Legislator Case Law & Legislation
2034/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, rejecting claim of procedural error regarding damages calculation.

Case Number 2034/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'EMM. KARIOTOGLOU' against the First Instance Court of Samos regarding a lease dispute with 'SAMOTELE'. The appellant argued the lower court erred in calculating damages, but the court found the First Instance correctly assessed compensation based on actual expenses incurred by the lessee rather than future losses. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court does not commit a procedural error under Article 559 when determining compensation based on proven actual expenses incurred by the claimant, even if this differs from the claimant's initial request for future losses, provided the historical basis of the claim remains unchanged.

Keywords

AI generated
lease dispute damages procedural error appeal positive damage assessment actual expenses proven future loss claim civil procedure appeal costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 591 of the Code of Civil Procedure
Article 614, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 615 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, number 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2034 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2034/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΜ. ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΧΩΡΑΣ ΣΑΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στο Ποτοκάκι Σάμου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετρούσκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΑΜΟΤΕΛ ΑΕ", που εδρεύει στο Βαθύ Σάμου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 13/25-4-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου), η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 13-3-2023 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 25-4-2023 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 8-5-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 25/15-5-2018) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσε στην εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, το αναφερόμενο σ' αυτήν ξενοδοχείο, που βρίσκεται στη Σάμο, μαζί με τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό του, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως ξενοδοχείο, η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίσθηκε δωδεκαετής, ήτοι από 1-1-2012 έως 31-12-2024, και το μίσθωμα στο ποσό των 75.000 ευρώ ετησίως, καταβλητέο σε δύο ισόποσες δόσεις, την 1η Ιουλίου και την 30η Νοεμβρίου εκάστου μισθωτικού έτους, ενώ ειδικώς για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, τούτο ορίσθηκε μειωμένο, ήτοι σε 20.000 ευρώ και 55.000 ευρώ, αντιστοίχως.

Περαιτέρω, εξέθεσε ότι συμφωνήθηκε πως η εναγόμενη θα προέβαινε σε δαπάνη 150.000 ευρώ περίπου για την αναβάθμιση του μισθίου, ώστε να λειτουργήσει ως ξενοδοχείο κατηγορίας "τεσσάρων αστέρων", προβαίνοντας στις αναγκαίες προσθήκες και βελτιώσεις, οι οποίες, μετά τη λύση της μίσθωσης, θα παρέμεναν σε όφελος του μισθίου, ευθυνόμενη παράλληλα για την τακτική συντήρησή του και ότι, για κάθε παράβαση της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, συμφωνήθηκε να καταβάλει αυτή ως ποινική ρήτρα ποσό 50.000 ευρώ.

Ότι, η μίσθωση λύθηκε στις 22-11-2017, οπότε παραδόθηκαν τα κλειδιά του μισθίου, συνεπεία άσκησης συμβατικού δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, η οποία το χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως ξενοδοχείο "τεσσάρων αστέρων", έχοντας εξοπλίσει τούτο με τον ελάχιστο απαιτούμενο εξοπλισμό, ήτοι έχοντας διαθέσει μόνο το ήμισυ περίπου από το συμφωνηθέν προς τούτο ποσό των 150.000 ευρώ.

Ακολούθως, εξέθεσε ότι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου, η εναγόμενη είχε προβεί στην αφαίρεση όλου του εξοπλισμού που προσέθεσε, αλλά και μέρους του υπάρχοντος σ' αυτό κατά το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης, προκαλώντας φθορές στο μίσθιο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η λειτουργία στο μίσθιο επιχείρησης ξενοδοχείου "τεσσάρων αστέρων".

Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζήτησε, όπως εκτιμάται, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει: Α) ως αποζημίωση, το ποσό των 149.651,23 ευρώ, που αντιστοιχεί στη δαπάνη που θα υποχρεωθεί να καταβάλει για την αποκατάσταση του αφαιρεθέντος, αλλά και του απαιτούμενου εξοπλισμού, που περιγράφεται στην αγωγή, ώστε να λειτουργήσει ως ξενοδοχείο "τεσσάρων αστέρων", λόγω της υπαίτιας πλημμελούς εκπλήρωσης της μισθωτικής σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, άλλως, επικουρικώς, λόγω κακής χρήσης του μισθίου, άλλως, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, Β) το ποσό των 112.000 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη για την περίοδο του έτους 2018, Γ) το ποσό των 50.000 ευρώ, λόγω της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, Δ) το ποσό των 66.150 ευρώ, ως αποζημίωση, με βάση τις διατάξεις της αδικοπραξίας και Ε) το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου με την υπ' αριθμ. 148/2020 απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το υπό στοιχείο (Α) αίτημα, όσον αφορά το σκέλος της αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης της συμβατικής σύμβασης από την εναγομένη και, ακολούθως, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το ανωτέρω αίτημα και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 149.651,23 ευρώ, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή.

Επί ασκηθεισών εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 35/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου), με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει τα ίδια.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 224/2023).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή αυτών (πραγματικών περιστατικών) σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 777/2022).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 1572/2017).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 1053/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 1217/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 57/2022).

Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 109/2020).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, Α.Π. 109/2020), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 574, 185,189,192,361,599 και 608 του Α.Κ, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι: "ο όρος "μετά τη λήξη της μίσθωσης" είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας, καθόσον η μίσθωση λήγει είτε με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου της διάρκειας αυτής, είτε με καταγγελία των μερών για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο (...) και δεν σημαίνει κατ'ανάγκη το πέρας της μισθωτικής σύμβασης μετά την εκπνοή της συμβατικής της διάρκειας, ούτε διαφοροποιείται εννοιολογικά από τον όρο "λύση" της μίσθωσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα).

Άλλωστε και από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αμφότεροι οι παραπάνω όροι χρησιμοποιούνται παράλληλα χωρίς διάκριση, αφού στον όρο υπ'αρ.1 γίνεται λόγος για "λήξη της μισθωτικής σχέσης" σε περίπτωση άσκησης του συμβατικού δικαιώματος καταγγελίας της μισθώτριας, ενώ στον όρο υπ'αρ. 12 γίνεται λόγος για την πρόβλεψη κατάπτωσης της ορισθείσας ποινικής ρήτρας "σε περίπτωση υπαναχώρησης της μισθώτριας και λύσης της σύμβασης"..." και να απορρίψει τον πρώτο λόγο της έφεσής της ως αβάσιμο.

Ο προαναφερθείς λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι η λήξη της μισθωτικής σχέσης επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου της διάρκειας αυτής είτε μετά από καταγγελία των μερών για οποιονδήποτε λόγο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ένα μικρό απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Έτσι διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. για να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι. Ως αποδεικτικά μέσα νοούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 335 επομ. του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1, οπότε εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες ανεξάρτητα από το ποσό, ήτοι: α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, β) αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που είχε συνταχθεί χάθηκε τυχαία, και δ) αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως όταν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες. Ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β`, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθ` ενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ` αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίσθηκε νομίμως (Α.Π. 1042/2020, Α.Π. 902/2020, Α.Π.1261/2018, Α.Π. 2182/2007).

Η προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το αποδεικτικό υλικό που προέρχεται από αυτό. Προκειμένου περί εγγράφου, συνίσταται στην υλική πράξη της προσκομιδής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως. Όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη σε πράγματα, η βεβαίωση του δικαστηρίου για την προσκομιδή ή όχι του αποδεικτικού μέσου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Α.Π. 2194/2009, Α.Π. 63/1987).

Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ 2 Κ.Πολ.Δ. ο Άρειος Πάγος ελέγχει την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων. Η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέραν των λόγων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναφέρεται όμως σε όλους τους λόγους του άρθρου αυτού. Επομένως, ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 124/2022, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 1020/2014, Α.Π.158/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του αριθμού 11 εδ. β και εδ. γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αιγαίου: 1) με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το μίσθιο ξενοδοχείο δεν βρισκόταν στην κατάσταση που έπρεπε να αποδοθεί σύμφωνα με την καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης, ήτοι με τον πλήρη εξοπλισμό που να αντιστοιχεί σε ξενοδοχείο κατηγορίας "τεσσάρων αστέρων", ότι μεγάλο μέρος του κινητού εξοπλισμού είχε αφαιρεθεί από την αναιρεσείουσα και για την προμήθεια αντίστοιχου εξοπλισμού αναγκάστηκε να προβεί σε δαπάνες, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία του ως ξενοδοχειακής μονάδας "τεσσάρων αστέρων", προσκόμισε μετ' επικλήσεως τιμολόγια αγοράς των ειδών, με τα οποία εξόπλισε το μίσθιο ξενοδοχείο, απορρίπτοντας τον έβδομο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί αοριστίας των ειδών για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονται τα είδη κατά τη μάρκα κατασκευής και τον κατασκευαστή, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, καθόσον ουδέποτε προσκομίστηκαν μετ'επικλήσεως νόμιμα τα σχετικά τιμολόγια, ούτε πρωτοδίκως ούτε σε δεύτερο βαθμό από την αναιρεσίβλητη και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 εδ. β'του 559 Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα, όμως, με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ενυπάρχουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι προσκομίστηκαν μετ'επικλήσεως αυτά τα τιμολόγια, ως αναγόμενη σε πράγματα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ και επομένως ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ.

β' πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 143/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, της προσβαλλόμενης απόφασης, των από 1-10-2019 προτάσεων που κατέθεσε η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου και των από 17-5-2022 προτάσεων της ίδιας κατά τη συζήτηση των εφέσεων των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων, χωρίς να απαιτείται, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα να εξειδικεύονται τα ειδικότερα στοιχεία ενός εκάστου εξ αυτών (αριθμοί, ημερομηνία έκδοσης, ποσό Φ.Π.Α.), αφού δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητα των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων αυτών εγγράφων, 2) με το να μη λάβει υπόψη την αγωγή, τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την πρωτόδικη απόφαση (148/2020), την έφεση της αναιρεσείουσας και τις προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτησή της, στις οποίες (έφεση και προτάσεις) μεταξύ άλλων αναφέρεται στο ανεπίτρεπτο, κατ' άρθρο 393 Κ.Πολ.Δ., της λήψης υπόψη της κατάθεσης του Ν.

Ρ. που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση προς απόδειξη των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη προς εξοπλισμό του ξενοδοχείου, ώστε να αντιστοιχεί σε ξενοδοχείο κατηγορίας "τεσσάρων αστέρων", παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 εδ.

γ' του 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι, ως προς την αιτίαση αυτή, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα ανωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα, που φέρονται ως αγνοηθέντα, δεν είναι αποδεικτικά αλλά διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, τα οποία ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, επισκοπεί προς διερεύνηση της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ.

γ' Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση δε η αναιρεσείουσα αμφισβητεί στην πραγματικότητα την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης από το Εφετείο, η οποία, κατά το άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ενώ εσφαλμένα υπολαμβάνει, ότι ανεπίτρεπτα έλαβε υπόψη το Εφετείο την κατάθεση του ενόρκως βεβαιώσαντος, καθόσον δεν πρόκειται για απόδειξη της σύμβασης μίσθωσης ή άλλης δικαιοπραξίας, αλλά πραγματικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.

Με τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' Κ.Πολ.Δ. το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης (Α.Π. 83/2021, Α.Π. 685/2008).

Στην περίπτωση αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για θετική ζημία η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχή ως προκυψάντων εκ των αποδείξεων περιστατικών, που διαφέρουν από αυτά που αναφέρονται στην αγωγή, κατά το ότι με βάση αυτά επέρχεται διαφορετικός υπολογισμός του μεγέθους της επιδικαζόμενης παροχής, δεν επάγεται ουσιώδη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης και εκείθεν παραβίαση της αρχής της συζήτησης, της οποίας έκφραση αποτελεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζοντας το ύψος της αποζημίωσης με διάφορο τρόπο κατά τα ανωτέρω, δεν υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του ως άνω λόγου, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεχόμενο πράγματα χωρίς απόδειξη ή επιδικάζοντας κάτι που δεν ζητήθηκε (Α.Π. 685/2008). Τέλος, κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, αυτή δε περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (Α.Π. 1149/2019, Α.Π. 104/2014, Α.Π. 83/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την αγωγή της, η εκμισθώτρια, ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίσθηκε τα εξής: 1) ότι με τον 7ο όρο της σύμβασης μίσθωσης συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια, ήδη αναιρεσείουσα, θα λειτουργήσει το μίσθιο ως "τετράστερο" ξενοδοχείο και για το λόγο αυτό θα αναλάβει με δικές της δαπάνες να το εξοπλίσει με πλήρη ξενοδοχειακό εξοπλισμό (καινούρια επίπλωση δωματίων, χώρων υποδοχής, εστιατορίου, κουζίνας, τμήματα περιφερειακά κλπ), προϋπολογιζομένης δαπάνης περίπου 150.000 ευρώ και ότι με τη λήξη της μίσθωσης ο εξοπλισμός θα παραμείνει στην ιδιοκτησία της εκμισθώτριας, 2) ότι η μισθώτρια εξόπλισε το ξενοδοχείο, με τον ελάχιστο νέο εξοπλισμό που απαιτείτο για την εύρυθμη λειτουργία του, έχοντας διαθέσει το ήμισυ περίπου του ποσού των 150.000 ευρώ, 3) ότι η μισθώτρια, αντισυμβατικά, μετά την εκ μέρους της καταγγελία και τη λύση της μίσθωσης, αφαίρεσε ολόκληρο τον εξοπλισμό που είχε εισφέρει σ' αυτό και υπήρχε καθόλο το χρονικό διάστημα της μέχρι τότε λειτουργίας του και 4) ότι η ίδια θα υποχρεωθεί να διαθέσει για την προμήθεια και τοποθέτηση σ' αυτό του αναγκαίου εξοπλισμού το ποσό των 149.651,23 ευρώ, το οποίο όφειλε να έχει διαθέσει η μισθώτρια σύμφωνα με τη σύμβαση μίσθωσης.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει ως αποζημίωση (για θετική ζημία) το ανωτέρω ποσό των 149.651,23 ευρώ. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων και εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε, αναφορικά με το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο, αφού αναφέρει λεπτομερώς τα επιμέρους στοιχεία του κινητού εξοπλισμού, τα οποία θα έπρεπε να υπάρχουν, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, κατά την απόδοση του μισθίου, ότι ήδη η εκμισθώτρια υποβλήθηκε για την αιτία αυτή σε δαπάνες ύψους περίπου 199.723,63 ευρώ, επιδίκασε όμως σ' αυτήν, ως αποζημίωση, το αιτηθέν με την αγωγή της ποσό των 149.651,23 ευρώ.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του το ύψος της αποζημίωσης στο ανωτέρω ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη που όπως προέκυψε από τις αποδείξεις κατέβαλε ήδη η ενάγουσα, διαφοροποιούμενη με αυτά που διαλαμβάνονται στο περιεχόμενο και στο αίτημα της αγωγής, περί μελλοντικής θετικής ζημίας, στηριζόμενο δηλαδή, κατά τα ανωτέρω, σε διαφορετικά περιστατικά, χωρίς να επέλθει ουσιώδης μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, κατά τα προαναφερθέντα, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-4-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 13/25-4-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ