Supreme Court dismisses appeal on commercial debt transfer contract tax exemption and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's judgment regarding a commercial debt transfer contract. The appellant argued for tax exemptions and procedural errors, but the court found the lower court's application of laws on debt transfers and procedural rules correct. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the respondent, and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10, 14 of Law 3156/2003; Articles 3, 11 of Law 2844/2000; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Contracts for the transfer of commercial claims and related acts are exempt from direct and indirect taxes, and procedural errors regarding the transfer process do not invalidate the contract if the transferor bears sole responsibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2033 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2033/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. - Δ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...." ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από ... ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1351/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ... αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10, 14 του ν. 3156/2003 και του άρθρου 3 και 11 του ν.2844/2000 προκύπτει ότι όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο 3156/2003 (μεταξύ των οποίων και οι ειδικές συμβάσεις τιτλοποιήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, δηλαδή εκείνες που αφορούν σε μεταβιβάσεις απαιτήσεων μεταξύ συμβαλλομένων αφ' ενός εμπόρων ή του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α, ως μεταβιβαζόντων και αφ' ετέρου εταιρειών ειδικού σκοπού, που συστήνονται αποκλειστικώς για την αγορά και μόνο των απαιτήσεων και την εν συνεχεία περιορισμένη τιτλοποίηση και διάθεση των τίτλων - ομολογιών με ιδιωτική τοποθέτηση), καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών στα δημόσια βιβλία όπου απαιτείται (εν προκειμένω του άνω άρθρου 3 ν. 2844/2000) και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του Ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, ενώ για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων του άρθρου 10 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους.
Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998), εμπίπτει δε στην ανωτέρω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ1430/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1344 του Α.Κ., "ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο υποθηκοφύλακας, εάν για την εγγραφή πράξεως στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία ζήτησε και έλαβε αμοιβή μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος, έχει υποχρέωση, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., να αποζημιώσει εκείνον που κατέβαλε αμοιβή μεγαλύτερη από τη νόμιμη (Α.Π. 410/1988).
Αποζημίωση μπορεί να ζητηθεί, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., προς αποκατάσταση κάθε ζημίας (θετικής ή αποθετικής) που έχει προκληθεί από ενέργεια (πράξη ή παράλειψη), οφειλομένη σε συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, δηλαδή συμπεριφορά που όχι μόνον είναι αντίθετη προς το νόμο, αλλά οφείλεται σε πταίσμα, δόλο ή αμέλεια.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει και την ύπαρξη υπαιτιότητος υπό την μορφή της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμελείας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, του ιδίου κύκλου δραστηριότητος, ανεξαρτήτως του αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνος δικαίου (Α.Π. 1361/2013, ΑΠ2252/2013, ΑΠ512/2016, ΑΠ1430/2017 ).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1344, 914, 330 ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης κατά του υποθηκοφύλακα, ο οποίος από πταίσμα του εισέπραξε αμοιβή μεγαλύτερη από τη νόμιμη, αρκεί η επίκληση ότι ο υποθηκοφύλακας ζήτησε και έλαβε αμοιβή μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος για την εγγραφή συγκεκριμένης πράξεως στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία.
Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε στην από 26-12-2006 αγωγή της, όσον αφορά την κυρία βάση της, ότι αν και ζήτησε, κατά την υποβολή των συναφών αιτήσεων των από 7-12-2006 συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης αφενός επιχειρηματικών απαιτήσεων προς την αλλοδαπή εταιρεία "..." και αφετέρου διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την τελευταία προς την αναιρεσίβλητη, την καταχώρησή τους κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1, 8 και 10 παρ. 14, 16 του ν.3156/2003 στα δημόσια βιβλία του υποθηκοφυλακείου ...
κατά το άρθρο 3 του ν.2844/2000, η αναιρεσίβλητη, άμισθη υποθηκοφύλακας, αντί να εισπράξει ως αμοιβή το ποσό των 100 ευρώ για κάθε σύμβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003, απαίτησε και εισέπραξε παρανόμως και αυθαιρέτως μεγαλύτερη από την ως άνω για τις επίμαχες καταχωρήσεις αμοιβή και δη το χρηματικό ποσό των 150.006,88 ευρώ και 19,12 ευρώ.
Επικαλούμενη ότι η αναιρεσίβλητη ως εκ των ανωτέρω περιστατικών (ενεργώντας παρανόμως και υπαιτίως, δηλαδή ζητώντας και επιτυγχάνοντας την είσπραξη αμοιβής που δεν εδικαιούτο κατά νόμον) τη ζημίωσε, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία της αυτή με την καταβολή ως αποζημίωσης του ποσού των 149.826 ευρώ (αφού αφαίρεσε το κατά νόμο καταβλητέο τέλος των 100 ευρώ για κάθε καταχωρούμενη σύμβαση).
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού προσδιορίζει το είδος των συμβάσεων των οποίων αιτήθηκε την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο, την αμοιβή που κατά τις οικείες διατάξεις προβλέπεται γι' αυτές και το πταίσμα της αναιρεσείουσας, η οποία κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της ως υποθηκοφύλακας, απαίτησε και εισέπραξε κατά παράβαση των άνω διατάξεων μεγαλύτερη αμοιβή.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά την ως άνω βάση της και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 άριθ.14 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Από την τραπεζική εταιρεία "...", της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε η από ... αγωγή κατά της αναιρεσείουσας, με αίτημα την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας να της καταβάλει ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα μνημονευόμενα στην αγωγή ποσά νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, επικαλούμενη τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας και δη ότι η αναιρεσείουσα αξίωσε ως άμισθη υποθηκοφύλακας και έλαβε αντίθετα προς τις διατάξεις του ν.3156/2003 και καθ'υπέρβαση των δικαιωμάτων της, για την καταχώρηση στα δημόσια βιβλία του ενεχυροφυλακείου των περιγραφομένων στην αγωγή συμβάσεων πώλησης-μεταβίβασης και διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό με την έκδοση ομολογιακού δανείου, αντί του κατά νόμο παγίου τέλους των 100 ευρώ για κάθε εγγραφή.
Επικουρικά ζήτησε την επιδίκαση του αναφερόμενου στην αγωγή ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η εν λόγω αγωγή συνεκδικάστηκε με την από ... (αντίθετη) αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης τράπεζας να της καταβάλει ως αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά τα περιστατικά που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή, τα μη καταβληθέντα παρανόμως από την τελευταία αναλογικά δικαιώματά της, σύμφωνα με το ν.325/1976 για την εγγραφή των περιγραφομένων στην αγωγή της συμβάσεων , άλλως το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Παράλληλα συνεκδικάστηκε με τις ανωτέρω αγωγές και ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση της αναιρεσείουσας με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ελληνικού δημοσίου, με την οποία ζήτησε να παρέμβει τούτο υπέρ της και να της καταβάλει ό,τι ποσό η ίδια υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, γιατί τα ένδικα ποσά εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο οικείο δικόγραφο.
Το Πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών με την 1351/2017 απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως νομικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων κατά την επικουρική της βάση, ομοίως δε και την προσεπίκλησή της με την παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει ως αποζημίωση 149826 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοσή της.
Η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2018 έφεσή της προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τη δική της αγωγή. Το Εφετείο …. με την ... απόφασή του, που προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που η 1351/2017 πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την από ...
αγωγή αυτής κατά την επικουρική εκ του άρθρου 904ΑΚ βάση της για έλλειψη δικαιοδοσίας και αφού την εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο τούτο, την ερεύνησε εκ νέου και την απέρριψε ως νομικά αβάσιμη. Κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση (και τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας της επίμαχων διατάξεων που περιορίζουν την αμοιβή της στο πάγιο τέλος καθώς και την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση που επανέφερε με συναφείς λόγους εφέσεως), επικυρώνοντας την ως άνω 1351/2017 πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...Η αρχικώς ενάγουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχός της, κατόπιν συγχωνεύσεως, η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." (εφεξής εφεσίβλητη) [ήδη αναιρεσίβλητη], συνήψε με την εδρεύουσα στο Λονδίνο εταιρεία με την επωνυμία "..." την από ...
σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της οποίας η πρώτη μεταβίβασε στη δεύτερη απαιτήσεις από μέρος του χαρτοφυλακίου της εκ στεγαστικών δανείων, αντί τιμήματος 599.932.543,98 ευρώ, και την από ... σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της οποίας η πωλήτρια τράπεζα ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων.
Αυθημερόν, η εφεσίβλητη αιτήθηκε την καταχώρηση αμφοτέρων των ως άνω συμβάσεων στα δημόσια βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., προσκομίζοντας περιλήψεις των συμβάσεων, συντεταγμένες σε έντυπα και συμπληρωμένες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις οικείες ΥΑ 161337 και 161338/2003, με τα συνημμένα παραρτήματα. Η άμισθη Υποθηκοφύλακας του ως άνω Υποθηκοφυλακείου (στο εξής εκκαλούσα) εισέπραξε πάγια δικαιώματα, ποσού 100 ευρώ για εκάστη σύμβαση, εκδίδοντας τις υπ' αριθ. 8547 και 85481...
αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες αναγράφεται ως αιτιολογία "για την εγγραφή της από ... σύμβασης εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του ν. 3156/20013" και "για την εγγραφή της από ... σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του ν. 3156/20013", αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, απαίτησε την είσπραξη, εκτός των παγίων δικαιωμάτων, και αναλογικών δικαιωμάτων, προκαλώντας -όπως ήταν αναμενόμενο- την αντίδραση της εφεσίβλητης, η οποία απευθύνθηκε προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, για την επίλυση της διαφωνίας της με την Υποθηκοφύλακα, όπως διαλαμβάνει η εκκαλούσα στο δικόγραφο της αγωγής της και δεν αντικρούεται από την αντίδικό της (άρθρο 261 ΚΠολΔ), επιβεβαιώνεται δε από τα διαλαμβανόμενα στο από 11.12.2006 υπόμνημα της εκκαλούσας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
Εν τέλει, η εκκαλούσα προέβη στην καταχώριση, εισπράττοντας επιπλέον τα ποσά των 150.006,88 ευρώ, για την εγγραφή της σύμβασης εκχώρησης, και των 19,12 ευρώ, για την σύμβαση διαχείρισης, για τα οποία εξέδωσε τις υπ' αριθ. 1 και 2/... αποδείξεις, χρησιμοποιώντας μάλιστα τα ίδια ως άνω στελέχη από το μπλοκ αποδείξεων, που φέρουν αρίθμηση 8547 και 8548, τα οποία είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως για την είσπραξη των παγίων δικαιωμάτων και, αφού διέγραψε τον έντυπο αριθμό τους, πρόσθεσε χειρόγραφα τους αριθμούς 1 και 2.
Τα ανωτέρω ποσά αφορούν μέρος των δικών της δικαιωμάτων, υπολογισθέντων -κατά τα εκτιθέμενα από την ίδια- σε ποσοστό 25% του 1 0/00 του ποσού της αξίας των ως άνω συμβάσεων, ενώ επιφυλάχθηκε για τα δικαιώματα Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ, με ρητή επιφύλαξη, που περιέλαβε στην υπ' αριθ. ... απόδειξη, ενώ τοιαύτη επιφύλαξη δεν περιελήφθη στην υπ' αριθ...
απόδειξη, που αφορά τη σύμβαση διαχείρισης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η από ... σύμβαση πώλησης και εκχώρησης πληροί τις προυποθέσεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003,... Ειδικότερα, η αντισυμβαλλόμενη της εφεσίβλητης αλλοδαπή εταιρεία ιδρύθηκε ως εταιρεία ειδικού σκοπού, για τον σκοπό της απόκτησης ενυπόθηκων περιουσιακών στοιχείων και της έκδοσης χρεογράφων, χωρίς άλλη δραστηριότητα, προέβη δε σε τιτλοποίηση των απαιτήσεων από τα μεταβιβασθέντα στεγαστικά δάνεια, εκδίδοντας τους σχετικούς τίτλους, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ενημερωτικό δελτίο της 5ης.12.2006, το από 28.12.2006 πιστοποιητικό εγγραφής υποθήκης στο Μητρώο Εταιρειών ..., το από 23.02.2010 δημοσίευμα του οικονομικού Τύπου ...., το με αριθ.
πρωτ. 1890/06.11.2006 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και τον δημοσιευμένο ισολογισμό της πωλήτριας τράπεζας, για τη χρήση από 01.01.2009 έως 31.12.2009. Ομοίως, η σύμβαση διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003.
Συνεπώς, η εγγραφή των εν λόγω συμβάσεων στα δημόσια βιβλία ενέπιπτε στην ατέλεια του άρθρου 14 παρ. 2 του ως άνω Νόμου και έπρεπε να καταβληθούν μόνον πάγια δικαιώματα εκατό ευρώ για εκάστη εξ αυτών. Καταρχάς, πρέπει να αποσαφηνισθεί, επειδή πολύς λόγος γίνεται σχετικώς στα δικόγραφα της εκκαλούσας, ότι ουδέποτε διχάστηκε η νομολογία για το εδώ κρίσιμο ζήτημα, εάν, δηλαδή, η τιτλοποίηση απαιτήσεων εμπίπτει στην ατέλεια, που προβλέπει το άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 3165 12003 (...), δεδομένου ότι η γραμματική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως είναι σαφέστατη, μη επιδεχόμενη διαφορετικής ερμηνείας.
Τούτο δε επισημαίνεται και από την Ένωση Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων (βλ. το από 19.04.2010 έγγραφο της ως άνω Ένωσης προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης). Διχογνωμία υπήρξε για το εάν εμπίπτει στην προαναφερόμενη ατέλεια η εγγραφή εμπράγματης ασφάλειας από κοινό ομολογιακό δάνειο. Κατά τον κρίσιμο δε χρόνο της εγγραφής (...), δεν υπήρχε δημοσιευμένη απόφαση, υπέρ της θέσης της εκκαλούσας για την είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων για εγγραπτέες πράξεις, που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3156/2003, ώστε ευλόγως να θεωρεί ότι υποχρεούται να εισπράξει το ποσό που αξίωσε, όπως ισχυρίζεται, οι δε αποφάσεις, που επικαλείται (....), δεν αφορούν τον εδώ εφαρμοστέο Νόμο.
Πλέον έχει αποκρυσταλλωθεί η νομολογία και για το ανωτέρω ζήτημα, έχει δε επικρατήσει η άποψη ότι στην ατέλεια του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003 υπόκειται και η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης, που ασφαλίζει απαιτήσεις, που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του Ν. 3156/2003, οποιασδήποτε προβλεπόμενης σ' αυτόν μορφής, μεταξύ των οποίων και το κοινό ομολογιακό δάνειο (...).
Εντούτοις, το πρόβλημα προέκυψε, διότι, αν και από τις προσκομισθείσες περιλήψεις προέκυπτε ότι οι εγγραπτέες πράξεις είναι συμβάσεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, η εκκαλούσα θέλησε να ελέγξει, όπως ισχυρίζεται, ότι πράγματι η επίδικη σύμβαση αφορούσε τιτλοποίηση απαιτήσεων και δεν υποκρυπτόταν κοινό ομολογιακό δάνειο, προκειμένου τα συμβαλλόμενα μέρη να τύχουν της απαλλαγής.
Για τούτο, ζήτησε το καταστατικό της αλλοδαπής εταιρείας "...", τόσο στο αγγλικό κείμενο, όσο και σε επίσημη και επικυρωμένη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία είχε συσταθεί πράγματι ως εταιρεία ειδικού σκοπού. Ανεξαρτήτως των ενστάσεων, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να εγερθούν για το εάν η εκκαλούσα ενήργησε εντός των ορίων του (τυπικού) ελέγχου, που δικαιούται και υποχρεούται να προβεί (...), αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση αφορούσε τιτλοποίηση απαιτήσεων, όπως έχει εκτεθεί ήδη, απορριπτομένων, ως αβάσιμων, όσων ισχυρίζεται η εκκαλούσα, με το δικόγραφο της εφέσεώς της, ότι δεν πρόκειται καν για ομολογιακό δάνειο, αλλά για απλό τραπεζικό δάνειο.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003, δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σ' αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της εγγραπτέας πράξης (...), πολλώ μάλλον δεν είχε υποχρέωση η αιτούσα, την εγγραφή, τράπεζα να προσκομίσει τις ομολογίες στην Υποθηκοφύλακα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι, παρότι κατέστη αδύνατον να ελέγξει την συνδρομή προυποθέσεων του Ν. 3156/2003, εντούτοις ενέγραψε τις συμβάσεις, στηριζόμενη στις υποσχέσεις της αντιδίκου της ότι θα της προσκομίσει το συντομότερο δυνατόν το καταστατικό της αλλοδαπής εταιρείας, ούτως ώστε να ελεγχθεί ο ειδικός σκοπός της σύστασής της, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, αφού ο έλεγχος της νομιμότητας της εγγραπτέας πράξης προηγείται της εγγραφής και όχι το αντίστροφο.
Αντιφάσκει δε με τον έτερο ισχυρισμό της ότι, σε κάθε περίπτωση ο νόμος είναι αντισυνταγματικός, διότι περιορίζει τις αμοιβές των υποθηκοφυλάκων. Εάν η εκκαλούσα είχε την άποψη ότι οι διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003 δεν εφαρμόζονται ως αντισυνταγματικές, όπως εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής της, τότε δεν υφίστατο λόγος να ερευνήσει, εάν συντρέχουν, στην επίδικη περίπτωση, οι προϋποθέσεις του Νόμου, τον οποίο είχε προαποφασίσει να μην εφαρμόσει ούτως ή άλλως και, άρα, καθίστατο άνευ αντικειμένου και το αίτημά της προς την τράπεζα να προσκομίσει επιπλέον έγγραφα, προκειμένου να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 10, αφού η ίδια θα εισέπραττε αναλογικά δικαιώματα, είτε η εγγραπτέα πράξη ήταν πράγματι τιτλοποίηση απαιτήσεων, είτε κοινό ομολογιακό δάνειο.
Εντούτοις, ούτε ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας είναι βάσιμος, δεδομένου ότι o Ν. 3156/2003 έχει κριθεί συνταγματικός από το Ανώτατο Ακυρωτικό,..., απορριπτομένου του πέμπτου λόγου εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα εμμένει στην αντισυνταγματικότητα του περιορισμού στις αμοιβές των υποθηκοφυλάκων, επικαλείται δε αποφάσεις (...), που έκριναν επί διαφορετικού ζητήματος, ήτοι της συνταγματικότητας του προβλεπόμενου από το Ν. 1969/1991 περιορισμού των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων επί μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών στις θυγατρικές τους εταιρείες.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η εκκαλούσα είχε διαφορετική άποψη ως προς το ύψος των οφειλόμενων δικαιωμάτων για την εγγραφή, είχε δύο επιλογές, είτε να αρνηθεί την εγγραφή και να αιτιολογήσει την απορριπτική της απόφαση, οπότε θα άνοιγε ο δρόμος για την επίλυση της διαφοράς, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατ' άρθρο 791 ΚΠολΔ, είτε να εγγράψει τις εγγραπτέες πράξεις, εισπράττοντας, όμως, εν τοιαύτη περιπτώσει, τα αναλογικά δικαιώματα, που προβλέπουν οι εφαρμοστέες -κατά την άποψη της- διατάξεις εις το ακέραιον.
Τουναντίον, αυτή επέλεξε να εγγράψει τις συμβάσεις, μεταθέτοντας τον έλεγχο της νομιμότητας που -πάντα κατά τους δικούς της ισχυρισμούς έπρεπε να προβεί- σε χρόνο μεταγενέστερο της εγγραφής, να εισπράξει δε μέρος των δικαιωμάτων που -πάλι κατά τους δικούς της ισχυρισμούς- όφειλε να καταβάλει η τράπεζα, επιφυλασσόμενη για το υπόλοιπο.
Είναι προφανές ότι η ενέργεια αυτή της Υποθηκοφύλακα δεν έχει έρεισμα στο νόμο, αφού δεν νοείται εγγραφή "υπό αίρεση", δεδομένου ότι η επίδικη εγγραφή συντελέστηκε υπό προϋποθέσεις, ότι δηλαδή η εφεσίβλητη θα προσκομίσει τα έγγραφα, που αποδείκνυαν την πλήρωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του Νόμου εκ των υστέρων και υπό την προϋπόθεση ότι θα κατέβαλε το σύνολο των αναλογικών δικαιωμάτων πάλι εκ των υστέρων.
Εξάλλου, ο τρόπος που επέλεξε να ενεργήσει η εκκαλούσα, εισπράττοντας μέρος της δικής της αμοιβής και "πιστώνοντας" τα υπόλοιπα, ουδόλως διασφάλιζε την είσπραξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου και, άρα, ο ισχυρισμός της ότι λειτούργησε προς προάσπιση των δημοσίων εσόδων δεν ευσταθεί. Ενισχυτικό, άλλωστε, της ανωτέρω παραδοχής είναι ότι η εκκαλούσα σε ουδεμία ενέργεια προέβη, ούτως ώστε να εισπραχθούν τα δήθεν οφειλόμενα υπέρ του Δημοσίου.
Εστράφη σε βάρος της εφεσίβλητης τράπεζας δύο και πλέον έτη μετά την επίδικη εγγραφή και αφού είχε προηγηθεί η άσκηση αγωγής της εφεσίβλητης εναντίον της. Εξ όσων αναφέρθηκαν προκύπτει ότι η εκκαλούσα παρανόμως και συγκεκριμένα κατά παράβαση του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003, ζημίωσε την εφεσίβλητη κατά το ποσό των 149.826 ευρώ, που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του υπέρτερου ποσού των 150.026 ευρώ, που η εφεσίβλητη κατέβαλε στην εκκαλούσα και του πράγματι οφειλόμενου των (100 Χ 2 συμβάσεις) 200 ευρώ, για πάγια δικαιώματα.
Η προκληθείσα δε ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της εκκαλούσας, αφού δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα. Ειδικότερα, η αμέλειά της συνιστάται στο ότι: 1ον) αρνήθηκε την υπαγωγή της επίμαχης εγγραφής στη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003, παρότι οι σχετικές διατάξεις είναι σαφείς ως προς το ότι οι συμβάσεις του άρθρου 10 του ίδιου Νόμου, όπως οι επίδικες, εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του ως άνω άρθρου 14 και υπόκεινται μόνον σε πάγια δικαιώματα, επικαλούμενη αβάσιμες υποψίες ότι υποκρύπτεται κοινό ομολογιακό δάνειο, το οποίο, ωστόσο, και αυτό εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 14, 2 ον) υπερέβη τις αρμοδιότητές της, αρνούμενη να εφαρμόσει το νόμο, ως αντισυνταγματικό, παρότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας έχει ανατεθεί στα δικαστήρια, κατά τον κρίσιμο δε χρόνο της εγγραφής δεν υπήρχε έστω μία δημοσιευμένη απόφαση, που να υιοθετεί αυτή τη θέση και 3ον) εκ των δυνατοτήτων που είχε να ενεργήσει συννόμως, είτε δηλαδή να απορρίψει την αίτηση, εφόσον δεν προσκομίστηκαν τα απαιτούμενα κατ' αυτήν έγγραφα ή τα προσκομισθέντα δεν δικαιολογούσαν την αιτούμενη καταχώριση (βλ.
και άρθρο 13 του β.δ. 533/1963), είτε να εισπράξει το σύνολο των αναλογικών δικαιωμάτων, εφόσον θεωρούσε ότι αυτό όφειλε να πράξει προς προάσπιση των δημοσίων εσόδων, επέλεξε μία λύση, που δεν ερείδεται στο νόμο, διαπραγματευόμενη το ύψος των εισπρακτέων δικαιωμάτων και εισπράττοντας τελικώς τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά, τα οποία υπολόγισε αυθαιρέτως.
Αντιθέτως, δεν μπορεί να της καταλογιστεί, ως αμέλεια, η παράλειψή της να ζητήσει γνωμοδότηση του αρμόδιου εισαγγελέα σχετικά με το ύψος των εισπραττόμενων δικαιωμάτων στην ένδικη περίπτωση, αφού ο εισαγγελέας γνωμοδοτεί κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) για νομικά ζητήματα, τα οποία δεν έχουν εισαχθεί ή δεν πρόκειται να εισαχθούν στα δικαστήρια (...).
Βασίμως δε η εκκαλούσα, με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της, μέμφεται την εκκαλουμένη για την ανωτέρω παραδοχή, πλην, όμως, ο ερευνώμενος λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού οι λοιπές αιτιολογίες επαρκούν για να στηρίξουν το διατακτικό της. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εφεσίβλητη τράπεζα δεν προσέφυγε στη διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ, δεν συνιστά διακοπτικό γεγονός του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημιογόνας συμπεριφοράς της εκκαλούσας και της προκληθείσης ζημίας, ούτε αναιρεί την αποκλειστική υπαιτιότητα της εκκαλούσας και δεν θεμελιώνει, ενόψει μάλιστα και της συνδρομής κατεπειγούσης περιπτώσεως, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας (...).
Τούτο διότι η επιλογή της ασκήσεως ενός από τα περισσότερα των προβλεπόμενων από το νόμο ένδικων βοηθημάτων για την επίλυση μίας διαφοράς εναπόκειται στη βούληση του πολίτη, ο οποίος, σταθμίζοντας τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να επιλέξει την άσκηση του ένδικου βοηθήματος που θεωρεί ως το καταλληλότερο, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για δικό του πταίσμα στην περίπτωση που δεν επέλεξε την άσκηση άλλου ένδικου βοηθήματος, που κάποιος άλλος μπορεί να θεωρούσε προσφορότερο στη δεδομένη περίπτωση.
Ειδικότερα, η 7η. 12.2006 ήταν η καταληκτική ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή για την αγορά του χαρτοφυλακίου και, άρα, να καταχωρηθεί η σύμβαση, από την καταχώριση δε επέρχεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων, με περαιτέρω συνέπειες όχι μόνον για τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά και για τους τρίτους (άρθρο 10 παρ. 9 και 10 του Ν. 3156/2003).
Είναι δε παγκοίνως γνωστό ότι για την ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας του άρθρου 791 ΚΠολΔ (κατάθεση αίτησης, προσδιορισμός δικασίμου, συζήτηση και έκδοση αποφάσεως) θα απαιτούνταν μήνες, η δε τράπεζα δεν είχε αυτήν την πολυτέλεια του χρόνου και, άρα, εάν επέλεγε την προσφυγή στις διατάξεις του άρθρου 791 ΚΠολΔ, θα ματαιωνόταν η σύμβαση αυτού του οικονομικού μεγέθους.
Σημειωτέον δε ότι η τράπεζα δεν είχε ούτε τη δυνατότητα να αιτηθεί και να λάβει προσωρινή διαταγή, όπως αβασίμως επικαλείται η εκκαλούσα, αφού η χορήγηση προσωρινής διαταγής δεν θα έλυνε το πρόβλημα, καθώς το περιεχόμενο αυτής δεν μπορούσε να είναι η υποχρέωση της υποθηκοφύλακα να προβεί στην αιτηθείσα εγγραφή, διότι θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος (βλ.
και το από 19.04.2010 έγγραφο της Ένωσης Άμισθων Υποθηκοφυλάκων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο οποίο επισημαίνονται τα προβλήματα που δημιουργούνται από τη χορήγηση προσωρινής διαταγής με τέτοιο περιεχόμενο). Υπό την ασφυκτική πίεση του χρόνου και μπρος τον κίνδυνο να ματαιωθεί η σύμβαση με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν για την περιουσία της και την εμπορική της πίστη εντός και εκτός ελληνικής επικράτειας, η εφεσίβλητη δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενδώσει στις απαιτήσεις της εκκαλούσας.
Για τους ίδιους λόγους, δεν καθίσταται καταχρηστική η συμπεριφορά της εφεσίβλητης, η οποία υπό τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες εξαναγκάσθηκε να καταβάλει το αιτηθέν από την εκκαλούσα ποσό, αντί να προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ ή να αιτηθεί την χορήγηση προσωρινής διαταγής, όπως διατείνεται η εκκαλούσα και στη συνέχεια να επιδιώξει δικαστικά την επιστροφή του.
Είναι αληθές ότι η εφεσίβλητη δεν διατύπωσε εγγράφως επιφύλαξη για την καταβολή, πλην, όμως, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να δημιουργηθεί η εντύπωση στην εκκαλούσα ότι η εφεσίβλητη παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ούτε βεβαίως αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη δήλωσε ότι δεν θα αναζητήσει το καταβληθέν και επιπλέον υποσχέθηκε ότι θα καταβάλει και τα υπόλοιπα, παραιτούμενη από την ατέλεια του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003.
Τουναντίον, η εφεσίβλητη κατέθεσε αγωγή σε βάρος της εκκαλούσας Υποθηκοφύλακα σαράντα ημέρες μετά την καταβολή.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η σχετική ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως (τέταρτος κατά τη σειρά αρίθμησης της έφεσης), με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την εν λόγω ένσταση στον παρόντα βαθμό. Όσον αφορά την γενικότερη αιτίαση, που διατρέχει το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως, ότι έχει παγιωθεί η νομολογία του Αρείου Πάγου υπέρ των υποθηκοφυλάκων, που εισπράττουν αναλογικά δικαιώματα αντί παγίων για εγγραφές πράξεων αιτία ομολογιακών δανείων, ότι δηλαδή δεν πράττουν δολίως ή αμελώς, και, άρα, έτσι πρέπει να αντιμετωπισθεί και η προκείμενη υπόθεση, λεκτέα τα ακόλουθα.
Κάθε περίπτωση κρίνεται in concreto, η επίδικη δε περίπτωση διαφέρει ως προς το πραγματικό των υποθέσεων, που κρίθησαν και κατέληξαν υπέρ του υποθηκοφύλακα, αφού η εγγραπτέα πράξη δεν αφορούσε τιτλοποίηση απαιτήσεων, όπως, εν προκειμένω, για την οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι εμπίπτει στην ατέλεια του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003, ούτε ο υποθηκοφύλακας εισέπραξε έναντι των οφειλομένων, όπως έπραξε η εκκαλούσα και, συνεπώς, δεν πρόκειται για ad hoc νομολογία, όπως διατείνεται η εκκαλούσα, μιας και δεν χωρεί σύγκριση επί ανομοίων.
Εξάλλου, στη νομολογία, που παραθέτει η εκκαλούσα στο δικόγραφό της, μπορούν να αντιπαρατεθούν πληθώρα άλλων, που δέχθηκαν την αδικοπρακτική ευθύνη του υποθηκοφύλακα, που απαίτησε και εισέπραξε αναλογικά δικαιώματα αντί παγίων (...). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη της εκκαλούσας, έστω και με διάφορες αιτιολογίες που αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας (...), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένων ως αβασίμων του πρώτου και δευτέρου λόγων εφέσεως...".
Ακολούθως απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1344, 330 και 914 του ΑΚ καθώς και εκείνες των άρθρων 10 και 14 του ν.3156/2003, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό την μορφή της αμελείας) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία και θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση της τελευταίας προς αποζημίωση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα, παρανόμως και από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της επιμελείας του μέσου συνετού υποθηκοφύλακος, ζημίωσε την αναιρεσίβλητη, με την απόληψη του μη δικαιούμενου επίδικου ποσού, ήτοι αμοιβής μεγαλύτερης από αυτή που προβλέπει ο νόμος, καθόσον αρνήθηκε όλως αδικαιολόγητα την υπαγωγή των επίμαχων εγγραφών στη διάταξη του άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003, ως προς τα εισπρακτέα δικαιώματα, με την επίκληση αβάσιμης υποψίας ότι στις εγγραπτέες συμβάσεις υποκρύπτεται "κοινό ομολογιακό δάνειο", που κι αυτό όμως εμπίπτει στην ίδια ως άνω ρύθμιση, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, όφειλε και μπορούσε ευχερώς, ως εκ της ιδιότητάς της, να διαπιστώσει και να υπαγάγει τις επίμαχες εγγραφές στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003, ενόψει της ρητής και σαφούς διατύπωσης αυτής αλλά και εκ του είδους των προς καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο συμβάσεων, καθώς επίσης και ενόψει των ειδικών περιστάσεων, αφού κατά τη ρητή θέση της Ένωσης Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων στο εν λόγω ζήτημα, κατά τον χρόνο ενεργείας της (7.12.2006), οι εν λόγω συμβάσεις (μεταβίβασης -διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων) εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 14 του άνω νόμου και υπόκεινται μόνο σε πάγια δικαιώματα.
Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων, πρώτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και τρίτου από το αρ. 1 του αυτού άρθρου, είναι αβάσιμα, πέραν του ότι κατά τις λοιπές αιτιάσεις και υπό το πρόσχημα των ως άνω πλημμελειών, οι αυτοί λόγοι πλήττουν την κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επίσης, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 281 ΑΚ, 791 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προσφύγει στην διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ, εναπόκειτο στην διακριτική της ευχέρεια και, ως εκ τούτου, δεν αναιρεί την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και δεν θεμελιώνει, ενόψει και της συνδρομής κατεπειγούσης περιπτώσεως, λόγω του κινδύνου ματαίωσης των ιδιαίτερα μεγάλου ύψους επίδικων συμβάσεων, αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας της αναιρεσίβλητης.
Η περαιτέρω, αιτίαση, την οποία η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, με το αντίστοιχο μέρος του ως άνω πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή χωρίς ειδικότερη αιτιολογία το Εφετείο αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στη νομολογία της επιδίκου περιόδου, που έκρινε μη σύννομη την εν λόγω συμπεριφορά της από εκείνη που την κρίνει σύννομη, είναι απαράδεκτη , αφού δεν αναφέρεται στις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, αλλά στα νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου.- Τέλος, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, καθ' ο μέρος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι Εφετείο δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 284 ΑΚ (περί αμύνης), 331 ΑΚ (περί του ανήλικου οφειλέτη), 344ΑΚ (περί ευθύνης του υπερήμερου οφειλέτη και για τα τυχηρά), 781ΚΠολΔ (περί προσωρινής διαταγής) και 25 παρ. 2 ν. 1756/1988 (γνωμοδότηση εισαγγελέα για τα νομικά ζητήματα που δεν έχουν εισαχθεί ή δεν πρόκειται να εισαχθούν στα δικαστήρια), είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, πέραν του ότι είναι και αβάσιμος ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι υπό τις ως άνω παραδοχές δεν υφίσταται ζήτημα εφαρμογής αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση της Ν. Σ.- Δ. για αναίρεση της με αριθμό ... απόφασης του Εφετείου …...
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ