Legislator Case Law & Legislation
2035/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible new evidence and irrelevant facts.

Case Number 2035/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court improperly considered new documents and facts not presented at the first instance, violating specific articles of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly dismissed the original claim as unsubstantiated and that the new evidence was inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision rests on facts not properly established or if new evidence is improperly admitted without specific reasoning, as the court has the discretion to evaluate evidence and dismiss unsubstantiated claims.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new evidence admissibility code of civil procedure unsubstantiated claim legal costs award procedural violation second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/2013
Supreme Court Case 24/1992
Supreme Court Case 3/1997
Supreme Court Case 469/1984
Supreme Court Case 2176/2009
Supreme Court Case 1805/2009
Supreme Court Case 1212/2007
Supreme Court Case 657/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2035 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2035/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ξ. του Ι., κατοίκου ... και προσωρινά ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λεωνίδα Τσουκαλά και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανάσιο Μιχαήλ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 12-3-2012 αίτησή του και τους από 20-3-2013 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 24-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε, με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.(Ολ.Α.Π. 1/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικό περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν οι ελλείψεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 24/1992), διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα. (Α.Π. 657/2005).

Η έλλειψη δε μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1020/2005, 349/1995). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 574, 595 και 596 του ΑΚ προκύπτει ότι ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ' αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί (βλ.

Καυκά Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο εκδ. Δ' αρθρ. 596 2 υποσημ 1). Έτσι, για την θεμελίωση της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί την καταβολή του μισθώματος (αρθ. 574 και 595 Α.Κ.), αλλά και την απόδοση του μισθίου λόγω καταγγελίας γενομένης για καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος ( άρθ. 574, 595 και 597 Α.Κ.), πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο (και να αποδεικνύονται), εκτός των άλλων (όπως η σύμβαση μισθώσεως πράγματος και ειδικότερα ο τόπος και ο χρόνος συνάψεως αυτής, οι συμβαλλόμενοι, το μίσθιο, το μίσθωμα και ο χρόνος καταβολής αυτού, καθώς και ο χρόνος διάρκειας της μισθώσεως) η γενομένη εκ μέρους του μισθωτή χρήση του μισθίου και η υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 10-4-2009 αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι δυνάμει του από 29-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) το περιγραφόμενο στην αγωγή κατάστημα, που βρίσκεται στον οικισμό ... προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως σνακ μπαρ - οβελιστήριο, για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών (από 1.1.2009), έναντι μηνιαίου προκαταβαλλόμενου, εντός των δύο πρώτων ημερών κάθε μήνα, μισθώματος, για την πρώτη διετία, 700 ευρώ, παρέδωσε δε στον αντίδικο του τη χρήση του μισθίου, περί τις 20.12.2008, έχοντας ολοκληρώσει τις μεταξύ τους συμφωνηθείσες επισκευές, πλην όμως ο μισθωτής, από δυστροπία, δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Απριλίου 2009, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, συνολικού ποσού 2.800 ευρώ, καθώς και το ποσό των 700 ευρώ για τη συμφωνηθείσα εγγύηση.

Ακολούθως, δηλώνοντας ότι προβαίνει σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος α) να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου, β) να του καταβάλει το ποσό των 3.500 ευρώ, νομιμότοκα από την τρίτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, όσον αφορά στα μισθώματα και από 2.1.2009, όσον αφορά στο ποσό της συμφωνηθείσας εγγύησης και γ) να αναγνωριστεί άτι δεν συντρέχει περίπτωση καταβολής της ποινικής ρήτρας, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για την περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσης του μισθίου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αρ. 5/2009 απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τα δύο ως άνω αιτήματα και απέρριψε αυτή ως προς το τρίτο αίτημα ελλείψει έννομου συμφέροντος. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση ο εναγόμενος, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή.

Το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Δυνάμει του από 29.9.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην .., ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εκμίσθωσε στον αντίδικό του ένα κατάστημα, ιδιοκτησίας του, εμβαδού 81,75 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ... το οποίο θα αποτελούνταν από δύο καταστήματα, δύο διαφορετικών, σε επαφή, κτισμάτων, ιδιοκτησίας του, στην αναστήλωση - επισκευή και συνένωση των οποίων θα προέβαινε με τις αναγκαίες οικοδομικές εργασίες ο ίδιος ο εκμισθωτής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως σνακ μπαρ - οβελιστήριο, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.12.2010, έναντι μηνιαίου προκαταβαλλόμενου μισθώματος, εντός των δύο πρώτων ημερών κάθε μήνα, για την πρώτη διετία, 700 ευρώ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 5 του ως άνω συμφωνητικού, ο εκμισθωτής όφειλε να ολοκληρώσει τις συμφωνηθείσες εργασίες (υδραυλικές, ηλεκτρολογικές, αποχετευτικές εγκαταστάσεις και εργασίες σοβατίσματος) και να παραδώσει το μίσθιο έτοιμο για τη συμφωνηθείσα χρήση, στις 12.12.2008, σε περίπτωση δε μη παράδοσης του μισθίου, κατά τα συμφωνηθέντα, όφειλε να καταβάλει στο μισθωτή, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 50 ευρώ την ημέρα, μέχρι την παράδοση του μισθίου.

Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 15 του πιο πάνω συμφωνητικού, ορίστηκε εγγύηση, για την ορθή τήρηση των όρων αυτού, καταβλητέα από το μισθωτή, την 1.1.2009, ύψους 700 ευρώ. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα, Ι. Π., ξυλουργού, ο τελευταίος τοποθέτησε κουφώματα στο μίσθιο και, στις 27.12.2008, παρέδωσε τα κλειδιά αυτού στον εναγόμενο - μισθωτή, είχε δε παρατηρήσει ότι είχαν εκτελεστεί οι εργασίες σοβάδων και τοποθέτησης πλακιδίων.

Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων -εκμισθωτής προέβη στην εκτέλεση όλων των απαιτούμενων για την ακώλυτη χρήση του μισθίου εργασιών και των συμφωνηθεισών ως άνω εργασιών επισκευής του μισθίου. Μάλιστα, ενόψει του ότι το μίσθιο, όπως προεκτέθηκε προήλθε από τη συνένωση δύο καταστημάτων, δύο διαφορετικών κτισμάτων, που είναι σε επαφή, θα έπρεπε να γίνουν οι δέουσες συνδέσεις ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων και, περαιτέρω, να γίνει

αυτοψία από την αρμοδία πολεοδομική αρχή, για να πιστοποιηθεί η πολεοδομική νομιμότητα του μίσθιου και, στη συνέχεια, να δοθεί η άδεια

ηλεκτροδότησης του ενιαίου μισθίου καταστήματος. Ωστόσο, από τα

1574/4.11.2009 και 1025/11.2.2011 έγγραφα του Τμήματος Πολεοδομίας Επαρχείου Καρπάθου, το πρώτο και Δήμου Καρπάθου το δεύτερο, προκύπτει

ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία αυτοψία από υπαλλήλους της εν λόγω

υπηρεσίας σχετικά με τους φακέλους 35/1992 και 72/2004, που αφορούν σε κατασκευή παταριού και σε αντικατάσταση στέγης και γενικές επισκευές σε υπάρχουσα διώροφη οικοδομή, αντίστοιχα. Συνακόλουθα, δεν είναι δυνατή η ακώλυτη χρήση του ενιαίου μίσθιου από το μισθωτή, καθόσον δεν είναι εφικτή η ηλεκτροδότηση αυτού γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει ο μάρτυρας του ενάγοντος, ο οποίος κατέθεσε ότι μόνο στο ένα από τα δύο συνενωθέντα καταστήματα, στο οποίο παλαιότερα διατηρούσε κατάστημα η θυγατέρα του εναγομένου, υπάρχει ηλεκτροδότηση, ενώ, για το δεύτερο, ισχυρίζεται ότι δεν έχει ηλεκτροδοτηθεί επειδή υπάρχουν οφειλές, σχετικές με το πρώτο κατάστημα, πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός περί οφειλών δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και, εξάλλου, οι οφειλές αυτές δεν βαρύνουν το νέο μισθωτή, αλλά τον εκμισθωτή ή και τον προηγούμενο μισθωτή.

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος, περί του ότι ο εναγόμενος κρατεί τα κλειδιά του μισθίου, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, ενώ ο ως άνω μάρτυρας καταθέτει ότι παρέδωσε τα κλειδιά στις 27 ή 28.12,2008, ο ίδιος ο ενάγων, στην αγωγή του, εκθέτει ότι, λόγω της απουσίας του εναγομένου από την …μετά τις 20.12.2008, τον ενημέρωσε, δια της αντιπροσώπου του, Α.

Κ. - Ξ. (καθώς ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού) να παραλάβει το μίσθιο χωρίς, όμως, να αναφέρει ότι πράγματι παραδόθηκαν, με κάποιο τρόπο, τα κλειδιά του ενιαίου πια καταστήματος στον εναγόμενο. Τέλος, αποκλείεται η περίπτωση να διατηρεί ο εναγόμενος τα παλαιά κλειδιά του μισθίου, που μίσθωνε η θυγατέρα του, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ο ενάγων προέβη σε εργασίες επισκευής, από τις 20-10-2008, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, και, στο ενιαίο πλέον μίσθιο, τοποθετήθηκαν νέα κουφώματα, και, κατά συνέπεια, νέες κλειδαριές.

Ενόψει των προεκτεθέντων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο εκμισθωτής παρέδωσε το μίσθιο έτοιμο προς χρήση, όπως συμφωνήθηκε, στις 12.12.2008, ούτε περί τις 20.12.2008, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, ώστε να το παραλάβει ο μισθωτής και να μπορέσει να προβεί στις δέουσες ενέργειες έκδοσης άδειας λειτουργίας του καταστήματος, ο τελευταίος δεν υποχρεούται στην καταβολή των επίδικων μισθωμάτων και εγγύησης ούτε στην απόδοση αυτού (του μη παραδοθέντος) >>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που προσάπτει την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Ειδικά ως προς την αιτίαση, ότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 22 του ΓΟΚ, έκρινε ότι απαιτείτο αυτοψία από την πολεοδομική αρχή μετά την εκτέλεση των απαιτουμένων εργασιών στα δύο καταστήματα, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες (Α.Π. 1008/2007), αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη, όχι κατά παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως περί μη καταβολής μισθώματος λόγω υπάρξεως ελαττωμάτων που εμποδίζουν την συμφωνημένη χρήση, αλλά διότι δεν αποδείχθηκε ότι έγινε παράδοση του, αποτελουμένου από δύο καταστήματα, μισθίου στον μισθωτή, ο οποίος δεν έκανε (ούτε είχε δυνατότητα να κάνει) χρήση αυτού. Καθ' όσο μέρος δε πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη, διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση, που να διαλαμβάνει κανόνες δικαίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19, είναι απορριπτέος ως "απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρ. 19 πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πραγματικά ζητήματα.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 2176/2009). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (πρώτο μέρος αυτού) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση του αρ. 8 του άρθρου 559, διότι έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του εναγομένου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προβληθέντες το πρώτον απαραδέκτως στο Εφετείο.

Επίσης, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος προσιδιάζει στην ως άνω πλημμέλεια του αρ. 8 και όχι σε εκείνη του αρ. 1, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, προστίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ζήτησε να καταχωρισθούν στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης οι πραγματικοί ισχυρισμοί του, τους οποίους το Εφετείο έλαβε υπόψη του απαραδέκτως.

Οι λόγοι αυτοί, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη και όχι κατά παραδοχή κάποιας ενστάσεως. Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι δεν παραδόθηκε το μίσθιο, που δεν ήταν έτοιμο προς χρήση, στον εναγόμενο μισθωτή, στον οποίο ουδέποτε δόθηκαν τα κλειδιά του, ώστε να έχει τη δυνατότητα χρήσης του.

Συνεπώς, εφόσον η άρνηση, αιτιολογημένη ή μη, δεν αποτελεί <<πράγματα>> κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και δεν λήφθηκαν υπόψη άλλα <<πράγματα>>, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται η πλημμέλεια του αρ. 8.

Από τη διάταξη του άρθρου 529 "ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, προκύπτει ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα υπ' αριθ. 1574/2009 και 1025/2011 έγγραφα του Τμήματος Πολεοδομίας Καρπάθου, τα οποία ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιόν του (Α.Π. 1805/2009, 1212/2007). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 10/2012 αίτηση για αναίρεση της 150/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ