Legislator Case Law & Legislation
2034/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguing late expert report invalidates judgment due to procedural time limits.

Case Number 2034/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a contested will. The appellant argued that the expert handwriting report was inadmissible because it was submitted late, exceeding the 132-day deadline set by the first-instance court. The court ruled that this deadline is not a nullity and that the appellant failed to legally restate this specific argument to the Court of Appeal before the appeal was filed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 368-392 of the Code of Civil Procedure; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on a claim not legally raised in the court of first instance is inadmissible unless it concerns a public order violation, an error inherent in the judgment, or a claim affecting public order.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure nullity of expert report admissibility of appeal procedural time limits legal reiteration of claims handwriting expert opinion contested will validity

Cited Legislation

AI generated
Articles 368-392 of the Code of Civil Procedure
Article 383 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 270, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 270, paragraph 2, letters a and b of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 25/2003
OL. AP 12/2000
OL. AP 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2034 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2034/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Πούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 19-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και β) με την από 24-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 368 - 392 Κ.Πολ.Δ και, ειδικότερα, εκείνη του άρθρου 383 δεν προκύπτει, ότι η προθεσμία που τάσσεται από το δικαστήριο για την υποβολή από τον πραγματογνώμονα της έγγραφης γνωμοδότησής του είναι ανατρεπτική, με συνέπεια η σύνταξη και η κατάθεσή της να επιφέρουν ακυρότητα αυτής αν έγιναν μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας.

Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη και άκυρη την από 6-10-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικηγόρου-ειδικού δικαστικού γραφολόγου ...

και τον ενάγοντα-εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο έκπτωτο από το δικαίωμά του επίκλησης της εν λόγω έκθεσης ενόψει του ότι η τελευταία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 6-10-2004, δηλαδή, εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση 132 ημερών από την προφορική ανακοίνωση του πιο πάνω Δικαστηρίου περί διενέργειά της, που καταχωρήθηκε στα από 27-5-2004 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων δεν είναι είναι ανατρεπτική, με άμεσο επακόλουθο την ακυρότητα της γνωμοδότησης, αν η σύνταξη και κατάθεσή της έγιναν μετά την πάροδο της τασσόμενης προθεσμίας.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύουν, μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001, από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου - 270. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.

γ' Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.

Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ, πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.

Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ και λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία. Τα ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημόσιου εγγράφου (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.

Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης μέμφεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.

α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή έλαβε υπόψη την από 14-2-2004 επιστολή του ... προς τον αναιρεσίβλητο, που είναι έγγραφο μαρτυρίας, αφού συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο, μη έχον την ιδιότητα του διαδίκου, μετά την άσκηση της ένδικης (με αριθμό έκθ.

κατάθ. 1191/25-11-2003) αγωγής της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η εν λόγω επιστολή, η οποία έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατή ως τέτοιο έγγραφο και ως αποδεικτικό μέσο που πληροί οπωσδήποτε τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270§2 εδάφ.

α' Κ.Πολ.Δ., νόμιμα, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκε ελεύθερα απ' αυτό. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ. στις καταθέσεις των μαρτύρων -όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται επικουρικά στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο προσέδωσε στην προμνημονευόμενη επιστολή αποδεικτική δύναμη, ενώ δεν έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή καμιά απολύτως αποδεικτική δύναμη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά πρώτο μεν λόγο, εφόσον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270§2 εδάφια α' και β' Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα τη μη ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, κατά δεύτερο δε λόγο, γιατί το Εφετείο προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου της πιο πάνω επιστολής κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.3, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο - αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν η παραβίαση αφορά κανόνα όχι μόνο ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου, αλλά και κανόνα επικυρωμένης από την Ελλάδα διεθνούς σύμβασης, καθώς και γενικά παραδεδεγμένου κανόνα του διεθνούς και αλλοδαπού δικαίου (Ολ. ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τέταρτο και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να κρίνει, με βάση μόνο τη διάταξη του άρθρου 2107-03 του περί διαθηκών Αναθεωρημένου Κώδικα του Οχάϊο, η οποία αφορά μόνο τον τύπο σύνταξης της διαθήκης, όχι δε και εκείνο της ανάκλησής της -διαθήκης-, το κύρος ολόκληρης της από 16-12-1983 διαθήκης του θανόντα ..., δηλαδή και ως προς τη διάταξή της περί ανάκλησης κάθε προγενέστερης -έγκυρης- διαθήκης του ίδιου και, ειδικότερα, της από 21-9-1982 διαθήκης του ίδιου, παραβίασε ευθέως την οικεία πιο πάνω διάταξη του δικαίου περί διαθηκών του Οχάϊο (με τον τέταρτο απ' αυτούς) και περαιτέρω με το να εφαρμόσει προς επίλυση της ένδικης διαφοράς τη διάταξη του άρθρου 11 του ΑΚ, που καθορίζει γενικά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κύρους της δικαιοπραξίας, ενώ ως προς τον τύπο της διαθήκης ισχύει ειδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, δηλαδή η από 5-10-1961 Σύμβαση της Χάγης που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το νόμο 1325/1983 και, ισχύουσα από 2-8-1983, ως εσωτερικό δίκαιο, ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης (16-12-1983), παραβίασε ευθέως την προμνημονευόμενη Διεθνή Σύμβαση (με τον πέμπτο απ' αυτούς).

Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού, μολονότι παρατίθεται (στον τέταρτο και μόνο απ' αυτούς) η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2107-03 του περί διαθηκών Αναθεωρημένου Κώδικα του Οχάϊο, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και εκτίθενται, επίσης, στους ίδιους οι απόψεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με την ερμηνεία των μνημονευόμενων σ' αυτούς διατάξεων, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (εσωτερικού και αλλοδαπού), που προπαρατέθηκαν, ούτε εξειδικεύεται, -στον τέταρτο, επίσης, απ' αυτούς-, το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση της μνημονευόμενης σ' αυτόν διάταξης οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ενόψει αυτών, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται.

Ο έκτος, επομένως, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περιπτ. β'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της, ότι προσβλήθηκαν ως πλαστές όχι μόνο οι υπογραφές του διαθέτη ... και του πρώτου μάρτυρα ...

στην επίμαχη διαθήκη του πρώτου, αλλά, επίσης, προσβλήθηκε ως πλαστό και το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα, που είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, με λόγο της έφεσής της κατά της εκκαλουμένης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τον αμέσως στο πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό της με τα ίδια όπως και στο αναιρετήριο περιστατικά, δεν συντρέχει δε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 254/2006 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ