Legislator Case Law & Legislation
2033/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of connection between new arguments and original appeal grounds.

Case Number 2033/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Parko Ygeias Athens against a final appellate judgment from 2020. The appellant raised new grounds in 2024, but the court found no necessary connection between these new arguments and the original appeal grounds. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be connected to the original grounds, and new grounds raised outside the original scope are inadmissible.

Keywords

AI generated
procedural admissibility new grounds of appeal necessity of connection Code of Civil Procedure costs of litigation final appellate judgment inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 614(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2033 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2033/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ" (πρώην "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΙΚΑ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κοντομηνά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2556/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2459/2015 εν μέρει οριστική και 1694/2020 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2021 αίτησή της και τους από 7-3-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20.05.2021 ένδικη αίτηση (αρ. καταθ. 3539/490/2021) για αναίρεση της με αριθμό 1694/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ.1 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 12-2-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 7-3-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 11-3-2024 (βλ. υπ'αριθμ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ. Μ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023,ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1694/2020, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 10-7-2007 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία " ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ Α.Ε.", ήδη μετονομασθείσης σε "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", επικαλούμενη ότι είναι η πρώτη επωφελούμενη εταιρεία, που προήλθε από την διάσπαση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ "Η ΠΕΝΤΕΛΗ" ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ότι μεταβιβάσθηκαν σ' αυτήν τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής της περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας διασπασθείσας εταιρείας, εξέθετε, περαιτέρω, ότι υπεισήλθε, κατά τον αναφερόμενο νόμιμο τρόπο και ως εκμισθώτρια, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την από 18-12-1987 μισθωτική σύμβαση, με την οποία εκμισθώθηκε και παραδόθηκε στο τότε εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (I.Κ.Α.)" το περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι οικοπεδική έκταση 17.022 τ.μ., που βρίσκεται στα Μελίσσια Αττικής μετά του επ' αυτού πενταόροφου κτιριακού συγκροτήματος κτιρίου, επιφανείας 6.525 τ.μ., (παλαιό κτίριο) και του πρώτου ορόφου επιφανείας 812 τ.μ της νέας μη αποπερατωμένης πτέρυγας του ευρισκομένου στην ίδια έκταση ημιτελούς κτιρίου συνολικής επιφανείας 4120 τ.μ.

για το χρονικό διάστημα από 1-1-1988 μέχρι 31-12-1993 και με δικαίωμα παρατάσεως για ακόμη έξι έτη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως θεραπευτήριο-νοσοκομείο αντί αναλογούντος μηνιαίου μισθώματος, ανερχόμενου στο τέλος της μισθώσεως, στο ποσό των 30.812,80 ευρώ για τα ως άνω κτίρια. Ότι, αν και, στις 31-12-1999, έληξε η συμβατική αλλά και η νόμιμη διάρκεια της επιδίκου μισθώσεως λόγω παρελεύσεως 12ετίας και το ως άνω εναγόμενο διατάχθηκε, με τελεσίδικη απόφαση, να της αποδώσει ελεύθερη την χρήση του την 1-1-2000, το τελευταίο αρνήθηκε να της αποδώσει το μίσθιο και με πρόφαση ότι θα συναινέσει στην κατάρτιση νέας μισθωτικής συμβάσεως, συνέχισε να το παρακρατεί παρανόμως και υπαιτίως, καταβάλλοντάς της ως μηνιαία αποζημίωση:

α) το ποσό των 45.113,05ευρώ για το διάστημα από 1-6-2003 έως 31-12-2003, β) το ποσό των 49.624,36ευρώ για το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, γ) το ποσό των 54.586,79 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005, δ) το ποσό των 60.045,47ευρώ για το διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 και ε) το ποσό των 66.050,02ευρώ για το διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, ήτοι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο εκάστοτε συμβατικώς αναπροσαρμοσθέν και καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, αν και γνώριζε ότι η μισθωτική του αξία, κάτω από συνθήκες ελευθέρας μισθώσεως, ανέρχονταν, κατά το επίδικο αυτό διάστημα (από 1-6-2003 έως 30-6-2007), σε 303.741,75 ευρώ, 312,550,26 ευρώ, 312.550,26 ευρώ, 323,489,51 ευρώ και 333.841,17 ευρώ, αντιστοίχως.

Ότι, συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, αυτή (ενάγουσα) απώλεσε, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των 49 μηνών, συνολικό ποσό 13.653.976 ευρώ, που αντιστοιχεί στην διαφορά της καταβαλλόμενης μηνιαίας αποζημιώσεως χρήσεως από το ελευθέρως δυνάμενο να διαμορφωθεί μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο θα εισέπραττε εκμισθώνοντάς το σε τρίτους, εάν της είχε αποδοθεί η χρήση του μισθίου και κατά το οποίο ποσό ζημιώθηκε.

Για τον λόγο αυτόν ζήτησε, μετά από νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ι.Κ.Α. οφείλει να της καταβάλει ως περαιτέρω αποζημίωση το ως άνω ποσό (10.128.707 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2556/2008 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. υπεισήλθε ως καθολικός, εκ του νόμου, διάδοχος του αρχικώς εναγομένου μισθωτή Ι.Κ.Α. Εναντίον της ως άνω απόφασης, η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την από 10-10-2011 έφεσή της. Επ' αυτής, αρχικώς, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2459/2015 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου οι διορισθέντες δύο πραγματογνώμονες να αποφανθούν για την μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα. Μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και αφού η έφεση της ενάγουσας επανήλθε με κλήση της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1694/2020 τελεσίδικη απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία η από 10-7-2007 (ΓΑΚ166669/ΕΑΚ4137/2007) αγωγή της ενάγουσας - εκκαλούσας απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, ΑΠ 1426/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1330/2022). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 983/2018). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 377/2019, Α.Π. 983/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, έκτο, όγδοο των αναιρετικών λόγων και το δεύτερο σκέλος του ένατου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8, εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν νομίμως από αυτήν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η αλλαγή της χρήσεως του μισθίου ως θεραπευτηρίου, αν και αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι θα το εκμίσθωνε κατά τον επίδικο χρόνο για χρήση διάφορη εκείνης του θεραπευτηρίου (πρώτος λόγος), ότι το μίσθιο βρίσκεται σε κακή κατάσταση λόγω της μεγάλης παλαιότητάς του, χωρίς να έχει ανακαινισθεί, αν και αυτή δεν ισχυρίσθηκε ότι θα το εκμίσθωνε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να το ανακαινίσει (δεύτερος λόγος), ότι θα εκμίσθωνε κατά τον παραπάνω επίδικο χρόνο το μίσθιο, χωρίς τη βελτίωση της μέχρι τότε κατάστασής του, την ανανέωση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του, όπως και εκείνων θέρμανσης, ύδρευσης και αποχέτευσης, των ανελκυστήρων του, και χωρίς την προηγούμενη κατάσταση των φθορών του (τρίτος λόγος), δεν ισχυρίστηκε ότι θα εκμίσθωνε κατά τον επίδικο χρόνο το μίσθιο για κάποια απαγορευμένη χρήση του ανωτέρω οικοπέδου των 17,022 στρεμμάτων, ή ότι θα κατασκεύαζε προηγουμένως ή θα συμφωνούσε και θα παραχωρούσε το οικόπεδο αυτό για να κατασκευασθεί εκεί κάποιο έργο κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα, (έκτος λόγος), ότι θα εκμίσθωνε κατά τον επίδικο χρόνο το μίσθιο ακίνητο χωρίς να προβεί στις αναγκαίες εργασίες ενίσχυσης, βελτίωσης και αποκατάστασης του φέροντος οργανισμού του, ώστε να λειτουργεί ασφαλώς ως κλινική, (όγδοος λόγος), και ότι δεν θα προέβαινε στην εκμίσθωσή του χωρίς ριζική ανακαίνισή του (δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου).

Οι αναιρετικοί λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, καθόσον: α) οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεών της κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 553/2023).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022).

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την πραγματική και αληθινή μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου, μη αιτιολογώντας την απόκλισή του αποδεικτικού του πορίσματος, από όσα αναφέρουν για την μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου οι ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 298,340 και 601 ΑΚ. Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο, κατά την διάρκεια της μισθώσεως, προέβη σε σημαντικές δαπάνες για την συντήρηση και την βελτίωση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων και του μηχανολογικού κ.λπ. εξοπλισμού του, ενώ παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί οι παραπάνω δαπάνες του αναιρεσιβλήτου δεν θα του επέτρεπαν να εκμισθώσει το επίδικο μίσθιο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με μίσθωμα μεγαλύτερο εκείνου, το οποίο, ως αποζημίωση χρήσεως, του κατέβαλε το αναιρεσίβλητο κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενη ότι λόγω του ότι το οικόπεδο, επί του οποίου κείται το μίσθιο, είναι δασική έκταση, δεν μπορεί να εκμισθωθεί, ενώ σε άλλο σημείο της ελάσσονος προτάσεώς της δέχεται ότι αυτό μπορεί να εκμισθωθεί, αφετέρου δε, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ.

του Ν.Δ. 86/1969, 7 παρ. 1 και 4 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 1 επ. του Ν.Δ. 31/1968. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1694/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα και με τις παραδοχές της υπ' αριθ. 2459/2015 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με το από 10-12-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ...

Α.Ε." και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) η πρώτη (Α.Ε) εκμίσθωσε στο τελευταίο (ΙΚΑ) ένα κτιριακό συγκρότημα, που βρίσκεται στα Μελίσσια Αττικής, στο οποίο λειτουργούσε το θεραπευτήριο "Η ΠΕΝΤΕΛΗ", αποτελούμενο, μεταξύ άλλων, από μια εδαφική έκταση 17.022 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται ένα κεντρικό πενταόροφο κτίριο με ημιυπόγειο, συνολικής επιφάνειας 6.525 τ.μ.

και ο πρώτος όροφος της νέας πτέρυγας ημιτελούς κτιρίου, συνολικής επιφάνειας 812,7 τ.μ., δηλαδή στεγασμένοι χώροι συνολικής επιφάνειας 7.338 τ.μ. μετά των παραρτημάτων και παρακολουθημάτων των κτιρίων αυτών, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως κλινική ή νοσοκομείο. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε εξαετής, με χρόνο έναρξης την 1-1-1988 και δικαίωμα παράτασης του ανωτέρω συμβατικού χρόνου για έξι (6) ακόμη έτη, κατόπιν έγγραφης δήλωσης του μισθωτή προς την εκμισθώτρια έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της.

Το μηνιαίο, καταβλητέο το πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα, μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 4.000.000 δραχμών, για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο από 1-1-1989 κατά ποσοστό 10% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η συντήρηση και επισκευή του εξοπλισμού του μισθίου θα γίνεται από το μισθωτή κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, ο τελευταίος δε ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο με τον πάγιο εξοπλισμό του (μηχανήματα, εγκαταστάσεις κ.λ.π.) κατά τη λήξη αυτής.

Η εν λόγω μίσθωση, ως εμπορική, υπήχθη στις διατάξεις του ν. 813/1978 (ήδη π.δ. 34/1995).

Περαιτέρω, η ανωτέρω εκμισθώτρια εταιρία, η οποία είχε αριθμό Μητρώου Ανωνύμων Εταιριών ... και λειτουργούσε νόμιμα από 8-9-1930, με βάση την υπ' αριθ. .../1930 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Σ., που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. ...-1930 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, όπως το αρχικό καταστατικό της είχε τροποποιηθεί νομίμως με τις μνημονευόμενες στην αμέσως κατωτέρω πράξη συμβολαιογραφικές πράξεις, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1995 Αθηνών πράξης διάσπασης και σύστασης ανωνύμων εταιριών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Θ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1996 πράξη-διόρθωση της ανωτέρω υπ' αριθ. ...-1995 πράξης της ίδιας Συμβολαιογράφου και της υπ' αριθ. ...-1999 τροποποιητικής πράξης της ίδιας Συμβολαιογράφου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. ΕΜ ...-1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε στις 29-12-1995 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με αριθμό ΜΑΕ ...

και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 1280/27-3-1996 ΦΕΚ (τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) διασπάσθηκε με την ταυτόχρονη σύσταση πέντε νέων εταιριών, μεταξύ των οποίων είναι και η ενάγουσα-εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ήδη "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ Α.Ε.", το καταστατικό της οποίας, μαζί με εκείνα των λοιπών τεσσάρων εταιριών, που αναφέρονται στο υπ’ αριθ. ...-1995 συμβόλαιο, εγκρίθηκαν με την υπ' αριθ. ...-1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκαν στις 29-12-1995 στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με τους αριθμούς ..., ..., ..., ..., ...

και δημοσιεύθηκαν στα υπ' αριθ. 1280/27-3-1996, 1356/3-4-1996, 1269/27-3-96 και 1270/27-3-1996 ΦΕΚ, αντίστοιχα (τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Η, κατά τα ανωτέρω, διάσπαση της αρχικής ανώνυμης εταιρίας με την ταυτόχρονη σύσταση των πέντε (5) νέων εταιριών έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81 επ. του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", οι οποίες προστέθηκαν σ' αυτόν με το άρθρο 14 του π.δ. 498/1987, προς εναρμόνιση με τα άρθρα 1, 2 και 21 της τρίτης οδηγίας της ΕΟΚ, ενώ με την ίδια πράξη διάσπασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε και διορθώθηκε, και για την οποία τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις, ώστε από τις ανωτέρω δημοσιεύσεις να επέρχονται τα έννομα αποτελέσματα της, μεταβιβάσθηκε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στην ενάγουσα-εκκαλούσα το ανωτέρω επίδικο μίσθιο ακίνητο (που αποτελεί τμήμα του συνολικά εκμισθωθέντος κτιριακού συγκροτήματος, δηλαδή η εδαφική έκταση 17.022 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται, όπως προαναφέρθηκε, ένα πενταόροφο κτίριο με ημιυπόγειο, συνολικής επιφάνειας 6.525 τ.μ.

και ο πρώτος όροφος του ημιτελούς κτιρίου της νέας πτέρυγας, συνολικής επιφάνειας 812,7 τ.μ). Παράλληλα, με την ίδια πράξη μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα-εκκαλούσα η ενοχική σχέση της ένδικης μίσθωσης. Επομένως, με την ολοκλήρωση της πράξης διάσπασης και σύστασης νέων ανωνύμων εταιριών η ενάγουσα-εκκαλούσα κατέστη εκμισθώτρια του επιδίκου μισθίου ακινήτου.

Εξάλλου, με το άρθρο 32 παρ. 1, 2, 5 και 6 του ν. 3198/2011 το εναγόμενο Ι.Κ.Α. εντάχθηκε στο "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ-ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ" ήδη εφεσίβλητο, το τελευταίο δε υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ένδικη μίσθωση, στη θέση του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α. και συνεχίζει αυτοδικαίως στο όνομά του την παρούσα εκκρεμή δίκη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση έληξε στις 31-12-1999, με την παρέλευση του συμβατικού και νόμιμου χρόνου αυτής, όπως έγινε δεκτό με την υπ' αριθ. 1798/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε ότι η μίσθωση έληξε στις 31-12-1999, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα στις 1-1-2000 τη χρήση του μισθίου ακινήτου, υπό τον όρο ότι η τελευταία θα του καταβάλει προηγουμένως το ποσό των 742.681,70 ευρώ, για την προβλεπόμενη στο άρθρο 60 ν.δ. 34/1995 αποζημίωση.

Ακολούθως, εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 829/2011 και 830/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με την πρώτη από τις οποίες έγινε εν μέρει δεκτή η αναίρεση της ενάγουσας και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναίρεσε την υπ' αριθ. 1798/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της, που αφορά την αναγνωρισθείσα με αυτήν υποχρέωση της ενάγουσας περί προηγούμενης καταβολής στο εναγόμενο της ανωτέρω αποζημίωσης, κρίνοντας ότι έσφαλε που δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 61 π.δ. 34/1995, στην οποία αναφέρεται ρητώς ότι μεταξύ των περιπτώσεων που εξαιρούνται από το γενικό κανόνα της (Αθηνών) υποχρέωση ς προς αποζημίωση, όταν στο μίσθιο δεν ασκείται εμπορική δραστηριότητα, είναι και η περίπτωση των κλινικών του Ι.Κ.Α., όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο μισθωτής στην ένδικη μίσθωση, δηλαδή το Ι.Κ.Α., χρησιμοποιούσε το μίσθιο, ως θεραπευτήριο, χωρίς να ενεργεί σ' αυτό εμπορικές πράξεις, ενώ με τη δεύτερη, ως άνω, απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η ασκηθείσα κατά της ίδιας, ως άνω, απόφασης αίτηση αναίρεσης του Ι.Κ.Α.

Περαιτέρω, το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, με την υπ' αριθ. 6281/2013 απόφαση, με την παραδοχή ότι η ένδικη μίσθωση έληξε στις 31-12-1999, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου ακινήτου στις 1-1-2000, χωρίς να εξαρτήσει την απόδοση του μισθίου από την προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης στο μισθωτή.

Από την εν λόγω απόφαση παράγεται δεδικασμένο, δεσμευτικό για το παρόν δικαστήριο, ως προς το ζήτημα της λήξης της ένδικης μίσθωσης στις 31-12-1999 και του λόγου λύσης αυτής. Επομένως, το εναγόμενο όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου ακινήτου στις 1-1-2000. Ωστόσο, το τελευταίο, παρά τη λήξη της μίσθωσης, αρνήθηκε, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 30-6-2007, να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου ακινήτου, το οποίο παρακράτησε, καταβάλλοντας, ως αποζημίωση χρήσης τα κατωτέρω ποσά, που αντιστοιχούν στα αναπροσαρμοσθέντα, βάσει της μισθωτικής σύμβασης, μηνιαία μισθώματα και συγκεκριμένα:

α) το ποσό των 45.113,05 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003, β) το ποσό των 49.624,36 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2004 έως 31-12-2004, γ) το ποσό των 54.586,79 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005, δ) το ποσό των 60.045,47 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31- 2-2006 και ε) το ποσό των 66.050,02 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-06-2007.

Ο προβαλλόμενος από το εναγόμενο-εφεσίβλητο ισχυρισμός ότι η μη απόδοση στην ενάγουσα του μισθίου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα δεν οφείλεται σε πταίσμα του, αλλά στο γεγονός ότι η τελευταία δεν του κατέβαλε την με την υπ' αριθ. 1798/2003 τελεσίδικη απόφαση ορισθείσα αποζημίωση, ως άυλη εμπορική αξία, απερρίφθη ως μη νόμιμος με, μη ανακαλούμενη κατ' άρθρο 309 παρ.

α' του ΚΠολΔ, οριστική διάταξη της υπ' αριθ. 2459/2015 απόφασης του εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 61 εδ. β' του π.δ. 34/1995, το εναγόμενο εξαιρείται της υποχρέωσης καταβολής της προβλεπόμενης στο άρθρο 60 π.δ. 34/1995 αποζημίωσης, ότι, επομένως, η απόδοση της χρήσης του μισθίου έπρεπε να γίνει χωρίς να υποχρεούται προηγουμένως η εκμισθώτρια να καταβάλει στον εναγόμενο μισθωτή την εν λόγω αποζημίωση και ότι η εκ μέρους του τελευταίου παρακράτηση του μισθίου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα είναι παράνομη, οπότε γεννάται αξίωση της ενάγουσας προς αποζημίωση, εφόσον υπέστη περαιτέρω ζημία από την αιτία αυτή (παράνομη παρακράτηση του μισθίου).

Με την ανωτέρω δε αιτιολογία, το Εφετείο Αθηνών, αφού έκρινε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, δεχόμενο ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό του με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δυνάμενου να επιτευχθεί μηνιαίου μισθώματος, προς το σκοπό υπολογισμού της αιτούμενης αποζημίωσης.

Κατόπιν των ανωτέρω, από το παρόν δικαστήριο, κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ερευνάται το ζήτημα της πρόκλησης ή μη στην ενάγουσα περαιτέρω ζημίας από την εκ μέρους του εναγομένου παράνομη παρακράτηση του μισθίου.

Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η επίμαχη εδαφική έκταση, των 17.022 στρεμμάτων με τα εντός αυτής κτίσματα, που αποτελούν το μίσθιο, όπου λειτουργούσε κλινική, βρίσκεται, όπως προαναφέρθηκε στο Δήμο Μελισσιών Αττικής, που είναι μια περιοχή πλούσια σε πράσινο, φιλοξενεί πολλά νοσοκομεία, διαθέτει πολλούς διαμορφωμένους επισκέψιμους χώρους, καθώς τα άλση της περιοχής βρίσκονται πέριξ των νοσοκομείων και των ρεμάτων, στο κέντρο της πόλης δεν έχουν ξεκινήσει έργα ανάπλασης, ενώ οι καφετέριες, κέντρα αναψυχής και καταστήματα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, βρίσκονται κατά μήκος των κεντρικών μεγάλων δρόμων, ενώ στην υπόλοιπη περιοχή είναι ελάχιστα. Επίσης ο Δήμος αυτός αποτελεί μεν οδικό πέρασμα προς την Ανατολική Αττική, όμως δεν εξυπηρετείται επαρκώς συγκοινωνιακά, οι περισσότερες γειτονιές έχουν αραιότατη εξυπηρέτηση από τον ΟΑΣΑ και οι πλησιέστεροι σταθμοί του μετρό είναι αυτοί της Δουκίσσης Πλακεντίας και ο σταθμός του προαστιακού σιδηροδρόμου "ΠΕΝΤΕΛΗ" στα ΝΑ και του Αμαρουσίου στα δυτικά, που είναι αρκετά μακριά από την περιοχή Μελισσιών, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση στους δημότες χωρίς όχημα.

Εξάλλου, με βάση το από 11-6-2007 Προεδρικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 290/ΑΑΠ/6-7-2007, εγκρίθηκε η τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Μελισσιών και ειδικότερα στο χώρο για την ανέγερση νοσηλευτικών ιδρυμάτων (επίμαχο Νοσοκομείο Παπαδημητρίου), με τη δημιουργία επιμέρους οικοδομικών τετραγώνων και συγκεκριμένα:

α) του 98Γ για χρήση αμιγούς κατοικίας, β) του 98Β, για δημιουργία χώρου περίθαλψης, εντός του οποίου βρίσκεται η έκταση των 17.022 στρεμμάτων με τα υπάρχοντα κτίσματα και γ) των κοινόχρηστων χώρων-αλσών (δάσος) και πεζοδρόμων (ΚΧ 98 και ΚΧ 98), ενώ ορίσθηκε ακόμη ότι ο περιβάλλων αυτός χώρος, των 17.022 στρεμμάτων (που εμπίπτει στο ευρύτερο Ο.Τ. 98] αποτελεί άλσος (τμήμα του παλαιού πευκοδάσους Μελισσίων-Πεντέλης) με πυκνή κάλυψη και πεύκα, κυπαρισσοειδή, ευκάλυπτους 4 σκίνα κ.λ.π., απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση και οποιαδήποτε επέμβαση για κατασκευή έργου κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα, όπως ακριβώς ίσχυε και πριν την έκδοση του ανωτέρω Π.Δ.

και διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση Πολεοδομίας Αττικής, μετά τη σχετική γνωμοδότηση του νομοθετικού τμήματος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, δεν επιτρέπεται η αλλαγή χρήσης των μισθίων κτιρίων και η περαιτέρω οικοδόμηση της έκτασης, εντός της οποίας βρίσκονται.

Στους χώρους δε αυτούς των νοσηλευτικών ιδρυμάτων επιτρέπεται μόνο η επισκευή, ανακαίνιση και εκσυγχρονισμός των υπαρχόντων κτισμάτων και η επέκτασή τους με κτίσματα, συνολικής επιφάνειας ορόφων το πολύ μέχρι 10% της δομημένης επιφάνειας και εφόσον οι επεκτάσεις θα εξυπηρετούν τις ανάγκες του νοσηλευτικού ιδρύματος και μόνο, ενώ στην περίπτωση που πάψουν να λειτουργούν ως νοσηλευτικές μονάδες, οι μόνες επιτρεπόμενες χρήσεις που μπορούν να έχουν είναι αυτές των κοινωνικών εξυπηρετήσεων.

Αναφορικά με την κατάσταση του μισθίου κτιρίου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: πρόκειται για πεπαλαιωμένο κτίσμα, επιφάνειας 6.525 τ.μ., που κατασκευάσθηκε τη δεκαετία του έτους 1930, καθώς και για κτίσμα επιφάνειας 812, 70 τ.μ., που αποτελεί τον πρώτο όροφο κτιρίου, που κατασκευάσθηκε τη δεκαετία του έτους 1980, συνολικής επιφάνειας 4.120 τ.μ.

και το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, αλλά παραμένει ημιτελές, αφού εκτός του ισογείου και το πρώτου ορόφου, οι λοιποί δύο όροφοι και το δώμα δεν είναι αποπερατωμένοι, διότι έχει κατασκευασθεί μόνο ο φέρων οργανισμός τους, η εξωτερική τοιχοποιία και τα εξωτερικά επιχρίσματα. Το μίσθιο χρησιμοποιείται ως κλινική, το μεγαλύτερο δε, ως άνω, κτίσμα έχει αυτή τη χρήση από το έτος 1965, οπότε για πρώτη φορά εγκαταστάθηκε σ' αυτό το Ι.Κ.Α.

Λόγω της παλαιότητας αυτού, αλλά και της πολυετούς λειτουργίας αμφοτέρων των κτισμάτων, ενιαίως ως κλινικής, με καθημερινή χρήση από εκατοντάδες άτομα, η εν γένει κατάσταση του μισθίου, κατά τον επίδικο χρόνο, που αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ήταν κακή, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται το Ι.Κ.Α., κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, να αποκαθιστά, με μόνιμα απασχολούμενο, προς τούτο, τεχνικό προσωπικό, μέρος των σοβαρών βλαβών που ανέκυπταν, για την αναγκαία και μόνο συντήρηση του μισθίου, ώστε να καταστεί λειτουργικό ως θεραπευτήριο, δαπανώντας, για το σκοπό αυτό, μεγάλα χρηματικά ποσά, δεδομένου ότι η εκμισθώτρια ουδέποτε προέβη σε εργασίες ανακαίνισης ή επισκευής του μισθίου.

Ειδικότερα, παρουσιάζουν σοβαρές βλάβες οι ηλεκτρομηχανολογικές, υδραυλικές και αποχετευτικές εγκαταστάσεις του μισθίου, καθώς και οι εγκαταστάσεις θέρμανσης, με δυσμενή επίδραση στην ασφαλή λειτουργία αυτού ως κλινικής, όλες δε οι ανωτέρω εγκαταστάσεις δεν είναι εναρμονισμένες με τους ισχύοντες κανονισμούς.

Επίσης, έχουν φθαρεί από την πολυετή, κατά τα ανωτέρω, χρήση οι τοίχοι και τα δάπεδα.

Εξάλλου, το έτος 1987, οπότε καταρτίσθηκε η ένδικη μίσθωση, το μίσθιο δεν διέθετε κεντρικό κλιματισμό, ούτε πυρασφάλεια, με αποτέλεσμα να προβεί το Ι.Κ.Α., με δικές του δαπάνες, στην εγκατάσταση αφενός μεν κλιματιστικών συσκευών, αφετέρου δε πυροσβεστικού συγκροτήματος στον περιβάλλοντα χώρο του μισθίου, καθώς και στους διαδρόμους και τους χώρους αναμονής αυτού. Δεν αποδείχθηκε όμως αν η εν λόγω εγκατάσταση είναι επαρκής κατά νόμο, ούτε αν χορηγήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία πιστοποιητικό πυρασφάλειας, για το ένδικο χρονικό διάστημα. Επίσης, το ίδιο έτος (1987), το μίσθιο διέθετε δύο μόνο ανελκυστήρες, που παρουσίαζαν μεγάλη συχνότητα βλαβών, το Ι.Κ.Α. δε προέβη, με δικές του δαπάνες, στην εγκατάσταση δύο νέων ανελκυστήρων, που, όμως, και αυτοί είναι πεπαλαιωμένοι πλέον και δυσλειτουργούν, ενώ επιπλέον δεν πληρούν, ειδικότερα, τις αυστηρές προδιαγραφές ανελκυστήρων φορείων.

Εξάλλου, κατά το σεισμό του έτους 1999 το μίσθιο υπέστη φθορές (ρωγμές στην τοιχοποιία κ.λ.π), που εν μέρει επισκευάσθηκαν, ομοίως με δαπάνες του Ι.Κ.Α. Ωστόσο, παρά τις εν μέρει επισκευές, το μίσθιο δεν είναι εναρμονισμένο σε κανένα αντισεισμικό κανονισμό, με αποτέλεσμα να απαιτούνται σημαντικές ενισχύσεις του φέροντα οργανισμού, ώστε να είναι ασφαλές και να λειτουργεί ως κλινική.

Εξάλλου, τις, ως άνω, λειτουργικές ελλείψεις, τα μεγάλα προβλήματα των οικοδομικών στοιχείων και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων των κτισμάτων και την αναγκαιότητα ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού τους αποδέχθηκαν κατά το έτος 2000 οι ιδιοκτήτες αυτού, σε έγγραφες επιστολές τους προς το μισθωτή Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις τους για την εκ νέου μίσθωση από το τελευταίο των μισθίων κτιρίων.

Ενδεικτικά, ο διευθύνων σύμβουλος της εκμισθώτριας εταιρίας "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ... Α.Ε.", Α. Λ., σε επιστολή του στον τότε Διοικητή του Ι.Κ.Α., αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι "το κτίριο του Νοσοκομείου είναι παλαιό και η συνέχιση λειτουργίας- χρήσης του ως θεραπευτηρίου προϋποθέτει σοβαρές επεμβάσεις", ενώ από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθ.

πρωτ. ...-2009 έγγραφο των εργαζομένων στο μίσθιο προς τον τότε Διοικητή του Ι.Κ.Α., προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι επισημαίνουν ως θέμα ότι "το υπάρχον κτίριο είναι υπό κατάρρευση, χωρίς επισκευή. Προ εβδομάδες έκλεισαν πέντε (5) θάλαμοι λόγω προβλημάτων στο υδραυλικό αποχετευτικό σύστημα με αδυναμία επισκευής και τέσσερις (4) θάλαμοι παραμένουν κλειστοί λόγω επισκευών από μηνών...".

Επισημαίνεται ακόμη ότι από τις προσκομιζόμενες με επίκληση: α) υπ' αριθ. .../2001 Γνωμοδότηση του Συμβουλίου του Κράτους και β) υπ' αριθ. .../2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτει ότι τα κτίρια, όπου λειτουργεί η εν λόγω κλινική, δεν είχαν άδεια λειτουργίας θεραπευτηρίου και η αρχικώς εκδοθείσα υπ' αριθ. ...-1929 Υπουργική Απόφαση άδειας λειτουργίας αυτού, ως γενική ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ...

Α.Ε." είχε πάψει να ισχύει τουλάχιστον από το έτος 1987, που μισθώθηκαν αυτά από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που είναι Ν.Π.Δ.Δ. και λειτούργησαν ως θεραπευτήριο. Ειδικότερα, αναφέρεται επιλέξει στην εν λόγω Γνωμοδότηση "έχει παύσει εκ των πραγμάτων να λειτουργεί η ιδιωτική κλινική, για την οποία είχε χορηγηθεί η άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, κατέστη αυτή (άδεια) ανενεργής κατά τον κρίσιμο χρόνο 1991 και αν το ακίνητο το εγκαταλείψει το Ι.Κ.Α.

και πάλι αφού δεν υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο δεν δύναται νόμιμα να αναθεωρηθεί η αρχική άδεια λειτουργίας και να υπαχθεί αυτή στις διατάξεις του Π.Δ. 235/2000", στη δε απόφαση του ΣτΕ αναφέρεται επιλέξει ότι "η αρχική άδεια λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής, η οποία ως πράξη προσωποπαγής και πραγματοπαγής αφορούσε στην παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών από συγκεκριμένο ιδιωτικό φορέα σε συγκεκριμένο χώρο, είχε παύσει εκ των πραγμάτων να ισχύει το αργότερο από 18-12-1987, που λειτουργεί έκτοτε ως θεραπευτήριο του Ι.Κ.Α.

που είναι Ν.Π.Δ.Δ. και δεν ανήκει ούτε στις περιπτώσεις του άρθρου 149 Ν. 2071/1992, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53 παρ. 4 Ν. 1892/1990 και δεν καταλαμβάνεται ούτε από τις ρυθμίσεις του Π.Δ. 235/2000" και στο τέλος αποφαίνεται ότι είναι νομίμως αιτιολογημένη η απόρριψη της από 12-2- 2001 αίτησης αναθεώρησης της άδειας λειτουργίας από την αιτούσα εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ...

Α.Ε.". Ήδη, η κλινική που λειτουργούσε στο μίσθιο ακίνητο, τόσο στο παλαιό κτίριο, όσο και στη νέα πτέρυγα, έχει κλείσει από το έτος 2012.

Εξάλλου, για τον προσδιορισμό του μηνιαίου μισθώματος που θα μπορούσε να εισπράξει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την εκμίσθωση των μισθίων ακινήτων σε τρίτο και μάλιστα υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, και, κατ' επέκταση για τον υπολογισμό της επικαλούμενης αποθετικής της ζημίας η ενάγουσα υποστηρίζει ότι με βάση το μέσο ετήσιο πληθωρισμό, τούτο (μηνιαίο μίσθωμα) θα ανερχόταν στα κατωτέρω ποσά:

α) από 1-4-2003 έως 31-12- 2003 στο ποσό των 303.741,75 ευρώ, β) από 1-1-2004 έως 31-12-2004 στο ποσό των 312.550,26 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-12-2005 στο ποσό των 323.489,51 ευρώ, δ) από 1-1-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 333.841,17 ευρώ και ε) από 1-1-2007 έως 30-6-2007 στο ποσό των 342.521,04 ευρώ. Για την απόδειξη του ισχυρισμού της επικαλείται τα κατωτέρω συγκριτικά στοιχεία, όπως προκύπτουν από τις κατωτέρω εκθέσεις εκτίμησης, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει:

Α) την από 16-1-2015 έκθεση εκτίμησης αγοραίας μισθωτικής αξίας ακινήτων κλινικής για την περίοδο 2000-2007, που εκπόνησαν οι εκτιμητές Σ. Ρ. και Γ. Κ. και σύμφωνα με την οποία τα εκτιμώμενα αγοραία μηνιαία μισθώματα για το επίμαχα μίσθια ανέρχονται: α) για το έτος 2003 σε 209.000 ευρώ, β) για το έτος 2004 σε 227.000 ευρώ, γ) για το έτος 2005 σε 252.000 ευρώ, δ) για το έτος 2006 σε 293.000 ευρώ και ε) για το έτος 2007 σε 331.000 ευρώ, ενώ για συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, έλαβαν υπόψη τα κατωτέρω ακίνητα που έχει μισθώσει το Ι.Κ.Α.

στην Αττική και συγκεκριμένα: α) κτίριο επιφάνειας 556 τ.μ., στο Μαρούσι, στην οδό ..., με καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα 8.253 ευρώ και ανά τ.μ. 14,8 ευρώ, ευρισκόμενο σε καλή κατάσταση, κατασκευής 2000, πλέον υπογείου 475 τ.μ., β) κτίριο επιφάνειας 596 τ.μ. στην Κηφισιά, στη ..., με καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα 12.300 ευρώ και ανά τ.μ. 20,6 ευρώ, που στεγάζει διοικητικές υπηρεσίες, νεόδμητο, πλέον υπογείου 170 τ.μ., γ) κτίριο, επιφάνειας 2.163 τ.μ.

στην Αθήνα επί των οδών ..., με καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα 36.781 ευρώ και ανά τ.μ. 17 ευρώ, σε καλή κατάσταση, έτος κατασκευής 2000, πλέον υπογείου 1.560 τ.μ. και δ) κτίριο επιφάνειας 920 τ.μ., στην περιοχή Ζωγράφου, επί της ..., με καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα 7.576 ευρώ και ανά τ.μ. 8,2 ευρώ, σε καλή κατάσταση χρησιμοποιούμενο ως γραφείο πλέον υπογείου 130 τ.μ., άρα με μέσο καταβαλλόμενο μίσθωμα 15,2 ευρώ ανά τ.μ.

το 2014 και με αναγωγή του μισθώματος το 2007 σε 32,2 ευρώ ανά τ.μ. και μηνιαίο μίσθωμα για τα επίδικα μίσθια ακίνητα ανερχόμενο σε 343.741 ευρώ. Ωστόσο, τα μισθώματα που καταβάλλονται για τα ανωτέρω ακίνητα δεν αποτελούν πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, εφόσον πρόκειται για μίσθια, που έχουν παντελώς διάφορη χρήση από τα επίδικα, είναι νεόδμητα, τα πρώτο και τρίτο από αυτά, δηλαδή πρόσφατης και σύγχρονης κατασκευής, σε αντίθεση με τα μίσθια κτίρια, τα οποία, όπως προεκτέθηκε είναι πεπαλαιωμένα, με παντελή έλλειψη ανακαίνισης, έχουν διαφορετική επιφάνεια και επιπλέον, τα ανωτέρω ακίνητα βρίσκονται σε προνομιακή έναντι του μισθίου ακινήτου θέση από άποψη προσβασιμότητας επισκεψιμότητας και κίνησης.

Εξάλλου, όσον αφορά τα επίσης αναφερόμενα νοσοκομεία-κλινικές Ερρίκος Ντυνάν, Ευρωκλινική Αθηνών, Ευρωκλινική Παίδων και Υγεία, ομοίως δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, αφού είναι παντελώς διάφορα των επιδίκων μισθίων κατά έκταση, κλίνες, αίθουσες, έτος κατασκευής (2000, 1998, 2002 και 1973, αντίστοιχα) και κυρίως βρίσκονται όλα σε πολύ καλή κατάσταση και σαφώς εκσυγχρονισμένα, ανταποκρινόμενα στις ανάγκες των κλινικών, σε αντίθεση με τα μίσθια ακίνητα.

Εξάλλου, και οι ίδιοι, ως άνω, εκτιμητές, αναφέρουν για τα επίδικα μίσθια χαρακτηριστικά: "Κατά τη επίσκεψή μας, η οποία διενεργήθηκε στις 4- 11-2014, στη γειτονιά και στα όρια του ακινήτου, διαπιστώθηκε ότι οι υπό εκτίμηση ιδιοκτησίες βρίσκονται σε μέτρια έως κακή συντήρηση, ενώ σε μερικά σημεία φαίνεται τουλάχιστον εξωτερικά ότι υπάρχουν σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης" και καταλήγουν "Γενικώς θα λέγαμε ότι λόγω παλαιότητας και παρατεταμένης χρήσης, χρήζει ανακαίνισης", δηλαδή επιβεβαιώνουν ότι λόγω της κακής κατάστασης των μισθίων, αναγκαία προϋπόθεση για τη περαιτέρω εκμίσθωσή τους είναι η σημαντική ανακαίνισή τους, για την οποία, κατά λογική αναγκαιότητα, απαιτούνται μεγάλες δαπάνες και Β) την από 13-6-2000 έκθεση προσδιορισμού ευλόγου μισθώματος του πρώτου Νοσοκομείου Μελισσιών της εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ", κατά την οποία το εύλογο μηνιαίο μίσθωμα που θα εισέπραττε η ενάγουσα σε ελεύθερη μίσθωση με βάση την αξία του οικοπέδου και των εντός αυτού κτισμάτων ανερχόταν κατά τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 στα ποσά των 173.476,91 ευρώ, των 173.916,87 ευρώ, των 188.956,56 ευρώ, των 211.150,77 ευρώ και των 229.242,06 ευρώ, αντίστοιχα.

Ωστόσο, η εν λόγω έκθεση δεν αποτελεί πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, καθόσον δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη από τον εκτιμητή, που τη συνέταξε, η πολύ μεγάλη παλαιότητα των μισθίων, η σοβαρή φθορά από την πολυετή χρήση τους ως νοσοκομείων, και η μη ανακαίνιση και ανακατασκευή τους από την εκμισθώτρια, αλλά και το προαναφερόμενο γεγονός ότι η έκταση των 17.022 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται τα κτίσματα, με την τροποποίηση το 2007 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Μελισσιών εμπίπτει στο Ο.Τ. 98Β και είναι άλσος, διεπόμενη από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, οπότε απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση της, καθώς και οποιαδήποτε επέμβαση για την κατασκευή έργου κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα και συνακόλουθα δεν είναι δυνατή η περαιτέρω εκμίσθωσή της.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο από 8-3-2017 και από 16-2-2019 Τεχνικές Εκθέσεις επί της μισθωτικής αξίας του κτιριακού συγκροτήματος πρώην 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που συντάχθηκαν κατ' εντολή του από τον πολιτικό μηχανικό Δ. Δ. και τον ηλεκτρολόγο μηχανικό Ν. Γ., κατάλληλο συγκριτικό στοιχείο είναι το Νοσοκομείο ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ, που βρίσκεται στην περιοχή Μελισσιών και είναι όμορο με το νοσοκομείο ..., κατασκευάσθηκε το έτος 1945, ενώ έγινε ανακαίνιση και επέκτασή του το 1988, έχει επιφάνεια 6.144 τ.μ.

μετά των βοηθητικών χώρων ανέρχεται σε 9.852 τ.μ., το δε μηνιαίο μίσθωμα το έτος 2003 ανερχόταν σε 47.868 ευρώ, δηλαδή σε 7,80 ευρώ ανά τ.μ. (47.868 ευρώ 6.144 τ.μ.) και το 2017 ανερχόταν σε 34.512 ευρώ, δηλαδή 5,6 ευρώ ανά τ.μ. Επίσης, οι διορισθέντες με την, ως άνω, υπ' αριθ. 2459/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου πραγματογνώμονες α) Β.

Θ., πολιτικός μηχανικός και β) Α. Π., πολιτικός μηχανικός, στις πράξεις εγχείρησης υπ' αριθ. 15 και 16/30-1- 2018 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, έχοντας λάβει υπόψη όλα τα έγγραφα και στοιχεία που τους παρέδωσαν οι διάδικοι και αφού διενήργησαν αυτοψίες στο μίσθιο αναφέρουν ως συγκριτικά στοιχεία, ο μεν πρώτος τα εξής:

α) το νοσοκομείο Θείας Πρόνοιας Η Παμμακάριστος, επιφάνειας 3.748,2 τ.μ., στην Αθήνα, με μηνιαίο μίσθωμα, κατά τα έτη 2003 έως 2007, 59.531,19 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 15,88 ευρώ), 61.971,97 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 16,53 ευρώ), 64.512, 82 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 17,21 ευρώ, 67.222,36 ευρώ (δηλ. ανά τ.μ. 17,93 ευρώ), 69.844,03 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 18,63 ευρώ), αντίστοιχα, β) το Γ.Ν.

Ν. ΙΩΝΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ-ΠΑΤΗΣΙΩΝ (πρώην Ι.Κ.Α.), πενταόροφο, επιφάνειας 4.222 τ.μ., που το εκτιμώμενο (με βάση τα καταβληθέντα αναφερόμενα μισθώματα των επομένων ετών και του ΔΤΚ) μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν κατά τα επίδικα έτη σε 25.925,99 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 6,14 ευρώ), 26.677,84 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 6,32 ευρώ), 27.744,96 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 6,57 ευρώ), 28.632,80 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 6,78 ευρώ) και 29.405,88 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 6,96 ευρώ), αντίστοιχα, γ) το Ι.Κ.Α.

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ ΑΡ. 10-Ν. ΕΡΥΘΡΑΙΑ, επιφάνειας 872 τ.μ., που σύμφωνα με το από 27-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν για τα επόμενα δύο έτη σε 15.847 ευρώ, (δηλαδή ανά τ.μ. 18,17 ευρώ) και αναπροσαρμοζόμενο κατά τα συμφωνηθέντα με βάση το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε 15.847 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 18,17 ευρώ), 16.306,56 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 18,70 ευρώ), 16.958,83 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 19,45 ευρώ), 17.501,51 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 20,07 ευρώ) και 17.974,05 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 20,61 ευρώ), αντίστοιχα, δ) το Ι.Κ.Α.-ΛΕΩΦ.

ΠΕΝΤΕΛΗΣ ΑΡ. 132- ΒΡΙΛΗΣΣΙΑ, επιφάνειας 580 τ.μ., που το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, με βάση τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή κατά το ΔΤΚ ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε 8.176,35 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 14,10 ευρώ), 8.413,46 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 14,51 ευρώ), 8.750 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 15,09 ευρώ), 8.750 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 15,09 ευρώ) και 9.073,75 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 15,64 ευρώ), αντίστοιχα, ε) το νοσοκομείο ΚΑ.ΣΥ.ΑΤΕ στην Αθήνα, επιφάνειας 200 τ.μ., που το εκτιμώμενο μηνιαίο μίσθωμα με βάση την αναπροσαρμογή του κατά το ΔΤΚ, ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε 2.304,41 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 11,52 ευρώ), 2371,24 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 11,86 ευρώ), 2.466 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 12,33 ευρώ), 2.545 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 12,73 ευρώ) και 2.613,72 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 13,07 ευρώ), αντίστοιχα και στ)το νοσοκομείο ΣΙΝΑ 2-4 ΑΘΗΝΑ (Δ.

Π.), που το εκτιμώμενο μηνιαίο μίσθωμα, με βάση την αναπροσαρμογή κατά τους δείκτες Τράπεζας της Ελλάδος από το έτος 2008 στο έτος 2007 και στη συνέχεια με βάση το ΔΤΚ, ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για επιφάνεια 262 τ.μ., σε 3.800,38 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 14,51 ευρώ), 3.910,60 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. σε 14,93 ευρώ), 4.067,02 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 15,52 ευρώ), 4.197,16 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 16,02 ευρώ), και 4.310,49 ευρώ (δηλαδή ανά τ.μ. 16,45 ευρώ), αντίστοιχα.

Και καταλήγει, έχοντας εκτιμήσει προηγουμένως ότι από τα προαναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία οι τιμές μίσθωσης στα νοσηλευτικά ιδρύματα μεγάλης επιφάνειας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κυμαίνοντο από 6 έως 20 ευρώ ανά τ.μ. αναλόγως της θέσης, της επιφάνειας και της χωροθέτησης στον ευρύτερο αστικό ιστό, στο συμπέρασμα ότι το μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης θα ανερχόταν:

α) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 σε 202.052,72 ευρώ, β) για το έτος 2004 σε 208.288,91 ευρώ, γ) για το έτος 2005 σε 216.579,38 ευρώ, δ) για το έτος 2006 σε 229.418,61 ευρώ και ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2007 έως 30-6-2007 σε 233.600,53 ευρώ, δηλαδή ανά τ.μ. σε 27,54 ευρώ, 28,39 ευρώ, 29,52 ευρώ, 31,28 ευρώ και 31,84 ευρώ, αντίστοιχα. Η άλλη δε πραγματογνώμονας Α.

Π. αναφέρει ως συγκριτικά στοιχεία τα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχεία γ' και δ' μίσθια ακίνητα, επιπλέον δε και τα εξής: Α) το νοσοκομείο ΙΑΤΡΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΥΚΟΒΡΥΣΗΣ, επιφάνειας 365,55 ευρώ, που με βάση το μισθωτήριο καταβαλλόταν για το χρονικό διάστημα από 20-11-2006 έως 19-11-2018 μηνιαίο μίσθωμα 4.000 ευρώ, δηλαδή ανά τ.μ. 10,94 ευρώ και β) το ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ-ΣΙΝΑ 10, επιφάνειας 139 τ.μ., που το καταβαλλόμενο με βάση το από 3-6-2002 μισθωτήριο μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν σε 855 ευρώ, δηλαδή ανά τ.μ.

σε 9,58 ευρώ, κατά το επόμενο δε διάστημα, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα συμφωνηθέντα, ανερχόταν σε 1.331,86 ευρώ, δηλαδή ανά τ.μ. σε 9,58 ευρώ, που, εν προκειμένω, καθόσον τα λοιπά αναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία δεν αποτελούν πρόσφορα αποδεικτικά μέσα, καθόσον αφορούν σε μεταγενέστερα του επιδίκου χρονικού διαστήματος καταβληθέντα μηνιαία μισθώματα.

Και καταλήγει στο συμπέρασμα, η εν λόγω πραγματογνώμονας, ότι το μηνιαίο μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης θα ανερχόταν: α) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003 σε 213.722,44 ευρώ, β) για το έτος 2004 σε 217.215 ευρώ, γ) για το έτος 2005 σε 221.279,60 ευρώ, δ) για το έτος 2006 σε 225.419,32 ευρώ και ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 σε 229.661,15 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι, παρά την αποχώρηση του εναγομένου από το μίσθιο, το έτος 2012, η ενάγουσα δεν προέβη έκτοτε στην εκμίσθωσή του σε τρίτον, ούτε στην με οποιαδήποτε άλλο τρόπο αξιοποίησή του, αφού, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που συνετάγησαν τον Ιανουάριο 2018, τούτο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ήταν κενό και παρουσίαζε εικόνα εγκατάλειψης.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη: Α) της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προεκτεθείσας εν γένει κακής κατάστασης του μισθίου και ειδικότερα, όσον αφορά τις πεπαλαιωμένες εγκαταστάσεις αυτού (ηλεκτρομηχανολογικές, θέρμανσης, ύδρευσης, αποχέτευσης), που παρουσιάζουν σοβαρές βλάβες και δεν είναι εναρμονισμένες με τους σύγχρονους κανονισμούς, τους πεπαλαιωμένους ανελκυστήρες που δυσλειτουργούν και δεν πληρούν τις απαιτούμενες^0 προδιαγραφές ανελκυστήρων φορείων, τις φθορές των εσωτερικών χώρων και τη μη εναρμόνιση του μισθίου στους αντισεισμικούς κανονισμούς, Β) της αναγκαιότητας αποκατάστασης των φθορών του μισθίου, επισκευής των βλαβών αυτού, ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού του και ενίσχυσης του φέροντα οργανισμού, προκειμένου να καταστεί λειτουργικό και ασφαλές, ώστε να λειτουργεί ως θεραπευτήριο, καθώς και της απαιτούμενης προς τούτο σημαντικής δαπάνης, Γ) του γεγονότος ότι δεν είναι δυνατή κατά το νόμο η αλλαγή της χρήσης του (θεραπευτήριο), ενώ υφίστανται κωλύματα ως προς την αδειοδότησή του για τη χρήση αυτή, δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-4-2003 έως 30-6-2007) η ενάγουσα με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εκμίσθωνε το μίσθιο ακίνητο σε τρίτο, προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό, δυνάμει νομίμως εκδοθείσας άδειας λειτουργίας, κλινική-θεραπευτήριο, που, όπως προεκτέθηκε, αποτελεί τη μόνη επιτρεπόμενη χρήση και ότι θα ελάμβανε μηνιαίο μίσθωμα υψηλότερο του ήδη καταβληθέντος, ως αποζημίωση χρήσης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως διαμορφώθηκε κατόπιν των συμβατικών αναπροσαρμογών, δηλαδή μηνιαίο μίσθωμα υψηλότερο:

α) του ποσού των 45.113,05 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003, β) του ποσού των 49.624,36 ευρώ για το έτος 2004, γ) του ποσού των 54.586,79 ευρώ για το έτος 2005, δ) του ποσού των 60.045,47 ευρώ για το έτος 2006 και ε) του ποσού των 66.045,47 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007. Δεν αποδείχθηκε, επομένως, ότι η ενάγουσα υπέστη περαιτέρω ζημία, λόγω της εκ μέρους του εναγομένου παράνομης παρακράτησης του μισθίου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Κατ' επέκταση δεν υφίσταται απαίτησή της κατ' αυτού για αποζημίωση από την ανωτέρω αιτία. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί.". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε, την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 επ.

του Ν.Δ. 86/1969, 7 παρ. 1 και 4 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 1 επ. του Ν.Δ. 31/1968, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, δεχόμενο ότι, με βάση Π.Δ. το οποίο εκδόθηκε στις 11-6-2007, το σύνολο της εκτάσεως των 17.022 στρεμμάτων, επί της οποίας κείται το επίδικο μίσθιο, έχει δασικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται οποιαδήποτε χρήση και οποιαδήποτε επέμβαση για την κατασκευή έργου, κοινωφελούς ή κοινόχρηστου χαρακτήρα και ότι απαγορεύεται η αλλαγή χρήσεως του μισθίου ακινήτου (Κλινική-θεραπευτήριο), ενώ επιτρέπεται η επισκευή των υπαρχόντων κτιρίων.

Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο δέκατος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.

α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 επ. του Ν.Δ. 86/1969, 7 παρ. 1 και 4 και 29 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 και 1 επ. του Ν.Δ. 31/1968, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η κρίση της για την μισθωτική αξία του επιδίκου κτιρίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς την κατάσταση του επιδίκου μισθίου και τις δαπάνες συντηρήσεως στις οποίες υποβλήθηκε ο μισθωτής του κατά την διάρκεια της συμβάσεως μισθώσεως, για να καταδειχθεί η πραγματική κατάσταση αυτού και η μισθωτική του αξία.

Περαιτέρω, το Εφετείο παρέθεσε ότι ναι μεν η έκταση, επί της οποίας κείται το μίσθιο, έχει δασικό χαρακτήρα, πλην όμως, απλώς απαγορεύεται η εκμίσθωσή του για άλλο σκοπό, πλην αυτού της Κλινικής- Θεραπευτηρίου και επιτρέπεται η επισκευή του. Επομένως, ο πέμπτος και ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010 Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 1113/2019, Α.Π. 931/2014, Α.Π. 1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι, για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, δεν έλαβε υπ' όψιν τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (τέταρτος αναιρετικός λόγος), δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν έλαβε υπ' όψιν τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αλλά διαφοροποιήθηκε από αυτές (τέταρτος αναιρετικός λόγος) και δεν έλαβε υπ' όψιν του την από 13-6-2020 έκθεση προσδιορισμού ευλόγου μισθώματος της εταιρείας "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ " (ενδέκατος αναιρετικός λόγος).

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπ' όψιν από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: " Από ....,από όλα αναιξερέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο από τα λοιπά, κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, [....]την από 29-1-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πολιτικής μηχανικού Α.

Π., οι οποίοι διορίσθηκαν για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης με την υπ' αριθ. 2459/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 387 ΚΠολΔ, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 1479/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τις από 8-3-2017 και από 16-2-2019 τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Δημητρίου Δέτση, που διορίσθηκε τεχνικός σύμβουλος του εφεσιβλήτου (κατ' εντολή του οποίου και συντάχθηκαν), κατ' άρθρο 392 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ.

προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 15/24-6-2016 έκθεση διορισμού τεχνικού συμβούλου του γραμματέα Εφετείου Αθηνών), η οποία ομοίως εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚπολΔ, ΑΠ 1020/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), την κατόπιν εντολής της ενάγουσας συνταχθείσα από 16-1-2015 έκθεση εκτίμησης της εταιρίας με την επωνυμία "REDVIS ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ", την από 13-6-2000 έκθεση εκτίμησης της εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ", την από 26-11-2018 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Ν.

Κ., που συντάχθηκε μετά από εντολή του εναγομένου-εφεσιβλήτου...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις οποίες αναφέρει ρητώς και όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, όπου, μάλιστα, κάνει ειδική αναφορά στις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και το όλο περιεχόμενό τους, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι, κατά το μέρος τους αυτό, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον από το περιεχόμενό τους σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα παραπονείται, επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο η ίδια θεωρεί ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της, στην πραγματικότητα, ανάγονται σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες, όμως, απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1531/2023, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 1491/2023, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 681/2022).

Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το Δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και εμμέσως, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 1271/2121, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 595/2020). Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (Α.Π. 551/2023).

Με τον ένατο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16-1-2015 εκθέσεως εκτιμήσεως μισθωτικής αξίας ακινήτων των Σ. Ρ. και Γ. Κ., δεχόμενη ότι από το περιεχόμενό της συνάγεται ότι για την εκμίσθωση του επιδίκου μισθίου απαιτείται η προηγούμενη ανακαίνισή του.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1694/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το περιεχόμενο της από 16-1-2015 εκθέσεως εκτιμήσεως μισθωτικής αξίας ακινήτων των Σ. Ρ. και Γ. Κ. :

"Εξάλλου, και οι ίδιοι, ως άνω, εκτιμητές, αναφέρουν για τα επίδικα μίσθια χαρακτηριστικά: "Κατά τη επίσκεψή μας, η οποία διενεργήθηκε στις 4-11-2014, στη γειτονιά και στα όρια του ακινήτου, διαπιστώθηκε ότι οι υπό εκτίμηση ιδιοκτησίες βρίσκονται σε μέτρια έως κακή συντήρηση, ενώ σε μερικά σημεία φαίνεται τουλάχιστον εξωτερικά ότι υπάρχουν σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης" και καταλήγουν "Γενικώς θα λέγαμε ότι λόγω παλαιότητας και παρατεταμένης χρήσης, χρήζει ανακαίνισης", δηλαδή επιβεβαιώνουν ότι λόγω της κακής κατάστασης των μισθίων, αναγκαία προϋπόθεση για τη περαιτέρω εκμίσθωσή τους είναι η σημαντική ανακαίνισή τους, για την οποία, κατά λογική αναγκαιότητα, απαιτούνται μεγάλες δαπάνες.".

Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει η παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου της ανωτέρω εκθέσεως και γι' αυτό ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "Πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ. Α.Π. 2/2011, Ολ. Α.Π. 40/1998).

Με τον δωδέκατο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας το περιεχόμενο των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της, επέβαλε μη νόμιμο και δυσανάλογο βάρος στα περιουσιακά της δικαιώματα, κατά παράβασιν των εγγυήσεων που απορρέουν από το άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος αυτός, με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έλλειψη σεβασμού της περιουσίας της, ούτε στέρηση της ιδιοκτησίας της, αλλά παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες είναι διάφορες των απόψεών της στην κρινόμενη υπόθεση.

Κατά το άρθρο 569 του Κ.Πολ.Δ., όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, "1.Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση ....".

Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια τα οποία αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, αλλιώς απορρίπτονται απαράδεκτοι (Α.Π. 405/2004). Ως "κεφάλαια" νοούνται οι διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία αποφαίνονται στα αιτήματα δικαστικής προστασίας, ενώ "αναγκαίως συνεχόμενα" κεφάλαια είναι εκείνα, που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα προσβαλλόμενα με την αναίρεση κεφάλαια.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η έφεση της εκκαλούσας (εναγομένης) και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ. 2556/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζητήθηκε, αρχικά, στη δικάσιμο της 20-1-2015, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ'αριθμ.2459/2015 απόφασή του, με την οποία, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασής του επί της άνω έφεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη για τα αναφερόμενα σ'αυτή θέματα και διόρισε προς τούτο πραγματογνώμονες.

Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, επαναφέρθηκε η υπόθεση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την από 3-9-2018 κλήση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Ακολούθως, η ένδικη έφεση συζητήθηκε, εκ νέου, στο ίδιο δικαστήριο, στις 26-2-2019 και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.1694/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατά μεν τη συζήτηση της 20-1-2015, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.2459/2015 απόφασή του και τα ταυτάριθμα πρακτικά εκείνης της δίκης, το δικαστήριο συγκροτήθηκε από Ανδρέα Ποταμιάνο (Πρόεδρο Εφετών), Ευσεβεία Λιακοπούλου, (Εφέτη) και Αικατερίνη Καραμανίδου (Εφέτη-Εισηγήτρια). Κατά δε τη συζήτηση στις 26-2-2019, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ταυτάριθμα πρακτικά εκείνης της δίκης, συγκροτήθηκε από άλλους δικαστές, την Δήμητρα Παυλόγιαννη (Προέδρο Εφετών), την Μαρία Φραγκιαδάκη (Εφέτη) και την Κωνσταντίνα Νάκου (Εφέτη-Εισηγήτρια), χωρίς ν' αναφέρεται σ'αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) εξαιρετικός λόγος και συγκεκριμένα για ποιους λόγους, φυσικούς ή νομικούς, ήταν αδύνατο να εκδοθεί απόφαση από την ίδια σύνθεση δικαστών.

Ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν ταυτίζεται, ούτε συνέχεται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2021 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 1694/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ