί, και σε τι ακριβώς αυτό συνίσταται, ώστε να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις, δ) δεν διευκρινίζει και δεν αιτιολογεί επαρκώς, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα περιστατικά, πώς εκπληρώθηκε ο ανωτέρω σκοπός στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, μόνο με τον διορισμό ως μέλους του ΔΣ των εταιρειών "...." και "...." του εκπροσώπου της ενάγουσας Γ.

Τ., εφόσον, επίσης κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι διορισθέντες διευθυντές όφειλαν να ενεργούν από κοινού (jointly) και "σύμφωνα με την ανωτέρω συμφωνία των μετόχων", ε) δεν αιτιολογεί γιατί κατέστη περιττή, με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, η υπογραφή συμφωνίας μετόχων μετά τη σύναψη, κατόπιν διαπραγματεύσεων, της από ...

ιδιωτικής συμφωνίας με την οποία πωλήθηκαν οι μετοχές της εταιρίας "...," προς τον Γ. Σ., εφόσον, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η ενάγουσα είχε, προγενέστερα της ως άνω συμφωνίας και δη στις 14-3-2017, αποστείλει στην πρώτη εναγόμενη ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο της γνωστοποίησε ότι δεν δεσμεύεται πλέον από την ανωτέρω σύμβαση και ζήτησε την εξόφληση της παλαιάς οφειλής (εκ του δανείου).

Με τις ως άνω ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των άρθρων 361 και 201 ΑΚ όσον αφορά την κρίση του για πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η από ... συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων αναιρετικών λόγων, που καθιστά μάταια την εξέταση των λοιπών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου …. (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ