Legislator Case Law & Legislation
2035/2017 AI generated

2035/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2035/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2035/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2035 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2035/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Δ. Θ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο Αικατερίνη Βούλγαρη

Των αναιρεσίβλητων:1.Χ. Μ. του Ν., 2.Ι. συζύγου Χ. Μ., το γένος Δ. Δ.-Π., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλεία Τσούμπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1875/2015 Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. O από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά τον αρ. 9 του ιδίου, ως άνω, άρθρου , λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη, 1875/2015, απόφασή του υπέπεσε στις ακολούθως καταλογιζόμενες πλημμέλειες και δη : Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ.559 αρ. 1 ΚΠολΔ ως εκ της εσφαλμένης ερμηνείας των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1,2 παρ 1, 3 παρ 1, 4 παρ1, 5 παρ1, 13, 14 ν. 3741/1929 ως επίσης εξαιτίας της εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1033 ΑΚ, καθώς έκανε δεκτό, ότι με μόνη την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατάξεις περί μεταβιβάσεως κυριότητος ακινήτου, (συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, καθώς και νόμιμη αιτία της μεταβιβάσεως, η οποία να έχει περιβληθεί και αυτή τον συμβολαιογραφικό τύπο), είναι δυνατόν να υπάρξει επαύξηση του ποσοστού συγκυριότητος ενός συνιδιοκτήτη επί του ακινήτου, επί του οποίου συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι η προμνησθείσα ερμηνεία των σχετικών κανόνων δικαίου είναι προφανώς εσφαλμένη, καθώς με την σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών δεν επέρχεται αυτομάτως τροποποίηση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των συγκυρίων επί του ακινήτου, αλλά δημιουργούνται νέες ιδιοκτησίες με την μετάλλαξη του αρχικού καθεστώτος της κλασσικής κυριότητος σε καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Γιαυτό άλλωστε το ποσοστό συγκυριότητος κάθε ιδιοκτήτη επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών πρέπει να κινείται μέσα στα όρια του μεριδίου συνιδιοκτησίας καθενός. Ακόμη, όπως παρακατιούσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, άλλως, σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, υπό την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής του σχετικού κανόνος δικαίου, καθώς, ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έκανε δεκτά, δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του σχετικού κανόνος δικαίου (συμφωνία περί μεταβιβάσεως που να έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή ως μεταβίβαση, καθώς και νόμιμη αιτία της μεταβιβάσεως, η οποία να έχει περιβληθεί και αυτή τον συμβολαιογραφικό τύπο), παρά ταύτα, εφήρμοσε αυτόν, δεχθείσα, ότι μέσω της συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών υπήρξε μεταβίβαση του εμπραγμάτου δικαιώματος της (συγ)κυριότητος από αυτήν (αναιρεσείουσα) προς τους αναιρεσιβλήτους.

Οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, έτι ειδικότερα, είναι ότι τα ως άνω σφάλματα επιδρούν ευθέως στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς οδήγησαν στο να κάνει δεκτό, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι επί των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών και δη κατά τα 194/1000 από τα 320/1000 που αντιστοιχούν στις σχετικές οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι ποσοστό 60,59%, επαυξήσασα με τον τρόπο αυτόν, χωρίς να πληρούνται οποιεσδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1033 ΑΚ, το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους (αναιρεσιβλήτων) επί των κοινοκτήτων μερών και ότι, συνακολούθως, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) της αγωγής αναγνωρίσεως της αποκλειστικής κυριότητός της επί των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών .

Προσέτι , με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στις κατ’ αρθρ. 559 αρ.1 και 9 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό την έννοια, ότι κατ’ αρχάς παρεβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, καθώς αρνήθηκε να το εφαρμόσει, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ειδικότερα έκρινε ως νόμω αβάσιμο το σχετικό αίτημά της (αναιρεσείουσας) περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν απολύτως νόμιμο, καθώς ερείδετο στην υποχρέωση που επικαλείτο, ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέχουν εκ του νόμου (άρθρο 904ΑΚ ) να προβούν στην σχετική δήλωση βουλήσεως.

Πλέον δε τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 559 παρ. 9 ΚΠολΔ σφάλμα, διότι αποφάνθηκε μεν περί της νομικής βασιμότητος του επικουρικού αυτής (αναιρεσείουσας) αιτήματος, ουδόλως όμως, επελήφθη της επικουρικής βάσεως της αγωγής της η οποία θεμελιούτο στην διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Άλλως, εν πάση περιπτώσει, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αναιρεσιβαλλομένη επελήφθη της επικουρικής αγωγικής βάσεως περί αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποία και απέρριψε ως μη νόμιμη, σε κάθε περίπτωση παρεβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθώς τα επικαλούμενα από αυτήν (αναιρεσείουσα) πραγματικά περιστατικά , αν ήθελαν εκληφθεί ως αληθή, δικαιολογούσαν την εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ και συνακολούθως η επικουρική αυτή αγωγική βάση ήταν νόμω βάσιμη.

ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής: "Με το .../5-4-1990 προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. συζ. Σ. Σ., η ενάγουσα και ο πρώτος των εναγομένων, οι οποίοι ήταν συγκύριοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 147,15 τμ., που βρίσκεται στην Αθήνα [..."], κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου , 750/000 και 250/000 αντίστοιχα, ανέθεσαν στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΟΕ", ν’ ανεγείρει στο οικόπεδο αυτό πενταώροφη οικοδομή, με το σύστημα της αντιπαροχής, με τη συμφωνία οι οικοπεδούχοι- συγκύριοι να παρακρατήσουν ποσοστό 680/000 εξ αδιαιρέτου και στην εργολάβο εταιρεία [ή σε τρίτους που αυτή θα υποδείκνυε] να μεταβιβάσουν ποσοστό 320/000 εξ αδιαιρέτου, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στο εν λόγω προσύμφωνο και εργολαβικό.

Ειδικότερα συμφώνησαν ότι στην οικοπεδούχο - ενάγουσα θα περιέλθουν το διαμέρισμα του τρίτου [Γ’ ] πάνω από το ισόγειο ορόφου με στοιχεία Γ-1 με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 266/000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο [διαμέρισμα] ανήκει και η αποκλειστική, χρήση [δουλεία] χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής με στοιχεία Ρ-1 καθώς και η αποθήκη του υπογείου με στοιχεία Υ-3 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2/000, στον οικοπεδούχο- πρώτο εναγόμενο θα περιέλθει το διαμέρισμα του πρώτου [Α] πάνω από το ισόγειο ορόφου με στοιχεία Α-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 244/000 εξ αδιαιρέτου , το διαμέρισμα του δευτέρου [Β] πάνω από το ισόγειο ορόφου με στοιχεία Β-1 με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 166/000 εξ αδιαιρέτου καθώς και η αποθήκη του υπογείου Υ-2 με ποσοστό συνιδιοκτησίας 2/000.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 του ως άνω εργολαβικού, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι οι οικοπεδούχοι θα μεταβιβάσουν , κατά την αναλογία τους ο καθένας, κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στην εργολήπτρια ή κάθε τρίτο πρόσωπο που αυτή θα υποδείξει, τα υπόλοιπα 320/000 εξ αδιαιρέτου, τα οποία αντιστοιχούν στις λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες [με την αναλογία τους στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας], οι οποίες είναι:

Η αποθήκη του Υπογείου με στοιχεία Υ-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 20/000 και το διαμέρισμα του τετάρτου [Δ] και πέμπτου [Ε] ορόφων με στοιχεία ΔΕ-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 300/000. Στη συνέχεια ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε στη δεύτερη [σύζυγό του], κατά κυριότητα, ποσοστό 125/000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο με το νόμιμα μεταγεγραμμένο .../5-7-1990 δωρητήριο στη ζωή συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου και επακολούθησε η τροποποίηση του παραπάνω προσυμφώνου - εργολαβικού με την .../5-7-1990 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου με την υπεισέλευση της νέας συγκυρίας-δεύτερης εναγομένης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού προσυμφώνου κατά το ανάλογο ποσοστό της [1/8 ή 125/000 εξ αδιαιρέτου .Εξάλλου, την ίδια ημερομηνία, οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, ήτοι οι τρεις [3] οικοπεδούχοι-συγκύριοι και η εργολήπτρια εταιρεία, προέβησαν στην κατάρτιση της με αριθμό ...5-7-1990 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών , στην οποία όσον αφορά την κατανομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών, επαναλήφθηκαν όσα είχαν περιληφθεί στο ως άνω με αριθμό .../1990 προσύμφωνο-εργολαβικό και ειδικότερα:

στην οικοπεδούχο ενάγουσα θα περιέρχονταν το διαμέρισμα του τρίτου [Γ] πάνω από το ισόγειο ορόφου με στοιχεία Γ-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 266/000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο [διαμέρισμα] ανήκει η αποκλειστική χρήση [δουλεία] χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής με στοιχεία Ρ-1 καθώς και η αποθήκη του υπογείου με στοιχεία Υ-3 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2/000, στον οικοπεδούχο-πρώτο εναγόμενο θα περιέρχονταν το διαμέρισμα του πρώτου [Α] πάνω από το ισόγειο ορόφου με στοιχεία Α-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 244/000 εξ αδιαιρέτου, το διαμέρισμα του δεύτερου [Β] πάνω από το ισόγειο όροφο με στοιχεία Β-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 166/000 εξ αδιαιρέτου καθώς και η αποθήκη του υπογείου Υ-2 και ποσοστό συνιδιοκτησίας 2/000.Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 του ως άνω προσυμφώνου, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι οι οικοπεδούχοι θα μεταβιβάσουν, κατά την αναλογία τους ο καθένας κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στην εργολήπτρια ή κάθε τρίτο πρόσωπο που αυτή θα υποδείξει, τα υπόλοιπα 320/000 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, τα οποία αντιστοιχούν στις λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες [με την αναλογία τους στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας], οι οποίες είναι:

Η αποθήκη του Υπογείου με στοιχεία Υ-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 20/000 και το διαμέρισμα του τετάρτου [Δ] και πέμπτου [Ε] ορόφων με στοιχεία ΔΕ-1 και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 300/000. Εν τω μεταξύ, δυνάμει της με αριθμό .../5-7-1990 συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς [εν ζωή] ποσοστού εξ αδιαιρέτου οικοπέδου της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, ο έτερος συγκύριος [Χ.

Μ.] μεταβίβασε [λόγω δωρεάς] ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στο ανωτέρω οικόπεδο στην σύζυγο του Ι. Δ. - Π. του Δ. και με την με αριθμό .../5-7-1990 πράξη τροποποίησης προσυμφώνου πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικού της ίδιας Συμβολαιογράφου, οι αρχικοί συγκύριοι προέβησαν στην τροποποίηση του ως άνω με αριθμό .../1990 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου ώστε μεταξύ των οικοπεδούχων -συγκυρίων του επίδικου οικοπέδου να περιλαμβάνεται και η Ι.

Δ.- Π. του Δ. και συγκεκριμένα: Η ενάγουσα κατά ποσοστό 3/4 ή 6/8 ή 750/000 εξ αδιαιρέτου, ο Χ. Μ. του Ν. [πρώτος εναγόμενος] κατά ποσοστό1/4 :2 ή 1/8 ή 125/000 εξ αδιαιρέτου και η σύζυγός του Ι. Δ. -Π. του Δ. [δεύτερη εναγομένη] κατά το αυτό ποσοστό. Επισημαίνεται ότι όλα τα ανωτέρω έλαβαν χώρα εν γνώσει της ενάγουσας αφού συνέπραξε και συνυπέγραψε τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις, χωρίς να παρέχει πειστικές εξηγήσεις για τον λόγο που οι έτεροι οικοπεδούχοι εμφανίζονται να λαμβάνουν ως αντιπαροχή οριζόντιες ιδιοκτησίες όχι απλώς’ μεγαλύτερης αξίας από τη δική της αλλά σε ποσοστό που υπερβαίνει το αρχικό ποσοστό τους συγκυριότητας επί του οικοπέδου.

Με το επίδικο προσύμφωνο εργολαβικό όσο και με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, οι διάδικοι προέβησαν ελεύθερα και ομόφωνα στον καθορισμό των ποσοστών συγκυριότητας στο οικόπεδο και κατένειμαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, με βάση το Ν. 3741/1929 τα άρθρα 1002 -1117 Α.Κ., όπως ρητά περιγράφονται στην επίδικη ιδρυτική της οροφοκτησίας πράξη.

Δηλαδή 268/000 παρακράτησε η ενάγουσα, 412/000 οι εναγόμενοι και 320/000 ήταν μεταβιβαστέα στην εργολήπτρια εταιρεία και έλαβαν τις αναφερόμενες παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες που επέλεξε ελεύθερα ο καθένας. Περαιτέρω, με το ίδιο πιο πάνω .../1990 προσύμφωνο και εργολαβικό, στο άρθρο 8 αυτού, είχε οριστεί χρόνος αποπεράτωσης και παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους δεκαοκτώ [18] μήνες από την κατεδάφιση του κτίσματος που υπήρχε στο οικόπεδο και της υπογραφής της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και δύο [2] μήνες αργότερα ορίστηκε η αποπεράτωση και παράδοση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας.

Όπως συνομολογείται, η εργολάβος εταιρεία όφειλε να παραδώσει, κατά τη συμφωνία τους, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στους οικοπεδούχους στις 5-1-1992 και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους στις 5-3-1992. Όμως αυτή δεν εκτέλεσε εμπρόθεσμα το έργο και παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων [4] ετών , μέσα στο οποίο οι οικοπεδούχοι της έταξαν διάφορες προθεσμίες για την παράδοση χωρίς όμως να υπάρξει αποτέλεσμα.

Γι’ αυτό αναγκάστηκαν, στις 25-6-1996, να κηρύξουν έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρεία με την ...1996 δήλωσή τους ενώπιον της παραπάνω Συμβολαιογράφου που της επέδωσαν στις 2-7-1996, τηρώντας όσα είχαν συμφωνηθεί με το άρθρο 11 του .../1990 προσυμφώνου -εργολαβικού. Με την άσκηση του δικαιώματος των οικοπεδούχων να κηρύξουν έκπτωτη την εργολάβο εταιρεία επήλθε αναδρομική λύση της σύμβασης για το μέλλον [ex nunc] οπότε οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που προορίζονταν γι’ αυτή [εργολήπτρια εταιρεία] ως εργολαβική αμοιβή, για τις οποίες δεν είχαν καταρτιστεί οριστικές εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασής τους, περιήλθαν οριστικά στους οικοπεδούχους και συγκεκριμένα σε καθέναν από αυτούς κατά το ποσοστό που εξάγεται από την αναλογία του ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο των δικών του οριζοντίων ιδιοκτησιών σε σχέση με το ποσοστό του στο ακίνητο, όπως διαλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη.

Η εργολάβος, όμως, δεν απομακρύνθηκε από το έργο και οι οικοπεδούχοι άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατ’ αυτής, για την προστασία της συννομής τους, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων [άρθρ.686 επ., 733 επ. ΚΠολΔ, 974, 984, 987, 994, 998 ΑΚ], ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 300/31-1-1997 απόφασή του, με την οποία αναγνωρίστηκαν, προσωρινά, συννομείς του ακινήτου [οικοπέδου με την ανεγειρόμενη σε αυτό πολυκατοικία] και διατάχθηκε η αποβολή της εργολάβου από αυτό [έργο].

Η ενάγουσα στην αγωγή της, το περιεχόμενο της οποίας προπαρατέθηκε, δεν επικαλείται τη, με οποιονδήποτε τρόπο, αμφισβήτηση, εκ μέρους των εναγομένων, της κυριότητάς της στο ακίνητο και στις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, είτε στις δικές της [της αποκλειστικής της κυριότητας], είτε σε αυτές του εργολαβικού ανταλλάγματος [που ανήκουν σε αυτήν κατά συγκυριότητα και κατά το ποσοστό που πρέπει να εξευρεθεί με τον τρόπο που αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, αφού γι’ αυτές δεν έχουν καταρτιστεί οριστικές εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασής τους στην εργολάβο εταιρεία ή σε τρίτους με την υπόδειξή της], με την αναγκαία, βέβαια, επισήμανση ότι με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας αλλοιώθηκε η μέχρι τότε [5-7-1990] κυριότητα των οικοπεδούχων, άρα και της ενάγουσας [που είχε μέχρι εκείνο το χρόνο ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 750/000 εξ αδιαιρέτου] με τη δημιουργία νέων αυτοτελών εμπραγμάτων δικαιωμάτων διαφορετικών από την αρχική συγκυριότητα.

Ειδικότερα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται ίδιον δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών [που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα] κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ήτοι κατά το ποσοστό που ήταν συγκύριοι του οικοπέδου. Επομένως, οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν το ποσοστό συγκυριότητας της ενάγουσας, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν στο εργολαβικό αντάλλαγμα [320/000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου] και ορθά ισχυρίζονται σε σχέση με αυτό ότι στην ενάγουσα αντιστοιχεί ποσοστό 126/000 εξ αδιαιρέτου και στους ίδιους 194/000 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού που διαλαμβάνεται στη νομική σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί καταδίκης των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως, είναι απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο καθόσον για την θεμελίωση του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, απαιτείται αυτό να βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται υποχρέωση των εναγομένων είτε από το νόμο είτε από τη δικαιοπραξία ώστε να χωρεί εξαναγκασμός τους κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ [Εφ.

Ιωαν.283/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση ορθά έκρινε και τα αντίθετα που υποστηρίζει η ενάγουσα με τους λόγους της έφεσής της, είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα".

ΙV. Μετ’ επισκόπηση των ανωτέρω παραδοχών καταδεικνύεται η εκ μέρους του Εφετείου ορθή ερμηνευτική αντιμετώπιση των προειπωθεισών διατάξεων 1002, 1117 ΑΚ και αυτών (προαναφερθεισών) του 1 3741/1929, τούτου δοθέντος, ότι υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων, συνιστωμένων υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών, με την σχετική πράξη των οποίων σε ενιαίο οικόπεδο εντός σχεδίου πόλεως καθιδρύονται αυτοτελείς αποκλειστικές (χωριστές) κυριότητες με αναγκαστική συγκυριότητα εκάστου συγκυρίου στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του ακινήτου, επέρχεται δε αλλοίωση της μέχρι τότε κυριότητος με την δημιουργία νέων αυτοτελών εμπραγμάτων δικαιωμάτων , τα οποία διαφέρουν της αρχικής συγκυριότητος.

Σημειώνεται δε, ότι σε συνιδιόκτητο οικόπεδο, που έχει υπαχθεί στον νόμο περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, οι οικοπεδούχοι σε περίπτωση που συμφωνήσουν με εργολάβο να ανοικοδομήσουν στο κοινό οικόπεδο με το σύστημα της αντιπαροχής, είναι (και παραμένουν) συγκύριοι, κατά το προσήκον έκαστος ποσοστό, (βάσει της αναλογίας της ιδικής του οριζόντιας ιδιοκτησίας εν σχέσει προς το ποσοστό του στο ακίνητο), των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που έχουν υποσχεθεί και προορίζονται να μεταβιβασθούν στον εργολάβο ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

Εν τοιαύτη περιπτώσει είναι απαραιτήτως προσδιοριστέο το επ’ αυτών (οριζοντίων ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος) ποσοστό εκάστου συγκυρίου (οικοπεδούχου), ώστε σε περίπτωση (δι’ υπαναχωρήσεως) εκπτώσεως του εργολάβου περιέρχονται αυτές (οριζόντιες ιδιοκτησίες που προορίζοντο ως εργολαβικό αντάλλαγμα) στους συγκυρίους - οικοπεδούχους επί τη βάσει του ποσοστού εκάστου εξ αυτών.

Όπως δε ήδη ανωτέρω τονίζεται το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τα προλεχθέντα άρθρα και με έρεισμα και γνώμονα τα προειπωθέντα ερμηνευτικά θέσφατα μορφοποίησε την ανάπτυξη της δικανικής κρίσεώς του προς την σωστή "γραμμή πλεύσεως", παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Γιαυτό και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στην φερομένη αυτήν (αλλά μη λαβούσα όμως χώρα)πλημμέλεια της παραβιάσεως των ανωτέρω αναλυθεισών διατάξεων. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός(1ος ) αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στην εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου του ΑΚ 1033 είναι απαράδεκτος, καθόσον ερείδεται επί λανθασμένης προϋποθέσεως.

Συγκεκριμένα, με την σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας επέρχεται, όπως προπαρατέθηκε ενδελεχώς, η αλλοίωση της αρχικής ιδιοκτησιακής καταστάσεως του ακινήτου, μη ανακυπτομένου ζητήματος μεταβιβάσεως κυριότητος κατά την έννοια του άρθρου 1033ΑΚ. Εν τοιαύτη περιπτώσει το εν λόγω άρθρο δεν βρίσκει πεδίον εφαρμογής.

Τέτοιο θέμα, όπως ορίζεται στην διάταξη αυτήν (ότι η κυριότης ακινήτου μεταβιβάζεται με συμβολαιογραφική συμφωνία-μεταγεγραμμένη μεταξύ του κυρίου αυτού και του αποκτώντος, ότι γίνεται η μεταβίβαση διά νόμιμη αιτία), δεν υφίσταται, αφού η Πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας επί οικοδομής συντάσσεται για να προσδιορισθούν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής, με την εξ αδιαιρέτου αναλογία τους στο οικόπεδο και στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής και για να ρυθμισθούν οι σχέσεις ανάμεσα στους ενοίκους και τους μελλοντικούς ιδιοκτήτες των οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών και δεν μεταβιβάζεται με αυτήν (πράξη συστάσεως οριζόντιου ιδιοκτησίας ) κυριότης οριζοντίων ιδιοκτησιών.

V. Με τον δεύτερο (τελευταίο)λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 1 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 949 ΚΠολΔ και 904 ΑΚ λόγω μη εφαρμογής τους, παρά την συνδρομή των αντιστοίχων προϋποθέσεων (πλημμέλεια εκ του αρ. 1) και της μη επιλήψεως της ερειδομένης στην 904 ΑΚ επικουρικής βάσεως της αγωγής της (πλημμέλεια εκ του αρ. 9).

Ειδικότερα, (καθόσον αφορά στην εκ του αριθμού 1 φερομένη πλημμέλεια), η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε να εφαρμόσει την διάταξη 949 ΚΠολΔ, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και συγκεκριμένα έκρινε ως νόμω αβάσιμο το σχετικό αίτημά της περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, παρά το ότι αυτό ήταν απολύτως νόμιμο, καθώς ερείδετο στην υποχρέωση που επικαλείτο ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέχουν εκ του νόμου (904 ΑΚ) να προβούν στη σχετική δήλωση βουλήσεως.

Εν πάση δε περιπτώσει, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αναιρεσιβαλλομένη επελήφθη της επικουρικής βάσεως της αγωγής της περί αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποία και απέρριψε ως μη νόμιμη, σε κάθε περίπτωση με την ως άνω κρίση της παρεβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθώς τα επικαλούμενα από αυτήν (αναιρεσείουσα) πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, ήταν δικαιολογικά της εφαρμογής του άρθρου αυτού (904ΑΚ) και συνακολούθως η αγωγή της ήταν ως προς την επικουρική της βάση νόμω βάσιμη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις πτυχές του των άνω καταλογιζομένων πλημμελειών. Αναλυτικότερα: Η επισκόπηση των παραδοχών της εφετειακής αποφάσεως καταδεικνύει την αναμφίβολη μη ανταπόκριση των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας προς τα δεδομένα που αναπτύσσονται στον ιστό του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, τούτων δοθέντων υπό την αιγίδα της εκατέρωθεν αναγκαίως συνεχομένης διασυνδέσεως των νοηματικών πεδίων των δύο διατάξεων, ήτοι της 904ΑΚ (πλουτισμού που δεν δικαιολογείται από νόμιμη αιτία) και της 949 ΚΠολΔ (καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις).

Έτι αναλυτικότερα: Oι δύο αυτές διατάξεις είναι νοηματικώς αλληλένδετες, αφού η δυνατότης παροχής έννομης προστασίας με την στόχευση στην καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως έχει προβλεφθεί από τον νομοθέτη (και ) για τις περιπτώσεις της κατά τον νόμο αδικαιολόγητης περιουσιακής απαλλοτριώσεως, ήτοι (και) για τις περιπτώσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια.

Το Εφετείο, κατά τα δεκτά υπ’ αυτού γενομένα, με την άνω εκπεφρασμένη δικανικότητα επελήφθη με στοχευμένη ευθυκρισία επί των δομικών στοιχείων που συγκροτούν την έννοια αμφοτέρων αυτών των διατάξεων. Η επισκοπηθείσα παραδοχή του, ότι δεν υφίσταται υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων είτε εκ του νόμου είτε από δικαιοπραξία ισοδυναμεί με την προσήκουσα επιδαψίλευση του ζητήματος, συγκεκριμενοποιουμένου, ότι οι αναιρεσίβλητοι, μη βαρυνόμενοι απ’ τον νόμο ή βάσει δικαιοπραξίας, δεν υπέχουν υποχρέωση για να καταδικασθούν σε δήλωση βουλήσεως εν σχέσει προς κτηθέντα πλουτισμό, τούτου ταυτιζομένου προς πλουτισμό αδικαιολογήτως κτηθέντα.

Εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι, (συμφώνως προς όσα δέχθηκε το Εφετείο), δεν έχουν υποχρέωση εκ του νόμου ή από δικαιοπραξία, δηλαδή δεν είναι επίψογοι ως κατέχοντες αδικαιολόγητο πλούτο και άρα δεν είναι καταδικαστέοι στην σχετική δήλωση βουλήσεως και κατ’ επέκταση δεν είναι εφαρμοστέα η 949 ΚΠολΔ, ενώ διά της επισκοπηθείσης παραδοχής το Εφετείο επελήφθη και ως προς την (νοηματικώς) αλληλένδετη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, στην μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του οποίου και στοχεύει η προσήκουσα ερμηνευτική αντιμετώπιση δια της προαναφερθείσης παραδοχής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετ’ ορθή διερμήνευση της 904ΑΚ, επί τη βάσει της οποίας μη συντρεξασών των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεώς της, κατέληξε (και ορθώς) στην μη εφαρμογή (λόγω νομικής αβασιμότητος) της (αλληλένδετης νοηματικώς) 949 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι αίολες οι σχετικές αιτιάσεις, καθότι δεν έλαβαν χώρα οι φερόμενες πλημμέλειες, αφού ούτε παρερμήνευση της 904ΑΚ έχει εμφιλοχωρήσει, ούτε ήταν εφαρμοστέα η μετ’ αυτής αναγκαίως συνεχομένη και νοηματικώς αλληλένδετη 949 ΚΠολΔ, ουδέ αφέθηκε αναντιμετώπιστη η επικουρική αγωγική βάση με έρεισμα το άρθρ. 904ΑΚ, παρά τα αντίθετα προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, πρέπει δε να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ 2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2016 αίτηση της Μ. Θ. περί αναιρέσεως της 1875/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ