Legislator Case Law & Legislation
2033/2017 AI generated

2033/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2033/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2033/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 4-12-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2033 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2033/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ..." (Τράπεζα ...), πρώην με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ατσαβέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., από την οποία δήλωση προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος παρίσταται ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - Ε.Φ.Κ.Α.", ως καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κω.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 643/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 4-12-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Σύνταγμα ορίζει α) στο άρθρο 2 παρ.1, ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, β) στο άρθρο 5 παρ.1, ότι καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη, γ) στο άρθρο 17 παρ.1, ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Στην προστατευόμενη κατά το άνω άρθρο περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό

καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ ΑΠ 40/1998, ΑΠ 701/2014) και δ) στο άρθρο 25 παρ.1, ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους.

Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (αρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τις ανωτέρω διατάξεις κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, όπως και η επιχειρηματική και οικονομική ελευθερία αυτού.

Περαιτέρω, το Σύνταγμα προστατεύει την οικονομική δραστηριότητα, μπορεί όμως ο νόμος να επιβάλλει περιορισμούς, οι οποίοι δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση πρέπει να ορίζονται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης οικονομικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας.

Όπως, όταν σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, προκύπτει ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφάλισης της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα, ο νομοθέτης μπορεί, κατ' αρχήν, να θεσπίζει μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν στην συνταγματικώς προβλεπόμενη

αρχή της αναλογικότητας (ΟΛ.ΣΤΕ 2290/2015). Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση απεφάσισε το έτος 2010 να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής σε στενή συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δεδομένου ότι ναι μεν η Ελληνική Δημοκρατία, ως κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, οφείλει να κινείται εντός των δημοσιονομικών δεικτών που προβλέπονται στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) και στο προσαρτημένο στις Συνθήκες με αριθμ. 12 Πρωτόκολλο, ήτοι το προβλεπόμενο ή υφιστάμενο έλλειμμά της και το δημόσιο χρέος της δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 3% και το 60% αντίστοιχα του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), πλήν όμως οι αποκλίσεις της ελληνικής οικονομίας από αυτούς τους δημοσιονομικούς δείκτες έγιναν υπερβολικές το έτος 2009 και οδήγησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της.

Ακολούθησε η ψήφιση του νόμου 3863/2010 "Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις", με το άρθρο 41 παρ.1 του οποίου ,ορίζονται τα εξής: "Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91Α) υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του ν.2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α'), καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων". Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται σχετικά με τη συγκεκριμένη διάταξη τα εξής: "Κατά το άρθρον 975 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν.2972/2001, οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης κατατάσσονται προνομιακά στην έκτη τάξη των προνομίων του ανωτέρω άρθρου.

Από την ανωτέρω σειρά κατάταξης δημιουργούνται πολλά οικονομικά προβλήματα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, με δεδομένο οι απαιτήσεις τους να ικανοποιούνται σπανίως, εφόσον προηγούνται οι απαιτήσεις των υπολοίπων προνομιούχων δανειστών.

Η αποστέρηση των ασφαλιστικών εισφορών από τους οικείους φορείς έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η πληρωμή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία τους παροχών (ασθενείας και σύνταξης) στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους τους. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού φορέα μισθωτών της χώρας, όπου, σύμφωνα με την νομοθεσία που το διέπει, οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν προέκταση του μισθού, του κοινωνικού καλούμενου μισθού και ως εκ τούτου πρέπει να καταβάλλονται υπέρ του Ιδρύματος μαζί με το μισθό.

Η αρχή αυτή διατυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του α.ν. 1846/1951 και διαπνέει το σύνολο των διατάξεών του, που επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις σε όσους καθυστερούν την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Η κατάταξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ (όπως και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών) στην 6η θέση των προνομίων έχει το αποτέλεσμα να ικανοποιούνται σπανίως οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εκπλήρωση της αποστολής του Ιδρύματος (πληρωμή συντάξεων και λοιπών παροχών προς τους ασφαλισμένους), με δεδομένο ότι κατά ρητή επιταγή του νόμου, (άρθρο 26 παρ. 7 του α.ν. 1846/1951) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη, δεν συνεπάγεται για τον ασφαλισμένο στέρηση ή μείωση των δικαιωμάτων του σε παροχές.

Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η υπαγωγή στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (δηλαδή μαζί με τις απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας) και των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ώστε αυτές να ικανοποιούνται συμμέτρως με τις απαιτήσεις των εργαζομένων".

Εν όψει των ανωτέρω συνάγεται, ότι η κατάταξη των απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ και η ικανοποίηση αυτών πριν από την διαίρεση του πλειστηριάσματος στα προβλεπόμενα από το άρθρο 977 ΚΠολΔ ποσοστά(1/3 και 2/3) δεν έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι το επίμαχο μέτρο δεν αποβλέπει απλώς στο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, με αυτό δε επιδιώκεται η αύξηση των εσόδων για να καταστεί δυνατή η εξοικονόμηση των πόρων που είναι απαραίτητοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.

Ειδικότερα, η διεύρυνση του προνομίου των απαιτήσεων αυτών, ήταν κοινωνικά επιτακτική, ετύγχανε πρόσφορη και αναγκαία, δεν πλήττει τον πυρήνα των περιουσιακών δικαιωμάτων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων και επιβλήθηκε από λόγους κοινωνικής ανάγκης, υπό τις συνθήκες που προέκυψαν στα πλαίσια της δημοσιονομικής κρίσης και υπό το πρίσμα του άρθρου 106 παρ.2 του Συντάγματος που θέτει ως όριο της συμβατικής ελευθερίας την "εθνική οικονομία", σε βάρος της οποίας απαγορεύεται να αναπτύσσεται η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, αλλά και του άρθρου 22 παρ. 5 επίσης του Συντάγματος που κατοχυρώνει τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και ανάγει την μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους.

Εξάλλου, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3863/2010 δεν πλήττει την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας, αφού ως νόμος που ρυθμίζει την σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών στην διαδικασία της κατάταξης, δεν αφορά την ίδια την απαίτηση, ούτε και τα εμπράγματα δικαιώματα, τα οποία την ασφαλίζουν, αλλά θεσμοθετούν τον τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιηθούν αυτές από την ομάδα περιουσίας, η οποία υπάρχει κατά τον χρόνο της κατάταξης.

Για το λόγο αυτό τα προνόμια που καθιερώνονται κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο αυτό της κατάταξης (Ολ.ΑΠ 21/1994), αφού η βάσει του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσότερων δανειστών, η δε κατά τον παραπάνω τρόπο ρύθμιση των προνομίων δεν οδηγεί σε ανατροπή εμπράγματων δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα της υποθήκης ή της προσημείωσης υποθήκης ούτε των ενοχικών απαιτήσεων που υπήρχαν πριν από την ισχύ αυτού του νόμου (πρβλ.

ΑΠ 535/1993, 534/1993, 631/1992).

Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή με το να εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, είναι, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων και των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 2034/2009). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κώ, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έφεση του αναιρεσίβλητου κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Κώ, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα:

Σε γενόμενο πλειστηριασμό ακινήτου κειμένου στην Κώ, ο οποίος επισπεύθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά της οφειλέτριάς της Μ. Κ., επιτεύχθηκε πλειστηριασμό 21.000 ευρώ. Στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, συμβολαιογράφο Κώ, ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, μεταξύ των άλλων, το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για ποσό 61.926,56 ευρώ προερχόμενο από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές της καθ'ής η εκτέλεση και η αναιρεσείουσα για ποσό 1.133.535,85 ευρώ, από το οποίο, 135.863,83 ευρώ, ήταν ασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης.

Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, επειδή δεν επαρκούσε το πλειστηριασμό για την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των δανειστών, συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα, με τον οποίο, κατέταξε στο εναπομένον μετά την αφαίρεση των εξόδων ποσό των 18.187,60 ευρώ, το αναιρεσίβλητο στο 1/3 και την αναιρεσείουσα στα 2/3 αυτού.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού έκρινε αντιθέτως με το Ειρηνοδικείο, ότι η ασκηθείσα κατά του πίνακα ανακοπή του αναιρεσίβλητου ήταν εμπρόθεσμη και εξαφάνισε την απόφασή του με την οποία είχε απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, την έκανε δεκτή και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 975 παρ.3 εδ.γ ΚΠολΔ (όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 41 παρ.1 του ν.3863/2010), μεταρρύθμισε τον πίνακα, από τον οποίο απέβαλε την ήδη αναιρεσείουσα και κατέταξε στο σύνολο του πλειστηριάσματος το ήδη αναιρεσίβλητο.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω διάταξη. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησής της η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ. 1 (και όχι 559 αριθμ. 1, όπως από παραδρομή εκτίθεται) ΚΠολΔ, υποστηρίζει το αντίθετο, επικαλούμενη αντίθεση της ανωτέρω διάταξης στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Ο λόγος αυτός, παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη και παράλληλα τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 20/2011),είναι όμως αβάσιμος, κατά τα ήδη προεκτεθέντα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957,το οποίο εφαρμόζεται, εφόσον η νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2015 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία"Τράπεζα ..." για αναίρεση της 643/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ