Supreme Court dismisses appeal on inheritance rights, ruling adoption law change does not retroactively alter succession order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's decision rejecting their claim to inheritance rights. The appellants argued that a new law changing inheritance rules should apply retroactively to their adopted brother's estate. The court held that the new law applies only prospectively, so the old succession rules govern the deceased's estate, excluding the appellants in favor of the adoptive mother.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 2447/1996; Art. 92 § 1 Intro. to Civil Code: The new law on adoption and inheritance applies prospectively, meaning succession rules at the time of death govern the estate, excluding retroactive application of new provisions to alter established inheritance orders.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2035 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2.035/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Καρβαγιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμπατακάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-5-2009 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3151/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2008 αίτησή τους και με τους από 26-3-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης της απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2447 της 20/30-12-1996 "Κύρωση ως Κώδικα του σχεδίου νόμου "υιοθεσία, επιτροπεία και αναδοχή ανηλίκου, δικαστική συμπαράσταση, δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων και συναφείς ουσιαστικές, δικονομικές και μεταβατικές διατάξεις", "το δέκατο τρίτο κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Αστικού Κώδικα που αναφέρεται στην υιοθεσία (άρθρα 1568 έως 1588) καταργείται στο σύνολό του.
Στη θέση των ήδη καταργημένων με το άρθρο 17 του ν. 1329/1983 άρθρων 1542 έως 1567 του Αστικού Κώδικα και των καταργούμενων με την προηγούμενη παράγραφο διατάξεων τίθεται νέο κεφάλαιο δέκατο τρίτο με το ακόλουθο περιεχόμενο: "KEΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ, ΥΙΟΘΕΣΙΑ, άρθρο 1542... 1588". Έτσι, μετά την έναρξη ισχύος του αμέσως πιο πάνω νόμου (30-12-1996), καταργήθηκε η διάταξη του μέχρι τότε ισχύοντος άρθρου 1579 εδάφ.
β' ΑΚ, ισχύουσα κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 εδάφ. α' και 13§1 του ν.δ. 610/1970 "περί υιοθεσίας των μέχρις ηλικίας δέκα οκτώ ετών ανηλίκων" και επί υιοθεσίας ανηλίκων που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους, κατά το χρόνο υποβολής της περί αυτής αίτησης από μέρους του υιοθετούντα, σύμφωνα με την οποία "αυτός (που υιοθέτησε) δεν έχει κληρονομικά δικαιώματα έναντι του θετού τέκνου" και αντ' αυτής αναγνωρίζεται πλέον αμοιβαίο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα εκείνου που υιοθετεί και του θετού τέκνου με βάση την ήδη δημιουργούμενη από τις νέες διατάξεις των άρθρων 1561-1563, 1579-1580 και 1584-1585 του ΑΚ σχέση τεχνητής συγγένειας μεταξύ τους.
Ενόψει, ειδικότερα, μη περιεχόμενης στις ισχύουσες ήδη διατάξεις των άρθρων 1561 και 1580 ΑΚ, που αφορούν την ένταξη στην οικογένεια του θετού γονέα του θετού ανήλικου ή ενήλικου τέκνου αντίθετης ρύθμισης, αναγνωρίζεται ότι υπάρχει στην υιοθεσία ανηλίκου ή ενηλίκου κληρονομικό δικαίωμα του θετού γονέα έναντι του εν λόγω τέκνου (ρητά περί αυτού έχει αποφανθεί η από 6-5-1996 εισηγητική έκθεση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του ν. 2446/1997, με αριθμό 76 δ') Εξάλλου, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου βασική διάταξη του άρθρου 57§1 του Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 2447/1996 "Με εξαίρεση τις ρυθμίσεις που ακολουθούν, υιοθεσίες που έγιναν πριν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου διέπονται ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα από το έως τώρα δίκαιο.
Οι διατάξεις όμως των άρθρων 1569 έως 1577 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και στις υιοθεσίας που τελέσθηκαν υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς". Γενικότερες, άλλωστε διαχρονικού δικαίου διατάξεις περιέχονται και στον Εισαγωγικό Νόμο του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1-101 αυτού), οι οποίες δεν καλύπτουν μόνο τις σχέσεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου, αλλά εφαρμόζονται αναλογικά για την επίλυση ζητημάτων διαχρονικού δικαίου που προκύπτουν από την εισαγωγή και άλλων νεότερων, του Αστικού Κώδικα, ειδικότερων νόμων.
Η προμνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 57§1 του ν. 2447/1996 επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν την περιεχόμενη ρύθμιση στη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 88§1 του Εισ.Ν.Α.Κ., σύμφωνα με την οποία "η αναγνώριση ή η νομιμοποίηση τέκνου και η υιοθεσία που έγινε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διέπονται ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα, από το έως τώρα δίκαιο".
Κατά τη σαφή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ως έννομα αποτελέσματα στα οποία αναφέρεται η ρύθμιση θεωρούνται όχι όλα αδιακρίτως τα αποτελέσματα της υιοθεσίας, αλλά μόνο τα συνδεόμενα ευθέως με τη νομική πράξη της υιοθεσίας, δηλαδή τα αναγόμενα αποκλειστικά στην ύλη του οικογενειακού δικαίου, όπως είναι λ.χ.
η διατροφή, η επιμέλεια κ.ά. και όχι και εκείνα που σχετίζονται απλά με την υιοθεσία ή απορρέουν έμμεσα απ' αυτή, όπως είναι ιδίως οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, οι οποίες διέπονται από τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 εδάφ. α' Εισ.Ν. Α.Κ., σύμφωνα με την οποία " οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο", οπότε, εξ αντιδιαστολής, προκύπτει, ότι οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται κατά τον εν λόγω Κώδικα (π.ρ.β.λ.
Ολ. ΑΠ 414/1958 ΝοΒ 6.556, ΑΠ 607/1957). Η παραπάνω λύση, εξασφαλίζουσα την ενότητα του διαχρονικού κληρονομικού δικαίου και ενισχυόμενη με συγκριτικό επιχείρημα από τις διατάξεις των άρθρων 75 και 87 του κυρωμένου με το ν.1329/1983 σχεδίου νόμου (Κώδικα), προσήκει και ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 57 § 1, του κυρωμένου, με το ν. 2447/1996, Κώδικα, αφού ο σκοπός και της εν λόγω διάταξης είναι ταυτόσημος, συνιστάμενος στη διαφύλαξη οπωσδήποτε μετά την αλλαγή του δικαίου της υιοθεσίας των άμεσων μόνο αποτελεσμάτων των υιοθεσιών που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του νέου δικαίου γι' αυτές -υιοθεσίες-.
Έτσι, σε κάθε περίπτωση υιοθεσίας, που η οριστική γι' αυτή δικαστική απόφαση έχει εκδοθεί και καταστεί τελεσίδικη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 Εισ.Ν.Α.Κ., προτού τεθεί σε εφαρμογή το νέο δίκαιο (30-12-1996) και, ακολούθως, δηλαδή μετά την εφαρμογή του, πέθανε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο υιοθετούμενος, ο επιζών θετός γονέας του, έχει κληρονομικό δικαίωμα κατά τη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (άρθρο 1814 σε συνδυασμό με το ήδη ισχύον άρθρο 1561 ή ανάλογα με τα άρθρα 1580, 1584 ΑΚ), αφού αυτό είναι το ισχύον κληρονομικό δίκαιο με βάση τη διάταξη του άρθρου 92 εδάφ.
α' Εισ.Ν.Α.Κ., που προπαρατέθηκε, - υποκείμενο μόνο στις ρητά μνημονευόμενες εξαιρέσεις των διατάξεων των άρθρων 93-95 Εισ.Ν.Α.Κ. -, από την οποία με σαφήνεια προκύπτει, ότι οι σχέσεις κληρονομικού δικαίου κρίνονται κατά τον Αστικό Κώδικα, εφόσον ο κληρονομούμενος πέθανε μετά την ισχύ του (23-2-1946). Η ίδια πιο πάνω λύση είναι, επίσης και ουσιαστικά ορθή, αφού, κατά το χρόνο κατάρτισης της οικογενειακού δικαίου δικαιοπραξίας της υιοθεσίας, το κληρονομικό δικαίωμα τελεί, όπως ήδη ειπώθηκε, σε κατάσταση απλής προσδοκίας μέχρι το χρόνο θανάτου του θετού τέκνου και, συνακόλουθα, δεν θα ήταν πρέπον να εφαρμόζεται το κατά την κατάρτιση της υιοθεσίας ισχύον δίκαιο επί κληρονομικής επαγωγής μέλλουσας και αβέβαιης.
Με τη συλλογιστική, επομένως, ότι ανεξάρτητα από τη διάκριση των έννομων αποτελεσμάτων της νομοθεσίας σε άμεσα και έμμεσα και την κατοχύρωσή τους σύμφωνα με το δίκαιο του χρόνου τέλεσής της -υιοθεσίας-, το περιεχόμενο των τελευταίων, καθώς και η διαμόρφωσή τους κρίνεται κατά το ισχύον κάθε φορά δίκαιο.
Η διαχρονικού, επομένως, δικαίου διάταξη του άρθρου 57§1 του ν. 2447/1996 τελεί σε άμεση σύνδεση με εκείνες των άρθρων 92 εδάφ. α 'και 88§1 του Εισ.Ν.Α.Κ., σε σχέση με τις κληρονομικές σχέσεις μεταξύ θετού τέκνου και θετού γονέα (π.ρ.β.λ. Ολ. ΑΠ 414/1958 ό.π.). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 2-6-2004, αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, ότι στις 22-1-2003 πέθανε στον Πειραιά, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Ζ, πρώτος εξάδελφός τους, ο οποίος, μολονότι ενήλικος, υιοθετήθηκε από τη δεύτερη σύζυγο του φυσικού του πατέρα Ψ και ήδη εναγομένη - αναιρεσίβλητη, με βάση την 306/28-6-1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της όλης κληρονομιαίας περιουσίας του εν λόγω θανόντα, στην οποία περιλαμβάνονται και οι σ' αυτή επακριβώς περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και τα, επίσης, στην ίδια λεπτομερώς αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου και δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, συνολικής αξίας 492.000 ευρώ, είναι οι ίδιοι, και μάλιστα ο καθένας απ' αυτούς κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, λόγω της ήδη εκτιθέμενης συγγενικής τους σχέσης με το θανόντα και σύμφωνα με την τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ενώ, αντίθετα, η εναγομένη δεν απέκτησε οποιοδήποτε κληρονομικό δικαίωμα σ' αυτή την περιουσία, αφού, κατά το χρόνο συντέλεσης της κρίσιμης υιοθεσίας, που συμπίπτει με το χρόνο δημοσίευσης της περί αυτής απόφασης στις 30-6-1996, δεν είχε τεθεί ακόμη σε εφαρμογή ο νόμος 2447/1996, επακόλουθο δε τούτου, κατά τους όρους του άρθρου 57 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι ότι οι φερόμενες προς κρίση κληρονομικές σχέσεις εξακολουθούν έως και σήμερα να διέπονται από το προϊσχύσαν δίκαιο, δηλαδή από το παλαιό άρθρο 1579 εδάφ.
β' του Α.Κ, με βάση το οποίο η εναγομένη κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν αποκτά έναντι του αποβιώσαντος θετού της τέκνου. Ότι η εναγομένη, ισχυριζομένη ότι είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τέκνου της αυτού, σύμφωνα με τη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί στο όνομά της κληρονομητήριο, με βάση την 3255/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη με την 305/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και αμετάκλητη με τη 1176/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με το οποίο (κληρονομητήριο) βεβαιώνεται η κληρονομική της αυτή ιδιότητα, ενώ, παράλληλα, κατέλαβε και κατέχει έως και σήμερα την κληρονομιαία περιουσία, αμφισβητώντας έτσι το σ' αυτή εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των ίδιων.
Με αυτό το περιεχόμενο ζήτησαν στη συνέχεια οι ενάγοντες να αναγνωριστεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό (1/4 εξ αδιαρέτου) στην κληρονομιαία περιουσία του θανόντα πρωτεξαδέλφου τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, με την αιτιολογία, ότι: "η κληρονομία του κατά τις 22-1-2003 αποβιώσαντος Ζ, διέπεται, κατά τους όρους της σχετικής με τις κληρονομικές σχέσεις διατάξεως του άρθρου 92.1 του Εισ.Ν.Α.Κ., που μόνον αυτή εφαρμόζεται εν προκειμένω, από τις κοινές διατάξεις του κληρονομικού δικαίου των άρθρων 1814, 1816 και 1819 του Α.Κ.
σε συνδυασμό και προς τις νεότερες περί υιοθεσίας διατάξεις των άρθρων 1561 και 1580 του ίδιου Κώδικα, που και αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο επαγωγής της ένδικης κληρονομιάς (ισχύς αυτών από 30-12-1996), βάσει των οποίων μοναδική συγγενής του εν λόγω θανόντος στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής είναι η εναγομένη θετή του μητέρα, η οποία και αποκλείει το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων, εφόσον αυτοί ως πρώτοι εξάδελφοι του ίδιου αποβιώσαντος και ως εκ τούτου συγγενείς αυτού κατά την τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής καλούνται στην κληρονομιαία περιουσία του ελλείψει συγγενών της προηγούμενης δεύτερης τάξεως".
Ύστερα από έφεση των εναγόντων κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε, ότι "κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου δεν υφίσταται δεδικασμένο που να απορρέει από την υπ' αριθμ. 3255/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία διέταξε τη χορήγηση στην εναγομένη κληρονομητηρίου στο οποίο να πιστοποιείται ότι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Ζ είναι η τελευταία, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης είναι αβάσιμος", έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή "είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού η κληρονομία του αποβιώσαντος Ζ διέπεται σύμφωνα με τους όρους της σχετικής με τις κληρονομικές σχέσεις διάταξης του άρθρου 92 § 1 Εισ.Ν.Α.Κ., που μόνον αυτή εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 1814, 1816 και 1819 ΑΚ σε συνδυασμό και προς τις νεότερες περί υιοθεσίας διατάξεις των άρθρων 1561 και 1580 ΑΚ, που και αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο επαγωγής της ένδικης κληρονομίας (ισχύς αυτών από 30/12/1996), βάσει των οποίων μοναδική συγγενής του εν λόγω θανόντος στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής είναι η εναγομένη θετή μητέρα του, η οποία και αποκλείει το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων, αφού, ως πρώτοι εξάδελφοι του ίδιου αποβιώσαντος και ως εκ τούτου συγγενείς αυτού, καλούνται στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής μόνο εν ελλείψει συγγενών της προηγούμενης δεύτερης τάξεως".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την τελευταία, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, με την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 57§1 του Κώδικα, που κυρώθηκε από το ν. 2447/1997, του άρθρου 1579 εδάφ.
β' του προϊσχύσαντος Αστικού Κώδικα, των άρθρων 1814 και 1816 του εν λόγω Κώδικα και του άρθρου 92 § 1 Εισ.Ν.Α.Κ., αντίστοιχα, εφόσον η υιοθεσία του ενήλικου γιου του ... Ζ από μέρους της συζύγου του Ψ (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) υλοποιήθηκε με την 306/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, δημοσιεύθηκε στις 30-6-1996, προτού δηλαδή δημοσιευθεί ο ήδη ισχύον νόμος 2447/1996 (στις 30-12-1996), ο υιοθετούμενος όμως πέθανε αδιάθετος στις 22-1-2003, υπό την ισχύ δηλαδή του νόμου 2447/1996, η κληρονομία δε του τελευταίου διέπεται, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη ειπωθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, από τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 § 1 Εισ.Ν.Α.Κ., η οποία και μόνο εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνακόλουθα, από τις διατάξεις των άρθρων 1814 και 1819 ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 1561 και 1580 του ίδιου Κώδικα, που ήδη ισχύουν επί υιοθεσίας ανήλικου και ενήλικου τέκνου.
Αποκλειστική, επομένως, εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πιο πάνω θανόντα είναι η πλησιέστερη στη ζωή στενή συγγενής του, θετή μητέρα του, και ήδη αναιρεσίβλητη, ανήκουσα στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής (άρθρο 1814 ΑΚ), αποκλειομένων των πρωτεξαδέλφων του ίδιου, ανηκόντων στην τρίτη τάξη της εν λόγω διαδοχής (άρθρο 1816 σε συνδυασμό με άρθρο 1819 ΑΚ) και ήδη αναιρεσειόντων.
Οι συναφείς, συνεπώς, τρεις λόγοι της αναίρεσης, καθώς και οι δύο πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος στην κληρονομιαία περιουσία του θανόντα πρωτεξαδέλφου τους, Ζ, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία, αλλιώς, με εσφαλμένη εφαρμογή, εις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προμνημονεύθηκαν, καθώς και εκείνες των άρθρων 1561 και 1580 ΑΚ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση των Χ1 κ.ά για αναίρεση της 530/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, καθώς και τους από 18-3-2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ