Legislator Case Law & Legislation
2033/2013 AI generated

2033/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2033/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2009 του Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2010 αίτησή της και τους από 4-4-2011 πρόσθετους λόγους της.

Legislator headnote

AI generated

2033/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τους από το άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 λόγους αναίρεσης.

Keywords

AI generated
commercial traveller contract airport operating company non-implementation of the offending agreements airport noise compensation special scheme for travel agents package travel contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2033 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2033/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πάρεδρο του ΝΣΚ Παναγιώτη Δημόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2009 του Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2010 αίτησή της και τους από 4-4-2011 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 29-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και ο πρόσθετος λόγος της αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 231/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 Α.Κ., ούτε του κέρδους που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και ιδιαίτερη επίκληση αυτών των κονδυλίων (Ολ. ΑΠ 20/1992, ΑΠ 998/2003).

Περαιτέρω, με τον από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λ.π., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τους από το άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 λόγους αναίρεσης.

Έτσι, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος, ενώ, εάν, κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα, για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει, ως αόριστο, το αίτημα της αγωγής της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας, με το οποίο ζητούσε την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, λόγω ύπαρξης ελαττωμάτων του μισθίου, το οποίο εμίσθωσε από τον εναγόμενο - εκμισθωτή (Ελληνικό Δημόσιο) υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη α) από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εκ του ότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί νόμος, β) από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, εκ του ότι, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, κατά το ως άνω αίτημα αυτής, ως αόριστη και γ) από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από την ενάγουσα αγωγικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι, κατά την άποψή της αρκούσαν προς θεμελίωση της αγωγής.

Από το παραδεκτώς, κατ'άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι είναι εταιρεία, η οποία, εκτός των άλλων, δραστηριοποιείται και στον τομέα υπαίθριας διαφήμισης και ότι μετά από πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενήργησε, στις 15-12-2003, η εκπροσωπούμενη στη δίκη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), μίσθωσε από αυτήν, δυνάμει της από 14-2-2004 συμβάσεως, που καταρτίστηκε στην Καστοριά, τους λεπτομερώς περιγραφόμενους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του Κρατικού Αερολιμένα Καστοριάς, με συμφωνηθείσα διάρκεια μισθώσεως τρία (3) έτη, έναντι μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου και προμήθειας, προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτούς διαφημιστικές πινακίδες προς διενέργεια υπαίθριας διαφήμισης.

Επίσης, ότι μετά την κατάρτιση της συμβάσεως και την παραλαβή των υποδειχθέντων από την ΥΠΑ μίσθιων χώρων, με τις διαβεβαιώσεις της τελευταίας περί της καταλληλότητάς των, υπέβαλε αίτηση στο πολεοδομικό γραφείο του Δήμου Ορεστίδος για λήψη της άδειας εγκαταστάσεως υπαίθριας διαφήμισης στον εξωτερικό χώρο του αεροδρομίου, η οποία όμως απορρίφθηκε, για το λόγο ότι ο χώρος τούτος δεν πληρούσε τους όρους το νόμου, καθόσον ως χώρος εκτός κατοικημένης περιοχής δεν ευρίσκετο σε ζώνη 150 μέτρων και από τις δύο πλευρές του άξονα των οδών.

Περαιτέρω, ότι μετά ταύτα, ως μη έχουσα πλέον συμφέρον στην εξακολούθηση της συμβάσεως, την κατήγγειλε με εξώδικο στις 20-12-2004. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει, προς αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους), το συνολικό ποσό των 135.909,18 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα ανέλυσε στην αγωγή της, επικαλούμενη ότι, εάν η σύμβαση λειτουργούσε, όπως προσδοκούσε, κατ' ελάχιστον επί 3ετία, όπως προβλεπόταν στο υπογραφέν συμφωνητικό, θα είχε ετήσια καθαρά κέρδη από τη διενέργεια υπαίθριας διαφήμισης -αποκλειστικά- στις δυο πινακίδες που επρόκειτο να τοποθετηθούν στους εξωτερικούς χώρους ύψους 45.303,06 € τουλάχιστον, ποσό το οποίο αναλύεται ως εξής:

Προσδοκώμενα κέρδη ανά μήνα από τις δυο ως άνω πινακίδες μονής διαφημιστικής όψεως: (2.000 € ανά όψη Χ 2 πινακίδες =) 4.000,00 €. Άρα 4.000 € χ 12 μήνες = 48.000,00 € ετησίως.

Προσδοκώμενα κέρδη ανά μήνα από τα τοποθετούμενα εντός του διαφημιστικού πλαισίου πανιά με ζωγραφικές απεικονίσεις, όπου διενεργείται διαφήμιση, τα οποία και δύνανται να κατασκευάζει μόνοι της, χρεώνοντας τους διαφημιζόμενους που της αναθέτουν τη δημιουργία τους: (320 € ανά όψη Χ 2 πινακίδες =) 640,00 €. Άρα 640 € χ 12 μήνες = 7.680,00 € ετησίως.

Μείον ποσοστό 5,2%, το οποίο θα αποτελούσε την προμήθεια της ΥΠΑ επί του ποσού του εκάστοτε συναπτομένου συμβολαίου με τους διαφημιζόμενους (όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχ. Β' παρ.1 του μισθωτηρίου ιδιωτικού συμφωνητικού), λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό (προσδοκώμενο κέρδος κατ' έτος των 48.000 €: (48.000 Χ 5,2% =) 2.496,00 € Μείον έξοδα καθαρισμού και συντήρησης των πινακίδων ανά μήνα: 100 € χ 12 μήνες = 1.200,00 € Μείον ετήσιο μίσθωμα : (500 χ 12 = ) 6.000,00 € Μείον τέλη χαρτοσήμου σύμβασης - 680,94 € Καθαρό ετήσιο κέρδος: (48.000,00 + 7.680,00 - 2.496,00 -1.200,00 - 6.000,00 - 680,94 =) 45.303,06 €.

Άρα, στο διάστημα της μισθωτικής 3ετίας κατά το οποίο κατ' ελάχιστο θα διαρκούσε η υπογραφείσα σύμβαση, θα είχε προσδοκώμενο κέρδος τουλάχιστον 45.303,06 χ 3 = 135.909,18 € και αυτό στην υποθετική περίπτωση που δε θα είχε κανένα απολύτως έσοδο από τις διαφημιστικές πινακίδες που θα βρίσκονταν τοποθετημένες στον εσωτερικό χώρο του αερολιμένα".

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε κατά λέξη ότι: "...Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, όσον αφορά το παραπάνω αίτημα, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Τούτο γιατί, η ενάγουσα αρκείται σε αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, χωρίς να προβαίνει σε εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος.

Δηλαδή, εκτός από την αναφορά του προσδοκώμενου μισθώματος, δεν αναφέρει άλλα πραγματικά τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία της, όπως εκτελεσθέντα συμβόλαια με πελάτες της ή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, σε προγενέστερο χρόνο, τα οποία αφορούν το συγκεκριμένο τρόπο διαφήμισης (υπαίθριας), για να διαπιστωθούν οι μισθωτικές συνθήκες στην περιοχή της δραστηριότητας της.

συμφωνίες ή προτάσεις διαφήμισης με πελάτες της για διαφήμιση τους στους συγκεκριμένους χώρους του αεροδρομίου, με τις σχετικές αμοιβές και οι οποίες ναυάγησαν εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης, για να καταστεί δυνατή από το δικαστήριο η εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας της, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ζητεί διαφυγόντα κέρδη για χρονικό διάστημα τριών χρόνων".

Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα, ως απαράδεκτη την αγωγή, κατά το αίτημα αυτής, περί διαφυγόντων κερδών. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμέ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, καθόσον, παρά το νόμο, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, θεωρώντας ως ανεπαρκή τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής στοιχεία, προς θεμελίωση του αιτήματος αυτής, για αποζημίωση, λόγω διαφυγόντος κέρδους, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα στοιχεία είναι επαρκή, για την εξειδίκευση του κανόνα δικαίου (άρθρα 297, 298 Α.Κ.), στο οποίον στηρίζεται το ως άνω αίτημα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση μόνον από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (και όχι από το 559 αριθμ. 1 και 8), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Το άρθρο 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1994 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως..... Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής. Εφόσον, η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν διακρίνει, δηλαδή δεν συνδέει την έννομη συνέπεια της τοκογονίας, λόγω επιδικίας, προς καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποίησης, ως προς το ζήτημα τούτο, της καταψηφιστικής από την από την αναγνωριστικής αγωγή (ως αναγνωριστικής θεωρουμένης και της αγωγής, της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η αναγνωριστική δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, με δύναμη δεδικασμένου. Επομένως, στην περίπτωση περιορισμού σε αναγνωριστικό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, της στρεφομένης κατά του Δημοσίου, οφείλονται τόκοι (7/2011 ΑΕΔ).

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή της ενάγουσας - μισθώτριας - νυν αναιρεσείουσας, ως προς το (δεύτερο) αίτημα αυτής, για αποζημίωση των θετικών ζημιών, τις οποίες υπέστη, λόγω καταγγελίας της μίσθωσης, εξ αιτίας των ελαττωμάτων του μισθίου, το οποίο εμίσθωσε από το εναγόμενο - εκμισθωτή - Ελληνικό Δημόσιο και επικύρωσε, ως προς το κεφάλαιο αυτό και ως προς το ύψος της επιδικαστέας αποζημίωσης (συνολικό ποσό 17.830 ευρώ) την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, όμως, έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι, μετά από τον περιορισμό του αιτήματος αυτού της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το αίτημα της ενάγουσας, περί καταβολής τόκων δεν είναι νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η υποχρέωση τοκοδοσίας του Δημοσίου γεννάται μόνο με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής.

Και κρίνοντας ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τη διάταξη περί επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής και δικάζοντας και πάλι την αγωγή, απέρριψε το αίτημα αυτό (ως μη νόμιμο). Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθ. 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, της οποίας μη διακρίνουσας, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ καταψηφιστικής και αναγνωριστικής αγωγής, ως προς την υποχρέωση τοκοδοσίας του Δημοσίου.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως βασίμως επικαλείται και η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και με τον (μοναδικό) πρόσθετο λόγο, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στις αξιώσεις (α') αποθετικής ζημίας και (β') τόκων να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 231/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. (α') και (β') κεφάλαια αυτής.

Παραπέμπει την κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ