Legislator Case Law & Legislation
2032/2019 AI generated

Supreme Court quashes lower court conviction for unpaid wages due to lack of specific and reasoned justification in the judgment.

Case Number 2032/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the lower court's conviction for unpaid wages because the judgment lacked specific and reasoned justification. The defendant argued that the decision failed to properly apply criminal law provisions regarding wage arrears. Consequently, the prosecution was permanently suspended for the specific months of October and November 2011, while the case was remitted for a new trial on remaining charges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: A criminal conviction must be set aside if the lower court fails to provide specific and reasoned justification for its decision, as required by law.

Keywords

AI generated
lack of reasoned justification unpaid wages conviction criminal appeal procedure specific justification requirement remittal for new trial

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraphs 2, 3 and 474 paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item D' of the Code of Criminal Procedure
Article 28 of Law 3996/2011
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 10 of Law 3198/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2032 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2032/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΗΤ 2522/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.10.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1556/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, β) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την πράξη της μη καταβολής αποδοχών, κατά το μέρος που φέρεται τελεσθείσα στην … στις 31.10.2011 και 30.11.2011, σε βάρος της Μ. Μ. και 3) να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, από 22-10-2019, αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. ΗΤ 2522/30-09-2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής στις 02-10-2019 και η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 22-10-2019 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρα 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 3 ΚΠοινΔ, όπως ισχύουν μετά τον Ν. 4620/2019, αφού η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε μετά την 1-7-2019), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 3996/2011 κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 και 94 του ΠΚ, προκύπτει ότι η εξειδίκευση του χρόνου τέλεσης των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν για μία ή περισσότερες πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα τέλεσης καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, ή όταν συντρέχει λόγος απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανέγκλητου κλπ.

Εξάλλου, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί o προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους ή μνεία τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να αναφέρεται στην απόφαση ή να συνάγεται με βεβαιότητα από το περιεχόμενο του σκεπτικού της ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε (στο σύνολο τους, και όχι αποσπασματικά) για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής ή αθωωτικής κρίσης του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο μερικά από αυτά επιλεκτικά.

Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ή δεν είναι βέβαιο ότι εκτίμησε στο σύνολο τους κάποιο ουσιώδες και κρίσιμο έγγραφο που αναγνώστηκε ή μία σημαντική μαρτυρική κατάθεση. Αντίθετα, δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και στάθμισης ή αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Συνεπώς, για να μην υπάρχει η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠοινΔ), απαιτείται να μην περιέχονται στο σκεπτικό παραδοχές που δημιουργούν αμφιβολία ως προς το αν κάποια σημαντική μαρτυρική κατάθεση, με διαφορετικό ή αντίθετο περιεχόμενο από το τελικό αποδεικτικό πόρισμα και δυνατότητα ουσιαστικής συνεισφοράς στη διαμόρφωσή του, έχει ληφθεί υπόψη.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΗΤ 2522/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην Αθήνα, κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2011, με πρόθεση, ο εκκαλών παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945.

Συγκεκριμένα. ο εκκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος Δ.Σ. και Δ/νων Σύμβουλος) της εταιρείας με την επωνυμία "...>) (δ.τ. -... που βρίσκεται στη Ν. ... επί της οδού .... αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή την Μ. Μ. ως ιδιωτικό υπάλληλο κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2001 έως 31-12-2011, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι και τις 12-7-2012 τα κάτωθι χρηματικά ποσά που αφορούν: 1) δεδουλευμένες αποδοχές Οκτωβρίου 2011, ποσού 579,76 ευρώ, 2) δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2011, ποσού 446,93ευρώ, 3) δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011, ποσού 409,96 ευρώ, αν και της τα όφειλε.

συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας. Περαιτέρω, στην ... στις 31-12-2011 με πρόθεση, με την ιδιότητα του εργοδότη της Μ. Μ. κατά τα προαναφερόμενα- παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 καθόσον αν και στις 3 1-12-2011 υπεγράφη η καταγγελία σύμβασης εργασίας της ως άνω εργαζόμενης, δεν κατέβαλε σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της, ανερχομένης της τελευταίας στο ποσό των 630,87 ευρώ.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν με σαφήνεια από την κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος Μ. Μ.. Ωστόσο θα πρέπει να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 β ΠΚ, λόγω μη ταπεινών αιτίων, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας στην οποία περιήλθε.". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην ..., κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2011 με πρόθεση.

παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, o οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".

Συγκεκριμένα, ως νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος Δ.Σ. και Δ/νων Σύμβουλος) της εταιρείας με την επωνυμία "..." δ.τ. ... S.A."), που βρίσκεται στη ... επί της οδού ..., αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή την Μ. Μ. ως ιδιωτικό υπάλληλο κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2001 έως 31-12-2011, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι και τις 12-7-2012 τα κάτωθι χρηματικά ποσά που αφορούν: -1 δεδουλευμένες αποδοχές Οκτωβρίου 2011, ποσού 579,76€ -2 δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2011, ποσού 446,93€ -3 δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011, ποσού 409,96€, αν και της τα όφειλε.

συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας, Β) Στην ... στις 31/12/2011 με πρόθεση, ως εργοδότης της Μ. Μ. κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω (υπό στοιχείο Α του παρόντος), παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 σύμφωνα με τις οποίες "Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του v. 3904/2010 (Α'218), την καταβολή δεδουλευμένων.

την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές", καθόσον αν και στις 31-12-2011 υπεγράφη η καταγγελία σύμβασης εργασίας της ως άνω εργαζόμενης.

δεν κατέβαλε σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της, ανερχομένης της τελευταίας στο ποσό των 630,87€".

IV. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων απασχόλησε την εργαζομένη Μ.

Μ. ως ιδιωτική υπάλληλο και δεν κατέβαλε σ' αυτήν τα ποσά των 579,76 ευρώ (αποδοχές Οκτωβρίου 2011), 446,93 ευρώ (αποδοχές Νοεμβρίου 2011), 409,96 ευρώ (αποδοχές Δεκεμβρίου 2011) και 630,87 ευρώ (αποζημίωση απόλυσης), δηλαδή συνολικά 2.067,52 ευρώ. Στην παράθεση δε των αποδεικτικών μέσων, στο προοίμιο, μνημονεύεται και η κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, η οποία μάλιστα, παρακάτω, προσδιορίζεται και ονομαστικά.

Ωστόσο, από την επιτρεπτή (για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου) επισκόπηση των πρακτικών, στα οποία έχει καταχωρισθεί η μαρτυρική κατάθεση της Μ. Μ., προκύπτει ότι η φερόμενη ως παθούσα έχει καταθέσει τα ακόλουθα (αυτολεξεί, σελ. 2): "...Είχα εργοδότη τον κύριο Σ. Π.. Τον κύριο Κ. δεν τον γνώριζα. Ο κύριος Π.

ήταν ο εργοδότης μου. Αυτός όφειλε τα δεδουλευμένα μου. Μου οφείλει 2.250 ευρώ...". Είναι εμφανές ότι η προδήλως σημαντική και κρίσιμη αυτή μαρτυρική κατάθεση έχει περιεχόμενο που αντιφάσκει προς το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το οποίο εργοδότης της Μ. Μ. ήταν ο κηρυχθείς ένοχος αναιρεσείων Κ.

Κ. και το οφειλόμενο συνολικό ποσό ήταν 2.067,52 ευρώ. Κατά συνέπεια, δεν είναι βέβαιο, αν το δικαστήριο εκτίμησε στο σύνολό της την λόγω θεμελιώδους σημασίας μαρτυρική κατάθεση. Επομένως, είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

V. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β' , 370 εδ. β' (ήδη 368 στοιχ.β') και 511 εδ.α' και γ' του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δύο από τις μερικότερες πράξεις της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορουμένος, τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, φέρονται ότι τελέστηκαν τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 2011.

Συνεπώς, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινό τους λόγω παραγραφής, καθόσον συμπληρώθηκε οκταετία από τον χρόνο τέλεσής τους μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης (20-12-2019). VI. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και κρίνεται βάσιμος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Δ'), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα εις βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις ως άνω μερικότερες πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν με την μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2011 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς τις υπόλοιπες μη παραγραφείσες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση, για νέα συζήτηση, κατ' άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΗΤ 2522/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.-

Παύει οριστικά την κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ποινική δίωξη, για το ότι: "Στην …, κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο του έτους 2011 με πρόθεση. παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, o οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".

Συγκεκριμένα, ως νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος Δ.Σ. και Δ/νων Σύμβουλος) της εταιρείας με την επωνυμία "..." δ.τ. ... S.A."), που βρίσκεται στη ... επί της οδού ..., αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή την Μ. Μ. ως ιδιωτικό υπάλληλο κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2001 έως 31-12-2011, δεν κατέβαλε σ' αυτήν μέχρι και τις 12-7-2012 τα κάτωθι χρηματικά ποσά που αφορούν: -1 δεδουλευμένες αποδοχές Οκτωβρίου 2011, ποσού 579,76€ και -2 δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2011, ποσού 446,93€ αν και της τα όφειλε.

συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας".

-

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τις λοιπές μερικότερες αξιόποινες πράξεις κατά το αναιρούμενο περί καταδίκης μέρος τους, για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ