Supreme Court dismisses appeal on equal treatment and procedural basis grounds in employment dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in an employment dispute. The appellant argued for equal treatment regarding a benefit and claimed the lower court ignored a primary legal basis of their claim. The court rejected these arguments, finding the appellant failed to prove the employer's action was voluntary and that the lower court properly considered all evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 525, 526 of the Code of Civil Procedure; Article 288 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: The principle of equal treatment applies only to voluntary employer benefits, not statutory obligations, and appeals must address all rejected legal grounds of the original claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2035 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2035/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Τσαγγάλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1603/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3513/2003 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1435/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6751/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
Επίσης, δεν παραβιάζεται η ίδια αρχή όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας, που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 7-7-1983 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τριετούς διάρκειας και του ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή στον τομέα Πληροφορικής και Μονάδας Εκσυγχρονισμού αυτής.
Μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της συμβάσεως εργασίας του, αυτή μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ο αναιρεσείων εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της αναιρεσίβλητης με το βαθμό του υποδιευθυντή Β΄ και από τον Ιούλιο του έτους 1989 προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Α΄. Στις 19-9-1990 αποχώρησε από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, στην οποία όμως επανήλθε, ενώ από της επανόδου του (1-3-1994) του απονεμήθηκε ο βαθμός του Διευθυντή, με τον οποίο εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες στον Τομέα της Πληροφορικής, ως Διευθυντής της οικείας Διευθύνσεως.
Από το μήνα Νοέμβριο του έτους1995 η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσείοντα καθήκοντα Διευθυντή της Διεύθυνσης Εκσυγχρονισμού και Οργάνωσης Παραγωγής (Δ.Ε.Ο.Π.),ενώ παράλληλα από τον ίδιο χρόνο είχε αρχίσει και η υλοποίηση του έργου αυτοματισμού των εργασιών της αναιρεσίβλητης με την ονομασία "SIGLO", την εκτέλεση του οποίου, μετά από σχετική σύμβαση με την αναιρεσίβλητη, είχε αναλάβει η ισπανική εταιρεία με την επωνυμία "ANDERSEN CONSYLTING".
Στα πλαίσια της υλοποιήσεως αυτής απαιτήθηκε στη συνέχεια η σύμπραξη και συμμετοχή στελεχών της Τράπεζας με εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, τα οποία κατανεμήθηκαν σε "ομάδες έργου", κάθε μία από τις οποίες ήταν επιφορτισμένη με ειδικά καθήκοντα και τελούσε υπό την εποπτεία συνήθως υψηλόβαθμου στελέχους της Τράπεζας, που είχε αποσπασθεί από άλλη Διεύθυνση και είχε τεθεί επικεφαλής της.
Μία εκ των ομάδων αυτών ήταν και η "ομάδα χρηστών", της οποίας η αποστολή ήταν καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή έκβαση του όλου εγχειρήματος, αφού ήταν επιφορτισμένη με το έργο της μετουσιώσεως των διαπιστουμένων λειτουργικών αναγκών της τράπεζας σε συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο σύστημα προτάσεων, διατυπωμένο κατάλληλα, ώστε να καθίσταται εφαρμόσιμο από τους προγραμματιστές πληροφορικής.
Άλλα στελέχη της Τράπεζας, εξίσου υψηλόβαθμα, ανέλαβαν την εποπτεία του όλου έργου και το συντονισμό των Διευθύνσεών τους με τις παραπάνω ομάδες έργου. Έτσι ο αναιρεσείων, ως ασκών από ο Νοέμβριο του έτους 1995 καθήκοντα Διευθυντή της Διευθύνσεως Εκσυγχρονισμού και οργάνωσης Παραγωγής, περιλαμβανόταν κατ' ανάγκη στα στελέχη της τα εμπλεκόμενα με την υλοποίηση του ανωτέρω έργου αυτοματισμού των εργασιών της Τράπεζας, αφού από τη θέση αυτή επιφορτίσθηκε με το συντονισμό και τον έλεγχο του αποτελέσματος των εργασιών της, τον έλεγχο τηρήσεως των συμβατικών υποχρεώσεών της αναδόχου εταιρίας του έργου, τιμολογήσεως των εργασιών, εγκρίσεως και πληρωμής των σχετικών δαπανών, με την ενημέρωση της Διοικήσεως και της οικείας επιτροπής παρακολουθήσεως του έργου, την υποβολή των σχετικών εγγυήσεων στην επιτροπή αυτή και με την έγκριση και τον έλεγχο των παραδοτέων τμημάτων του έργου.
Η δραστηριοποίηση του αναιρεσείοντος στα καθήκοντα αυτά άρχισε ουσιαστικά από τα μέσα του έτους 1996 και συνέπεσε με την τοποθέτηση, δυνάμει της 730/9-7-1996 εγκυκλίου της Διοικήσεως της αναιρεσίβλητης, του Διευθυντή X ως Συμβούλου Διοικήσεως υπευθύνου για το έργο αυτοματισμού της Τράπεζας, με βασική αποστολή, όπως κατά λέξη αναφέρεται σε αυτή, "την κινητοποίηση και το συντονισμό των χρηστών και των ενεργειών που απαιτούνται για την υποστήριξη της εισαγωγής του ολοκληρωμένου συστήματος των τραπεζικών εφαρμογών, που θα μετασχηματίσει την οργανοτεχνική υποδομή της Τράπεζας καθώς και τις μεθόδους και τα μέσα διανομής των προϊόντων της".
Ακολούθως εκδόθηκε πράξη της Διοικήσεως, υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο του ΔΣ ....., με την οποία ορίστηκε ότι ο ανωτέρω θα λαμβάνει, όσο χρόνο ασχολείται με την εκτέλεση του έργου, τις αμοιβές και λοιπές παροχές που παρέχονται στους Αναπληρωτές Γενικούς Διευθυντές της Τράπεζας και βάσει της πράξεως αυτής χορηγήθηκε στον προαναφερόμενο διευθυντή η διαφορά μεταξύ των αποδοχών των Διευθυντών και Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών, ανερχόμενη στο ποσό των 1.210.000 δραχμών μηνιαίως, η οποία με μορφή αυτοτελούς επιδόματος άρχισε να καταβάλλεται από 1-8-1996.
Στον αναιρεσείοντα για τη συμμετοχή του στην υλοποίηση του ανωτέρω έργου καταβλήθηκε ως πρόσθετη παροχή και για όσο χρόνο ουσιαστικά διήρκεσε η συμμετοχή του αυτή, δηλαδή από 1-8-1996 έως 1-6-1998, που τοποθετήθηκε Σύμβουλος Διοικήσεως και έπαυσε η ενασχόλησή του με το έργο αυτό, το ποσό των 257.700 δραχμών μηνιαίως, με τη μορφή του διπλασιασμού του μέχρι τότε καταβαλλομένου σε αυτόν ισόποσου επιδόματος ευθύνης.
Η μη επέκταση όμως και στον αναιρεσείοντα της καταβαλλομένης από την αναιρεσίβλητη προς τον ομοιόβαθμο συνάδελφό του Χ της ως άνω οικειοθελούς μισθολογικής παροχής δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, διότι η απασχόληση του καθενός για την ολοκλήρωση του ανωτέρω έργου διαφοροποιείται ως προς το είδος και τον τομέα παροχής των υπηρεσιών τους.
Ειδικότερα, ο ανωτέρω διευθυντής Χ τοποθετήθηκε ως επικεφαλής της "ομάδας χρηστών", της οποίας η αποστολή ήταν καθοριστικής σημασίας για την υλοποίηση του έργου αυτοματισμού των εργασιών της Τράπεζας και η απασχόλησή του με το εν λόγω έργο ήταν πλήρης και αποκλειστική, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, του οποίου το αντικείμενο εργασίας ήταν διαφορετικό και παράλληλα με την ενασχόλησή του αυτή ασκούσε και τα προηγούμενα καθήκοντα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εκσυγχρονισμού και Οργάνωσης της Παραγωγής, αφού με την ιδιότητα του Διευθυντή της εν λόγω διευθύνσεως περιλαμβανόταν κατ΄ ανάγκη στα εμπλεκόμενα με την υλοποίηση του έργου στελέχη της και εκ της θέσεώς του αυτής επιφορτίσθηκε με το συντονισμό και την καθοδήγηση των ομάδων έργου και τον έλεγχο του αποτελέσματος των εργασιών τους.
Δηλαδή πρόκειται για καθήκοντα διαφορετικής σπουδαιότητας και βαρύτητας και λόγω της καθοριστικής σημασίας για την έκβαση του όλου έργου, που είχε η ομάδα χρηστών, η αναιρεσίβλητη απάλλαξε το Χ από τα καθήκοντα της διευθύνσεως του και τον τοποθέτησε υπεύθυνο για το έργο αυτοματισμού της Τράπεζας, με βασική αποστολή την κινητοποίηση και ο συντονισμό των χρηστών και των ενεργειών που απαιτούνται για την υποστήριξη της εισαγωγής του ολοκληρωμένου συστήματος τραπεζικών εφαρμογών, δηλαδή παρείχε σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση καθήκοντα διαφορετικά από αυτά του αναιρεσείοντος και κάτω από διαφορετικές συνθήκες και συνεπώς ο τελευταίος δεν δικαιούται με βάση την επικαλούμενη αρχή της ίσης μεταχείρισης τη χορηγηθείσα στον ομοιόβαθμό του οικειοθελή μισθολογική παροχή.
Ο αναιρεσείων άσκησε καθήκοντα διευθυντή της διεύθυνσης εκσυγχρονισμού και οργάνωσης παραγωγής και προσέφερε τις πρόσθετες υπηρεσίες για την ολοκλήρωση του έργου αυτοματισμού των λειτουργιών της αναιρεσίβλητης μέχρι την 1-6-1998, διότι έκτοτε τοποθετήθηκε στη θέση του συμβούλου Διοικήσεως και έπαυσε η ενασχόλησή του με το σχετικό αντικείμενο.
Μέχρι τον παραπάνω χρόνο, λόγω της ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος των έργων προγραμματιστή-αναλυτή ηλεκτρονικών υπολογιστών, παρεχόταν και στον τελευταίο το παρεχόμενο στους χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 12% επί του βασικού μισθού, το οποίο κατά τον ανωτέρω χρόνο (1-6-1998) ανερχόταν σε 43.524 δραχμές το μήνα και το οποίο η αναιρεσίβλητη έπαυσε έκτοτε να του καταβάλει.
Το επίδομα όμως αυτό, το οποίο χορηγήθηκε στους προγραμματιστές της τότε διευθύνσεως μηχανοργάνωσης της αναιρεσίβλητης το έτος 1989 με απόφαση του Γενικού Διευθυντή της, κατόπιν της από 16-2-1989 θετικής εισηγήσεως της διεύθυνσης προσωπικού, έχει ως προϋπόθεση την άσκηση εκ μέρους του δικαιούχου μισθωτού έργων σχετιζομένων με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπως χειριστή, προγραμματιστή-αναλυτή κλπ, έργα τα οποία ο αναιρεσείων έπαυσε να ασκεί από 1-6-1998 και συνεπώς από τότε έπαυσε να δικαιούται το εν λόγω επίδομα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος για πληρωμή σ' αυτόν με βάση την ίσης μεταχείρισης της χορηγηθείσης στον πιο πάνω συνάδελφό του οικειοθελούς μισθολογικής παροχής καθώς και για πληρωμή του πιο πάνω επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, για το χρονικό διάστημα μετά την 1-6-1998.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι ο πιο πάνω ομοιόβαθμος συνάδελφος του αναιρεσείοντος δεν εκτελούσε την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με αυτόν ( ο πρώτος ήταν επικεφαλής της ομάδας χρηστών και είχε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ενώ ο δεύτερος ασκούσε τα καθήκοντά του ως διευθυντής της διεύθυνσης εκσυγχρονισμού και οργάνωσης παραγωγής παράλληλα με την ενασχόλησή στην εκτέλεση του πιο πάνω έργου) και επομένως δεν δικαιούται τη χορηγηθείσα στο συνάδελφό του αυτό πιο πάνω οικειοθελή παροχή, ενώ ως προς το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας δέχθηκε ότι, μετά την 1-6-1998 έπαυσε η ενασχόλησή του με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που ήταν η προϋπόθεση για την καταβολή στους άλλους συναδέλφους του πιο πάνω επιδόματος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
καθώς και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, και μετά την 1-6-1998 η απασχόλησή του σχετιζόταν με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές καθώς επίσης και τον ισχυρισμό του ότι, από 19-9-1997 μέχρι 1-6-1998, αυτός ασκούσε τα ίδια καθήκοντα με αυτά του Χ.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντοας και τους απέρριψε ως αβάσιμους.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των αγωγικών αξιώσεών του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) Την 793/19-9-1997 εγκύκλιο της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης, με την οποία αποφασίσθηκε η υπαγωγή όλων ομάδων του έργου στη δική του εποπτεία και ενιαία διοίκηση. 2) Το από 12-9-1996 έγγραφο σχετικά με τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα από 18-1996 της ίδιας επιδοματικής παροχής που είχε χορηγηθεί στην ομάδα χρηστών. 3) Το από 309-1996 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, με το οποίο εγκρίνεται η παρόμοια προς την ομάδα χρηστών επιδοματική τακτοποίηση και για τα στελέχη που έχουν επωμισθεί τη διοίκηση και διαχείριση του όλου έργου. 4) Φωτοτυπικό αντίγραφο αποσπάσματος της σύμβασης της αναιρεσίβλητης με την ανάδοχο εταιρεία. 5) Την 140/19-2-2001 εγκύκλιο της Διοίκησης της αναιρεσίβλήτης.
Και 6) Την από 15-2-2001 σύμβαση δανεισμού του αναιρεσείοντος στη θυγατρική της αναιρεσίβλητης εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ- ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ". Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 525 και 526 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν στο δικόγραφο της αγωγής σωρεύονται δύο νομικές βάσεις και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθεί την μία και απορρίψει την άλλη και στη συνέχεια ο εναγόμενος ασκήσει έφεση και προσβάλλει την απόφαση κατά το κεφάλαιό της, κατά το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή κατά τη μία νομική βάση, δεν μπορεί ο ενάγων να ζητήσει κατ' έφεση την έρευνα και παραδοχή της άλλης βάσης της αγωγής, η οποία απορρίφθηκε, αν δεν άσκησε προς τούτο ίδια έφεση, η οποία μπορεί να ασκηθεί και επικουρικώς, δηλαδή με την αίρεση της ευδοκίμησης της έφεσης του εναγομένου.
Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου559 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, θα πρέπει ο ισχυρισμός που προτάθηκε να είναι παραδεκτός και νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις ενώπιον του, να ερευνηθεί η αγωγή του κατά την κύρια νομική της βάση, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του λόγω σχετικής συμβατικής της δέσμευση, κατά την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή από το πρωτόδικο δικαστήριο, χωρίς αυτός να παραπονείται με λόγο της εφέσεώς του για την απόρριψη αυτή της κύριας νομικής βάσης.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος ήταν απαράδεκτος, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1310/1-11-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 6751/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ