2033/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2002 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 796/2003 και 1177/2003 μη οριστικές και η 4955/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3013/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2008 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2033/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1465 παρ. 1, 1467 και 1470 εδ. 1 του Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία το τέκνο γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου της μητέρας του, ως καλυπτόμενο από το τεκμήριο καταγωγής από τον γάμο της μητέρας του, δεν μπορεί να αναγνωριστεί δικαστικά από τον αληθινό του πατέρα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2033 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2033/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Ι. Κ., 2) Γ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μέντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσαντώνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. Α. του Ι., πρώην Β. Μ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2002 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 796/2003 και 1177/2003 μη οριστικές και η 4955/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3013/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 10/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 5-11-2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3013/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατά της 4955/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η από 24-4-2002 αγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε ότι αυτή είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντος την 24-12-2000 Ι. Κ., συζύγου της 1ης και πατέρα του 2ου των εναγομένων και ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσειόντων αντίστοιχα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1468, 1479, 1480, 1481 εδ. α', 1482 Α.Κ. και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στοιχεία του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αντικείμενο, τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας τέκνου, αποτελούν η ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του και η σαρκική συνάφεια του φερόμενου ως πατέρα με τη μητέρα του τέκνου κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ των 180 και 300 ημερών προ του τοκετού.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1465 παρ. 1, 1467 και 1470 εδ. 1 του Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία το τέκνο γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου της μητέρας του, ως καλυπτόμενο από το τεκμήριο καταγωγής από τον γάμο της μητέρας του, δεν μπορεί να αναγνωριστεί δικαστικά από τον αληθινό του πατέρα.
Το τεκμήριο όμως αυτό, ως μαχητό, μπορεί να ανατραπεί με την αγωγή προσβολής της πατρότητας του συζύγου της μητέρας του, οπότε, όταν η σχετική δικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη θεωρείται το τέκνο και δη αναδρομικά ως γεννηθέν εκτός γάμου των γονέων του. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 620 και 621 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προσβολή της πατρότητας τέκνου επιδιώκεται μόνο με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή και ότι, αν η διαφορά αυτή ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα κατά τη διάγνωση άλλης, κύριας διαφοράς, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβάλει τη συζήτηση της κύριας διαφοράς, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της αγωγής για την προσβολή της πατρότητας.
Η επιτυχής, επομένως, προσβολή της πατρότητας, αν το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο του άρθρου 1465 παρ. 1 Α.Κ., δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αναγνώρισης αλλά, εφόσον το γεγονός αυτό αμφισβητείται από τov εναγόμενο, ο ενάγων ευθύνεται με την απόδειξή του. Σε περίπτωση δε που η αγωγή για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας τέκνου, καλυπτομένου από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο της μητέρας του, ασκηθεί πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση η δεχόμενη την προσβολή της πατρότητας του συζύγου αυτής, η αγωγή αυτή δεν απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη, αλλά υποχρεούται το Δικαστήριο κατά τα άρθρα 620 και 621 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναβάλλει την συζήτηση της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την προσβολή της πατρότητας.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24-4-2002 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι γεννήθηκε την 10-3-1979 κατά τη διάρκεια του γάμου της 3ης εναγομένης και ήδη 2ας αναιρεσίβλητης - μητέρας της με τον Β. Μ., ότι η γέννησή της προήλθε εκ των σαρκικών επαφών που είχε η μητέρα της, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύλληψής της, αποκλειστικά με τον ήδη αποβιώσαντα Ι.
Κ., σύζυγο της 1ης και πατέρα του 2ου των εναγόμενων και ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσειόντων και ότι την 24-2-2002 έλαβε αυτή γνώση ότι βιολογικός της πατέρας είναι ο Ι. Κ., οπότε και άσκησε την αγωγή της, ζητώντας να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι τυγχάνει γνήσιο τέκνο του. Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, διότι περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, όλα τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων (ήτοι γέννηση της ενάγουσας χωρίς γάμο των γονέων της και σαρκική συνάφεια του φερόμενου ως πατέρα της με τη μητέρα αυτής κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ των 180 και 300 ημερών προ του τοκετού), τα οποία αρκούν κατά τις διατάξεις αυτές για να θεμελιώσουν το υποβαλλόμενο αίτημα.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλαμβάνει, για την πληρότητά της, επί πλέον και ότι προηγήθηκε της αγωγής για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας της ενάγουσας, καλυπτομένης από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο της μητέρας της, η έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί αγωγής για προσβολή της πατρότητας αυτής. Και αυτό διότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής αναγνώρισης τέκνου από τον αληθινό του πατέρα η επιτυχής προσβολή της πατρότητας, αν το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο του άρθρου 1465 παρ. 1 Α.Κ.
αλλά, εφόσον το γεγονός αυτό αμφισβητείται από τον εναγόμενο, ο ενάγων ευθύνεται με την απόδειξή του, ενώ σε περίπτωση που η απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβάλει τη συζήτηση της κύριας διαφοράς, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της αγωγής για την προσβολή της πατρότητας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 620 και 621 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους είναι αβάσιμα.
III) Κατά το άρθρο 1483 ΑΚ "Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της αποσβήνεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό. Το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του... Αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου αρχίζει αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας".
Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 της παραπάνω διάταξης μετάθεση της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας στο χρόνο που η απόφαση για την προσβολή της γίνεται αμετάκλητη, σύμφωνα με το γράμμα της διάταξης αυτής, αναφέρεται μόνο στο δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση του τέκνου της από το φυσικό του πατέρα και μόνον εφόσον αυτή ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.
Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να μην αποσβήνεται το δικαίωμα για δικαστική αναγνώριση, πριν ακόμη ανατραπεί το τεκμήριο καταγωγής του τέκνου από γάμο, γεγονός το οποίο επέρχεται όταν η απόφαση για την προσβολή της πατρότητας γίνει αμετάκλητη, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα παρετηρείτο το παράδοξο να αποβάλει το τέκνο την ιδιότητά του ως γνησίου και να μην είναι σε θέση να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώρισή του από το φυσικό του πατέρα.
Βασικός λόγος της ρύθμισης αυτής, επομένως, είναι η ισχύς του τεκμηρίου καταγωγής του τέκνου από γάμο και η ανάγκη της ανατροπής του με την αγωγή για την προσβολή της πατρότητας. Ο σκοπός αυτός όμως υπάρχει και σε άλλες περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο γράμμα της παρ. 2 του άρθρου 1483 του ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι το δικαίωμα του ίδιου του ενηλίκου τέκνου, για το οποίο ισχύει το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση από το φυσικό του πατέρα καθώς και η περίπτωση της μητέρας που είναι μεν άγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, αλλά έγγαμη κατά το χρόνο του τοκετού.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ισχύει το τεκμήριο καταγωγής του τέκνου από γάμο, όπως ακριβώς και στη ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη περίπτωση, και συνακόλουθα και η δικαιολογητική αιτία που επιβάλλει την επέκταση της ρύθμισης και σε αυτές, τη μετάθεση δηλαδή της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας στο χρόνο της ανατροπής του τεκμηρίου.
Ειδικά για την περίπτωση του δικαιώματος του ενηλίκου τέκνου παρατηρείται ότι, ενώ με τη μετάθεση της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας προστατεύεται το δικαίωμα της μητέρας του να ζητήσει τη δικαστική αναγνώρισή του από τον φυσικό του πατέρα, δεν προστατεύεται το αντίστοιχο δικαίωμα του ίδιου του τέκνου, το οποίο είναι και το άμεσα ενδιαφερόμενο για την αναγνώριση.
Υπάρχει επομένως ακούσιο κενό στη διάταξη του άρθρου 1483 παρ. 2 του ΑΚ, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1483 παρ. 1β ΑΚ, ώστε η μετάθεση της αφετηρίας, της αποσβεστικής προθεσμίας του δικαιώματος για δικαστική αναγνώριση να ισχύει τόσο στην περίπτωση που η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το χρόνο του τοκετού, όσο και στην περίπτωση που το δικαίωμα ασκείται από το τέκνο (ΑΠ 1314/2007).
Επί αποσβεστικής προθεσμίας ισχύει, κατ' άρθρο 279 Α.Κ, αναλόγως, η εφαρμογή των για την παραγραφή διατάξεων, εφόσον όμως αυτές συμβιβάζονται προς τη φύση και το σκοπό που επιδιώκει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αποσβεστική προθεσμία. Κατ' ακολουθία, η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ - κατά την οποίαν η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου - δεν μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής επί της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 1483 ΑΚ, διότι με την εμπρόθεσμη έγερση της αγωγής πληρούται ο σκοπός της τελευταίας διάταξης που αποβλέπει στην άρση της αβεβαιότητος ως προς την πατρότητα του τέκνου, η δε εφαρμογή του άρθρου 261 ΑΚ προσκρούει στο σκοπό αυτό (πρβλ.
ΑΠ 694/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα... με την από 24.4.2002 και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνομένη αγωγή της, στρεφομένην κατά των Β. Π. Μ. και Φ. θυγ. Ι. Α. πρώην συζ. Β. Μ., επικαλούμενη ότι γεννήθηκε στις 28.3.1979 κατά την διάρκεια του γάμου των εναγομένων, ότι δεν έχει φυσικό πατέρα τον κατά τον χρόνον της γεννήσεώς της σύζυγο της μητέρας της, αλλ' ότι ο φυσικός πατέρας αυτής τυγχάνει ο ήδη αποβιώσας Ι.
Κ. μετά του οποίου αυτή (μητέρας της) διατηρούσε σαρκικές σχέσεις κατά τον κρίσιμο χρόνο της συλλήψεώς της και τέλος ότι από του χρόνου της γεννήσεώς της και μέχρι της 24.2.2002 η εναγομένη μητέρα της είχε αποφύγει να της αποκαλύψει τον βιολογικό της πατέρα, γεγονός το οποίο το πρώτο επληροφορήθη παρ' αυτής την 24.2.2002, προσέβαλε την τεκμαιρομένη πατρότητα του κατά τον χρόνον της γεννήσεώς της εναγομένου συζύγου της μητέρας της και εζήτησε να αναγνωριστεί ότι δεν τυγχάνει φυσικό τέκνο αυτού.
Παράλληλα η ενάγουσα, η οποία κατέστη ενήλικη την 10.3.1997, ήσκησε κατά των ήδη εκκαλούντων Β. χήρας Ι. Κ. και Γ. Ι. Κ. καθώς και κατά της μητέρας της Φ. Α., την, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ταυτόχρονη από 24.4.2002 και υπ' αριθμ. 3513/2002 εκθ. καταθέσεως αγωγή της, με την οποία επκαλουμένη τα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, εζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι φυσικό τέκνο του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου και πατρός των ήδη εκκαλούντων- εναγομένων.
Επί της πρώτης των ως άνω αγωγών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1177/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εδέχθη ταύτην και ανεγνώρισε ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη των εφεσιβλήτων δεν είναι φυσικό τέκνο του Β. Μ.. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη την 16.1.2005 μετά την πάροδον της προθεσμίας ασκήσεως κατ' αυτής των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων, της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της αναιρέσεως και της αναψηλαψήσεως ...
Εξ' άλλου, επί της δευτέρας των ως άνω αγωγών, που επιδόθηκε στους ήδη εκκαλούντες - εναγομένους την 29.4.2002 ..., εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμ. 796/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατ' άρθρον 249 Κ.Πολ.Δ. ανέβαλε την συζήτηση της υποθέσεως μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί της πρώτης των ως άνω αγωγών.
Στη συνέχεια, μετά την έκδοση επί της τελευταίας της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 1177/2003 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με επίσπευση της εναγούσης και με την από 18.1.2005 κλήση της, που επιδόθηκε στους ήδη εκκαλούντας - εναγομένους στις 8.2.2005 ...., η υπόθεση ήχθη και πάλι προς συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου κατά την δικάσιμο αυτού της 9.1.2006, εκδόθηκε δε επ' αυτής η εκκαλουμένη απόφαση, δεχθείσα αυτήν ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Εν όψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, καθίσταται προφανές ότι από της ημέρας κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η περί προσβολής της πατρότητος ως άνω υπ' αριθμ. 1177/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήρχισε να τρέχει η αποσβεστική προθεσμία του δικαιώματος της πρώτης των εφεσίβλητων - εναγούσης δια την άσκηση της αγωγής της δια την δικαστική αναγνώριση της πατρότητος του θανόντος συζύγου και πατρός των εναγομένων εκκαλούντων.
Δεδομένου δε, ότι κατά τα προεκτεθέντα, η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ασκήθηκε στις 29.4.2002, ήτοι προτού καταστεί αμετάκλητη η περί προσβολής της πατρότητος υπ' αριθμ. 1177/2003 απόφαση του άνω Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρέπεται ότι η προθεσμία αυτή δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνον της ασκήσεώς της και συνεπώς ο πρωτοδίκως προβληθείς και πάλιν με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως επαναφερόμενος ισχυρισμός των εκκαλούντων- εναγομένων ότι το δικαίωμα της εναγούσης έχει υποκύψει στην αποσβεστική προθεσμία του έτους από της ως άνω ενηλικιώσεώς της, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέος ως μη νόμιμος τυγχάνει και ο έτερος ισχυρισμός αυτών περί αποσβέσεως του δικαιώματος της αυτού εν επιδικία λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος πλέον του έτους από της επιδόσεως της ως άνω υπ' αριθμ. 1177/2003 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και μέχρι της επιδόσεως της ως άνω κλήσεως προς συζήτηση της δευτέρας των ως άνω αγωγών".
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν υπήρχε απαράδεκτο. Τούτο δε διότι: α) η αποσβεστική προθεσμία προς άσκηση της αγωγής αναγνώρισης πατρότητας δεν είχε παρέλθει, εφόσον αυτή (αγωγή) ασκήθηκε προτού γίνει αμετάκλητη η απόφαση περί προσβολής της πατρότητας, που αποτελεί και για το τέκνο, για το οποίο ισχύει το τεκμήριο της καταγωγής από το γάμο της μητέρας του, το χρονικό σημείο έναρξης της παραπάνω αποσβεστικής προθεσμίας (κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1483 παρ. 1β ΑΚ) και β) η ισχύουσα επί παραγραφής διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν συμβιβάζεται προς τη φύση και το σκοπό που επιδιώκει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αποσβεστική προθεσμία και είναι η άρση της αβεβαιότητος ως προς την πατρότητα του τέκνου. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν κήρυξε απαράδεκτο, αν και η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας που τάσσει ο νόμος για το τέκνο και αν και το δικαίωμα της 1ης αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ως άνω αγωγής αναγνώρισης πατρότητας παρεγράφη εν επιδικία, είναι αβάσιμος.
IV) Κατά το άρθρο 1481 ΑΚ "Η πατρότητα τεκμαίρεται αν αποδειχθεί ότι αυτός για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης. Το τεκμήριο δεν ισχύει αν η αγωγή ασκείται από το τέκνο μετά την ενηλικίωσή του και ο πατέρας πέθανε πριν από το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό." Το εδ.
β' του ως άνω άρθρου εφαρμόζεται όχι μόνο στην περίπτωση που η αγωγή για την αναγνώριση ασκείται για πρώτη φορά κατά του πατέρα, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δίκης πεθαίνει με συνέπεια να διακοπεί αυτή αλλά αναλογικά και στην περίπτωση που το παιδί έχει ενηλικιωθεί και ο πατέρας δεν έχει εναχθεί καθόλου και ενάγονται μετά το θάνατό του οι κληρονόμοι του.
Και αυτό διότι και στις δύο περιπτώσεις συντρέχει ο ίδιος λόγος της προστασίας των κληρονόμων από την υπερβολικά δύσκολη γι' αυτούς απόδειξη του αντιθέτου του τεκμηρίου, την οποία δεν προλαβαίνει να επωμιστεί ο πατέρας (ο οποίος και θα μπορούσε ίσως να την φέρει εις πέρας) τόσο όταν πεθαίνει πριν από το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στον πρώτο βαθμό, όσο κατά μείζονα λόγο και όταν πεθαίνει χωρίς καν να εναχθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές, παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Ελλείψεις και ατέλειες της μείζονος πρότασης, δηλαδή η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων που θεμελιώνουν την έννομη συνέπεια, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, διότι ως αιτιολογίες, νοούνται μόνον οι πραγματικές παραδοχές (ΑΠ 349/1995). Επίσης, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διάταξης και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 1385/2011).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Την 9.12.1973 μεταξύ της δευτέρας των εφεσιβλήτων Φ. θυγ. Ι. Α. και του Β. Μ., που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, τελέστηκε νόμιμος γάμος ...
Διαρκούντος του ως άνω γάμου της δευτέρας των εφεσίβλητων και συγκεκριμένα την 10.3.1979, γεννήθηκε η ενάγουσα..., η οποία ως έχουσα υπέρ αυτής το τεκμήριο της καταγωγής από τον ως άνω σύζυγο της μητέρας της δηλώθηκε και έλαβε το επώvυμo του ανωτέρω συζύγου αυτής Β. Μ.,.... κατά το θέρος του έτους 1977 η δευτέρα των ήδη εφεσίβλητων, μητέρα της εναγούσης...
γνωρίστηκε μετά του ... Ι. Κ.,..., συνδεθείσα μετ' αυτού ερωτικώς και ήρχισε έκτοτε, χωρίς καμία διακοπή, να έρχεται μετ' αυτού σε σαρκική συνάφεια μέχρι περίπου του μη αναμενομένου και μετά βραχεία ασθένεια στις 24.12.2000 επελθόντος θανάτου του. Εξ' άλλου, τις μετ' αυτού ως άνω σαρκικές σχέσεις συνέχισε να έχει η προαναφερομένη εφεσίβλητη μητέρα της εναγούσης και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της συλλήψεως της τελευταίας, που περιλαμβάνεται μεταξύ της τριακοσιοστής και εκατοστής ογδοηκοστής ημέρας προ του τοκετού της, δεδομένου ότι αυτή, ήδη από της ως άνω γνωριμίας της μετά του Ι.
Κ. από του θέρους του έτους 1977 είχε αποξενωθεί πλήρως από τον σύζυγό της Β. Μ. και είχε διακόψει πάσα μετ' αυτού σαρκική επαφή, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο να έχει αυτή συλλάβει εξ αυτού, παρότι τόσο κατά την γέννηση της εναγούσης θυγατέρας της, όσον και μετά ταύτα μέχρι της κατά το έτος 1997, δια διαζυγίου αμετακλήτου λύσεως του γάμου της, συνέχισε να συγκατοικεί μετ' αυτού υπό την αυτή στέγη.
Ενδεικτικό δε της ανυπαρξίας πάσης επαφής μεταξύ της μητέρας της εναγούσης και του ως άνω συζύγου αυτής και τεκμαιρομένου πατέρα της Β. Μ. και της ελλείψεως παντός ενδιαφέροντος εκ μέρους του τελευταίου δια την γέννησή της, αποτελεί το κατατεθέν υπό των μαρτύρων της εφεσιβλήτου γεγονός ότι κατά τον τοκετόν αυτής παρέστη στην κλινική όχι ο τεκμαιρόμενος πατέρας της, όπως θα ήτο φυσικό, αλλ' αντιθέτως ο ανωτέρω Ι.
Κ., ο οποίος μάλιστα, προκειμένου να δικαιολογήσει την τοιαύτη παρουσία του και την συνέχιση των κοινωνικών του επαφών και σχέσεων-με την δευτέρα των εφεσίβλητων, μητέρα της εναγούσης, αλλά και το ενδιαφέρον του προς την τελευταία, παρέστη κατά την βάπτισή της και εγένετο ανάδοχος ταύτης. Έτσι η τελευταία ήδη από της νηπιακής της ηλικίας θεωρούσε τον ως άνω σύζυγο και πατέρα των εκκαλούντων ως "νονό" της και στην ιδιότητά του αυτή απέδιδε την αγάπη και το ενδιαφέρον τούτου προς αυτήν.
Υπό τα ως άνω όμως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, περί των οποίων υπήρξαν σαφείς και κατηγορηματικές οι καταθέσεις των ιδία γνώση εχουσών μαρτύρων των εφεσίβλητων, καθίσταται προφανές ότι εφόσον κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα της συλλήψεως της η τεκούσα αυτήν εφεσίβλητη μητέρα της διατηρούσε σαρκικές σχέσεις αποκλειστικώς και μόνον με τον ανωτέρω Ι.
Κ., ο τελευταίος τυγχάνει και ο βιολογικός πατέρας της εναγούσης... περί το τέλος του μηνός Φεβρουάριου του έτους 2002 η δευτέρα των εφεσιβλήτων απεκάλυψε στην ενάγουσα θυγατέρα της την ως άνω πραγματικότητα ήτοι ότι ήταν αυτή γνήσιο τέκνο του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Ι. Κ..... μέχρι τα τέλη του μηνός Φεβρουάριου 2002 η ενάγουσα είχε παντελή άγνοια των ερωτικών σχέσεων της μητέρας της με τον Ι.
Κ. και.. το πρώτον έλαβε γνώση αυτών κατά τον προεκτεθέντα χρόνον ... Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο ανεγνώρισε την ενάγουσα .... ως φυσικό τέκνο του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου και πατρός των εκκαλούντων, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της κρινομένης εφέσεως, με τον οποίο αποδίδεται από τους εκκαλούντες στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος".
Υπό τις ως άνω παραδοχές καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1481 εδ. β'ΑΚ, την οποία το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απόδειξη της πατρότητας του φερόμενου στην αγωγή ως πατέρα της ενάγουσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης. Η μη αναγραφή δε της προαναφερόμενης διάταξης δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, δεδομένου ότι ως αιτιολογίες νοούνται μόνον οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου.
Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Δικαστήριο, μολονότι ο φερόμενος ως πατέρας είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση της αγωγής, δέχθηκε εσφαλμένως ότι έχει εφαρμογή το εδ. α' αντί του εδ. β' του άρθρου 1481 ΑΚ και ότι ισχύει το τεκμήριο πατρότητας. Το αναφερόμενο δε στην απόφαση ότι η μητέρα της, αν και συγκατοικούσε με το σύζυγό της σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε σαρκική επαφή με αυτόν από το θέρος του έτους 1977 μέχρι τη λύση του γάμου τους με διαζύγιο το έτος 1997, αφορά εκτίμηση αποδείξεων και όχι παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
V) Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 19 και 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, των ελλιπών αιτιολογιών και της μη κήρυξης απαραδέκτου με το να δεχθεί το Δικαστήριο την ύπαρξη περίπτωσης ανωτέρας βίας ως προς το θέμα της άσκησης της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης πατρότητας μετά την πάροδο έτους από την ενηλικίωση της ενάγουσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί εντός έτους από την ενηλικίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ, όπως προεκτέθηκε, εφόσον προηγήθηκε αγωγή περί προσβολής πατρότητας, η αγωγή μπορούσε να ασκηθεί εντός έτους από τότε που η εκδοθείσα επ' αυτής (αγωγής προσβολής πατρότητας) απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Ως εκ τούτου, εφόσον η 1η αναιρεσίβλητη άσκησε την αγωγή της πολύ πριν την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας, δεν τίθεται θέμα ανωτέρας βίας. Το Εφετείο ως προς το θέμα αυτό κατέληξε μεν στο ορθό αποτέλεσμα δεχόμενο ως εμπρόθεσμη την αγωγή με εσφαλμένες αιτιολογίες, οπότε μετά αντικατάστασή τους ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ( άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ).
V) Με τον έκτο λόγο της αίτησης τους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, παραπονούνται για την απόρριψη της ερειδόμενης στο άρθρο 281 ΑΚ ένστασής τους ως αβάσιμης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ισχυρισμό αυτόν δέχθηκε τα εξής: "
Ομοίως απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ελέγχεται και ο
επαναφερόμενος ισχυρισμός των εκκαλούντων περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής λόγω της ασκήσεώς της μετά την πάροδο έτους από της ενηλικιώσεώς της εναγούσης και μετά τον θάνατον του ως άνω συζύγου και πατρός των Ι. Κ.. Και τούτο διότι κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμά του δεν πρόκειται να ασκηθεί, αλλ' απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστατικών, μεταξύ των οποίων και η συμπεριφορά του δικαιούχου, εξαιτίας των οποίων διαμορφώθηκε κατά το διάστημα, που μεσολάβησε τέτοια πραγματική κατάσταση, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να μη μπορεί να δικαιολογηθεί....
Συνεπώς και αληθή υποτιθέμενα τα υπό των εναγομένων - εκκαλούντων επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αγωγή και επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμη την περί καταχρηστικής ασκήσεως αυτής ένσταση των εκκαλούντων, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθεί μετά ταύτα ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινομένης εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, γι' αυτό και πρέπει ο σχετικός λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2008 αίτηση των Β. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 3013/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ