Legislator Case Law & Legislation
2033/2006 AI generated

2033/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2033/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1394/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10123/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2033/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την απόφαση 7/12-3-1975 του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας καταβάλλεται στο επιστημονικό αυτό προσωπικό επίδομα υπολογιζόμενο επί του βασικού μισθού, πλέον των προσαυξήσεων ευδοκίμου παραμονής εις τον αυτόν βαθμόν και του "ποσοστού εξισώσεως" εκ 30% από του βαθμού του δοκίμου οικονομολόγου μέχρι του βαθμού του οικονομικού αναλυτού και 40% για τους λοιπούς βαθμούς (άρθρο 9 παρ.1του ειδικού κανονισμού).

Keywords

AI generated
banking profession equivalence between university degrees financial, monetary or economic policy scientific and technical staff unemployment due to technical progress recognition of vocational training qualifications
AI generated
550/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2112/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3038/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1245/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/11/2011 αίτησή της.
2320/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
1233/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1530/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3474/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2016 αίτησή της.
1131/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2033 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2033/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγούλα Κούνη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1394/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10123/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/10/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας.

Επίσης, δεν παραβιάζεται η ίδια αρχή όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, δεν παρέχουν την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς την κύρια νομική βάση της αγωγής, με την οποία γίνεται επίκληση της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, τα εξής:

Τα άρθρα 1 και 2 του Οργανισμού της εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που έχει ισχύ συμβάσεως, καθορίζουν τις διευθύνσεις της αναιρεσίβλητης, στις οποίες έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες και εν γένει εργασίες αυτής, μεταξύ των οποίων είναι η διεύθυνση Διοικητικού και η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και ότι στη Διεύθυνση Διοικητικού υπάγεται και η Τεχνική Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης.

Το προσωπικό της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών και η εξέλιξή του διέπεται από τον παραπάνω Οργανισμό της αναιρεσίβλητης και τον ειδικό Οργανισμό της Διευθύνσεως οικονομικών μελετών και κανονισμού του προσωπικού αυτής, που και αυτός έχει ισχύ συμβάσεως. Στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ειδικού Οργανισμού και Κανονισμού διαγράφεται το έργο και τα ειδικά καθήκοντα του προσωπικού της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών και συγκεκριμένα σ' αυτό ανατίθεται η παρακολούθηση της ελληνικής και διεθνούς οικονομίας, η κατάρτιση μελετών και εκθέσεων οικονομικών θεμάτων, ιδία νομισματικών, συναλλαγματικών, πιστωτικών, παραγωγής και οικονομικής αναπτύξεως, οι γενικότερου οικονομικού ενδιαφέροντος δημοσιεύσεις της τράπεζας και η γνωμοδότηση από οικονομικής πλευράς, επί παντός ζητήματος, ως επί συμβάσεων, εκθέσεων, ανακοινώσεων και παντός συναφούς θέματος παραπεμπομένου σ' αυτήν υπό της Διοικήσεως ή των υπηρεσιών της Τράπεζας.

Οι διατάξεις του ιδίου ειδικού Οργανισμού και Κανονισμού ορίζουν ότι, στο επιστημονικό προσωπικό της διευθύνσεως αυτής υπάγονται οι υπάλληλοι οι κεκτημένοι πτυχίο μεταπτυχιακών σπουδών σε Πανεπιστημιακή ή άλλη ισότιμη ανώτατη σχολή οικονομικών επιστημών της ημεδαπής η αλλοδαπής και οι κεκτημένοι πτυχίο Πανεπιστημιακών ή ισοτίμων ανωτάτων σχολών οικονομικών επιστημών της ημεδαπής ή αλλοδαπής και εισελθόντες στη διεύθυνση μελετών κατόπιν εξετάσεων με ειδική μόρφωση και ιδιαίτερη επιστημονική επίδοση.

Σύμφωνα με την απόφαση 7/12-3-1975 του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας καταβάλλεται στο επιστημονικό αυτό προσωπικό επίδομα υπολογιζόμενο επί του βασικού μισθού, πλέον των προσαυξήσεων ευδοκίμου παραμονής εις τον αυτόν βαθμόν και του "ποσοστού εξισώσεως" εκ 30% από του βαθμού του δοκίμου οικονομολόγου μέχρι του βαθμού του οικονομικού αναλυτού και 40% για τους λοιπούς βαθμούς (άρθρο 9 παρ.1του ειδικού κανονισμού).

Με την 9/12-5-1989 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης το ανωτέρω επιστημονικό επίδομα αυξήθηκε κατά 30% με τις ειδικότερες ως άνω διακρίσεις του άρθρου 9 του ειδικού κανονισμού λόγω "δικαίας αναγνώρισης" της επιστημονικής συμβολής του προσωπικού της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών, δηλαδή αυξάνεται σε 39% επί του βασικού μισθού στους έχοντες βαθμό από του Δοκίμου Οικονομολόγου μέχρι του βαθμού του Οικονομικού Αναλυτού και σε 52% επί του βασικού μισθού στους έχοντες βαθμό άνω του βαθμού του Οικονομικού Αναλυτού.

Είναι καταφανές ότι το τελευταίο χορηγηθέν αυξημένο ποσοστό του επιστημονικού επιδόματος στους πτυχιούχους υπαλλήλους(Οικονομολόγους) που υπηρετούν στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών αποτελεί οικειοθελή παροχή της αναιρεσίβλητης λόγω της "δικαίας αναγνώρισης" της επιστημονικής συμβολής τους. Ο αναιρεσείων που είναι κάτοχος διπλώματος Μηχανολόγου- Ηλεκτρολόγου του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα την 1-9-1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος επί συμβάσει.

Στις 28-12-1971 έγινε ανανέωση της συμβάσεώς του και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της αναιρεσίβλητης με το βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου και εξελίχθηκε διαδοχικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη Προϊσταμένου Τεχνικού Κλάδου, τον οποίο κατέχει από 1-1-1983 και ήδη από 1-7-1989 λαμβάνει, όπως όλοι οι πτυχιούχοι υπάλληλοι ανωτάτων σχολών το επίδομα επιστημονικής απόδοσης σε ποσοστό 25% επί του βασικού του μισθού (κλιμακίου).

Ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να λαμβάνει το επίδομα σε ποσοστό 52% επί του βασικού του μισθού το οποίο η αναιρεσίβλητη χορηγεί ( με βάση τις 7/12-3-1975 και 9/12-5-1989 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της) στους οικονομολόγους της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας, που έχουν το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από το χρόνο που το χορήγησε σ' αυτούς και διαφορετικά από 5-9-1995 κατά τους κανόνες της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Και τούτο " γιατί είναι διάφορες οι συνθήκες εργασίας των δύο ομάδων υπαλλήλων, οικονομολόγων και τεχνικών, στους οποίους περιλαμβάνεται ο αναιρεσείων, όπως και η κατηγορία στην οποία ανήκουν, αφού δεν παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τους ίδιους όρους και συνθήκες και στον ίδιο κλάδο, αν ληφθεί υπόψη ότι ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί στην Τεχνική Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, ασκώντας τα καθήκοντα του Μηχανολόγου.

Οι δύο ομάδες υπαλλήλων απαρτίζονται από δύο διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων οι οποίοι απασχολούνται σε διαφορετικό κλάδο και δεν παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες. Η κατηγορία των Οικονομολόγων ασχολείται κυρίως με την κατάρτιση οικονομικών μελετών, εντάσσεται δε σε ιδιαίτερη διεύθυνση, ήτοι τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών, που διέπεται από ειδικό οργανισμό και κανονισμό, ενώ ο αναιρεσίβλητος ανήκει στην κατηγορία των Τεχνικών, ενταχθείς στον Τεχνικό Κλάδο με εντελώς διαφορετικό αντικείμενο.

Δικαιολογείται επομένως κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω η απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να λάβει, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, το πιο πάνω καταβαλλόμενο στους οικονομολόγους της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της αναιρεσίβλητης επίδομα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την εφαρμογή ή όχι στην προκείμενη περίπτωση της αρχή της ίσης μεταχείρισης και δεν κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της κύριας νομικής βάσης της αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με την υπ' αριθ. 36/1971 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 1731/105.12-1-1972 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας "στους υπηρετούντες στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα υπαλλήλους και κεκτημένους κατά το διορισμό των ή κτωμένους μετ' αυτόν Πτυχίον Ανωτάτης Πανεπιστημιακής Σχολής ημεδαπής ή ισοτίμου Ανωτάτης Σχολής της ημεδαπής ή αλλοδαπής, αναγνωρίσθηκε πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων ετών, προσμετρούμενος στον κατεχόμενο βαθμό, για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξή των και χορηγήθηκε στους υπαλλήλους αυτούς από 1-1-1972 επίδομα επιστημονικής αποδόσεως εκ ποσοστού 5% επί του βασικού μισθού των"(παρ. 1 και 8).

Στη συνέχεια, με την 28/1975 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 31244/5666.4-7-1975 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως ορίσθηκε ότι το εις τους πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών Υπαλλήλους Τραπεζών, χορηγούμενο επίδομα επιστημονικής αποδόσεως εκ ποσοστού 5% επί του βασικού μισθού αυξάνεται εν συνόλω σε ποσοστό 10% από της ισχύος της παραπάνω υπουργικής αποφάσεως και σε ποσοστό 15% από 1-1-1976 και εφεξής, ότι για τους εκ των ανωτέρω πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών κατόχους και προσθέτου τίτλου σπουδών (ΜΑSΤΕR) ή διδακτορικού διπλώματος (DOCTORA), το ήδη χορηγούμενο επίδομα εκ ποσοστού 5% αυξάνεται εν συνόλω από της ισχύος της παραπάνω υπουργικής απόφασης σε ποσοστό 12% και 15%, από δε 1-1-1976 και εφεξής σε ποσοστό 17% και 20% αντιστοίχως (παρ.1).

Ακολούθως, με την από 4-8-1982 ΕΣΣΕ Τραπεζών και ΟΤΟΕ (ΦΕΚ 601/Β/19-8-1982) θεσπίσθηκε από 1-1-1982 Ενιαίο Μισθολόγιο για τον καθορισμό της αμοιβής του προσωπικού των Τραπεζών και οριστικοποιήθηκε η διάκριση μεταξύ πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών και των κατόχου πρόσθετου τίτλου σπουδών. Το καταβαλλόμενο στους πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών επιστημονικό επίδομα αυξήθηκε διαδοχικά α) με την υπ' αριθ. 22/80 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 12040/8-3-1980 απόφαση του Υπουργού Εργασίας κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες(αρ.4), β) με την από 12-1-1983 ΕΣΣΕ Τραπεζών-ΟΤΟΕ(ΦΕΚ 69/Β//2-2-1981) από 1-1-11981 κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες (αρ. 5), γ) με την από 13-4-1989 ΕΣΣΕ των Τραπεζών (ΦΕΚ 295/Β/25-4-1989) από 1-7-1989 κατά 25%, που δεν υπερβαίνει όμως σε καμία περίπτωση τις πέντε(5) ποσοστιαίες μονάδες, πάνω από το ήδη καταβαλλόμενο δηλαδή από 10% σε 12,5% και από 4% σε 45% (άρθρο 4) και δ) με την από 24-4-1996 ΣΣΕ ΟΤΟΕ-Τραπεζών ορίστηκε ότι το επιστημονικό επίδομα που καταβάλλεται στους κατόχους διδακτορικού τίτλου Ελληνικών Πανεπιστημίων ή αναγνωσμένου ισοτίμου αλλοδαπών Πανεπιστημίων αυξάνεται σε 40% επί του βασικού μισθού (κλιμακίου) του ΕΜ.

Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ισχύοντες όροι και προϋποθέσεις χορήγησης αυτού του επιδόματος. Έτσι με βάση τις ως άνω ΣΣΕ, ΕΣΣΕ και ΔΑ το καταβαλλόμενο στους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης επίδομα επιστημονικής απόδοσης διαμορφώθηκε για τους πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών από 1-7-1989 σε 25% επί του βασικού μισθού (κλιμακίου) του Ειδικού Μισθολογίου, για τους κατόχους πτυχίου ΜΑSΤΕR από 1-7-1989 σε 35% επί του βασικού μισθού(κλιμακίου) του Ειδικού Μισθολογίου και στους κατόχους πτυχίου DOCTORA από 1-1-1996 σε 40% επί του βασικού μισθού (κλιμακίου) του Ειδικού Μισθολογίου.

Ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι το πτυχίο Μηχανολόγου-Ηλεκτρολόγου του Ε.Μ.Π. που κατέχει είναι ισότιμο προς τον τίτλο σπουδών ΜΑSTER των Βρετανικών Πανεπιστημίων, ζητεί με την αγωγή κατά την επικουρική βάση της, να καταβληθεί σ' αυτόν ποσοστό 35% επί του βασικού μισθού του. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείντος και κατά επικουρική της βάση ως αβάσιμη κατά νόμο, γιατί δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι είναι κάτοχος πτυχίου ΜΑΣΤΕΡ, όπως απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις των ΣΣΕ, ΕΣΣΕ και ΔΑ για τη χορήγηση του επιδόματος επιστημονικής απόδοσης σε αυξημένο ποσοστό 35% και αφού τούτο προβλεπόμενο και από τον έχοντα ισχύ συμβάσεως τροποποιηθέντα Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό της Βαθμολογικής Τάξεως των υπαλλήλων στο άρθρο 16 παρ.

ΙV χορηγείται με την ίδια προϋπόθεση. Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα στοιχεία δεν θεμελιώνουν ισοτιμία του τίτλου βασικών σπουδών του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου που αυτός κατέχει με τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ΜΑΣΤΕΡ των Βρετανικών Πανεπιστημίων ή Πανεπιστημίων της αλλοδαπής που εφαρμόζουν το αγγλοσαξωνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε να δύναται να χαρακτηριστεί ως κάτοχος τίτλου ΜΑΣΤΕΡ και να δικαιούται κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του αυξημένου ποσοστού επιστημονικού επιδόματος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των ΣΣΕ, ΕΣΣΕ και ΔΑ, που προβλέπουν τη χορήγηση του επιστημονικού επιδόματος αυξημένου σε ποσοστό 35%, ούτε τις διατάξεις του ν. 741/1977, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του με τους ν. 1566/1985 και 2158/1993. Για την χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος επιστημονικής απόδοσης σε αυξημένο ποσοστό 35% απαιτείται πράγματι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω ΣΣΕ, ΕΣΣΕ και ΔΑ, να κατέχει ο υπάλληλος μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ΜΑΣΤΕΡ, αναγνωρισμένο από την Ελληνική Πολιτεία και δεν αρκεί το γεγονός ότι ο κατεχόμενος από αυτόν τίτλος είναι στην πραγματικότητα ισότιμος με τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών.

Εξάλλου οι διατάξεις του ν. 741/1977, όπως τροποποιήθηκαν, δεν εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, γιατί αυτές ρυθμίζουν τη διαδικασία για την αναγνώριση τίτλου σπουδών εκπαιδευτικού ιδρύματος της αλλοδαπής ως ισοτίμου και αντιστοίχου με συγκεκριμένο πτυχίο ελληνικού Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και όχι το αντίστροφο, δηλαδή αναγνώριση της ισοτιμίας ελληνικού πτυχίου με πτυχίου αλλοδαπού Πανεπιστημίου.

Μετά από όλα αυτά, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως , από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει ο προταθείς ισχυρισμός να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι να είναι νομικά αδιάφορος. Στην προκείμενη περίπτωση ,ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αριθ. 8, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του σχετικά με το επιστημονικό του έργο, τις μελέτες του και τους λόγους για τους οποίους το πτυχίο του είναι ισότιμο με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ΜΑΣΤΕΡ των Βρετανικών Πανεπιστημίων. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και είναι νομικά αδιάφοροι , αφού με όλα όσα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων, χωρίς να κατέχει, όπως προαναφέρθηκε, πτυχίο αναγνωρισμένο από την ελληνική Πολιτεία ως ισότιμο με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ΜΑΣΤΕΡ, δεν μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμά του για λήψη του αυξημένου επιδόματος επιστημονικής απόδοσης . Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη προταθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων καθώς και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, για έλλειψη νόμιμης βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και όχι να απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής καθώς και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της ίδιας νομικής βάσης της αγωγής του, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, αφού όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή κατά την επικουρική της νομική βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 709/9-6-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 10123/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ