Legislator Case Law & Legislation
2032/2017 AI generated

2032/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2032/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2032/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 13-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2032 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2032/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. συζύγου Σ. Ρ., το γένος Κ. Σ. και 2) Σ. Ρ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μαυροειδή.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. χήρας Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βαγιάνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 2-12-2013 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5597/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4819/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 13-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός, και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.

Η σχέση που συνδέει τους δικαιούχους μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, με βάση την οποία ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ’ αυτόν. Σ’ αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ.

του ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό του (ΑΠ 1128/2017). Επί των καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό, εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, το οποίο επίσης διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.

Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, ορίζεται, ότι δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με το θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι του τελευταίου αυτών, οπότε η κατάθεση περιέρχεται σ’ αυτούς ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς η άλλου τέλους.

Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες και εφόσον έχει τεθεί ο πιο πάνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, εφόσον ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς (αν είναι περισσότεροι).

Επομένως, σε περίπτωση ανάληψης των χρημάτων, είτε εν όλω είτε εν μέρει, από ένα από τους λοιπούς συνδικαιούχους (μετά τον θάνατο ενός από τους καταθέτες), οι κληρονόμοι αυτού δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, (Α.Π. 1946/2014, 1782/2007, Α.Π. 1357/2007).

Μπορεί, όμως καθένας των λοιπών συνδικαιούχων να αξιώσει την αναλογία του από το αναληφθέν από τον άλλο ποσό, ή και ολόκληρο το ποσό, αναλόγως με την μεταξύ τους εσωτερική σχέση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει

η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Τέλος, επειδή, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύονται, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 100/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι μεταξύ τους συγγενείς και συγκεκριμένα η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι σύζυγος του αποβιώσαντος αδελφού της εναγομένης (ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων) Ν.

Σ.. Η ενάγουσα με το σύζυγο της, αμέσως μετά το γάμο τους, εγκαταστάθηκαν και διέμεναν μόνιμα, στην Αυστραλία, όπου είχαν αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα, στην οποία αναμίχθηκε μεταγενέστερα, για πολλά χρόνια, και ο αδελφός του τελευταίου, Η. Σ.. Το έτος 1976, οι δύο αδελφοί αγόρασαν από τη μητέρα τους, Μ.

Σ., αντί τιμήματος 1.000.000 δρχ., ένα ακίνητο (οικόπεδο μετά πεπαλαιωμένης κατοικίας) κείμενο στην Ηλιούπολη Αττικής, επί της οδού ..., στο οποίο ανέγειραν με κοινή δαπάνη τους τριώροφη οικοδομή, την οποία εκμίσθωναν, σε διάφορους μισθωτές. Λόγω της απουσίας των ανωτέρω στο εξωτερικό, τις σχετικές συμβάσεις μισθώσεως συνήπτε αρχικά ο πατέρας τους, Κ.

Σ., ενεργών ως πληρεξούσιος και αντίκλητος τους, εισέπραττε δε και τα αντίστοιχα μισθώματα και απέδιδε σε καθέναν το μέρος που του αναλογούσε. Στη συνέχεια, από το έτος 2002, τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων μίσθωσης ανέλαβε ο σύζυγος της αδελφής τους (πρώτη εναγομένη) Σ. Ρ. δικηγόρος Αθηνών (ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων) στον οποίο μάλιστα ο Ν.

Σ., λόγω της αδυναμίας του να επιμελείται των υποθέσεων του στην Ελλάδα, ένεκα της μόνιμης διαμονής του στην πόλη ... στην Αυστραλία, είχε χορηγήσει το υπ’ αριθμ. ....7.1993 πληρεξούσιο, με το οποίο τον κατέστησε γενικό και ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του, παρέχοντας σ αυτόν την εντολή και πληρεξουσιότητα να πράττει οτιδήποτε απαιτείται για την υποστήριξη και διαχείριση των υποθέσεών του στην Ελλάδα.

Στα πλαίσια αυτά, ο δεύτερος εναγόμενος, εισέπραττε και τα μισθώματα του παραπάνω ακινήτου και φρόντιζε για την απόδοση στους δικαιούχους των αναλογούντων μεριδίων τους. Στις 3/10/1996 ο Ν. Σ., κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του άνοιξε στο ... της Ελλάδος τον υπ’ αριθμ. ... κοινό διαζευκτικό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, διεπόμενο υπό του Ν.5638/1932, με συνδικαιούχους τον εαυτό του, τη σύζυγο του Χ.

Σ. (ενάγουσα) και την αδελφή του Π. Ρ. (εναγομένη). Στους γενικούς όρους της σύμβασης ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού, που είχε υπογράφει και αποδεχθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ο Ν. Σ., περιλήφθηκε και όρος του άρθρου 2 ν.5638/32 ότι "σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες".

Η εναγομένη, τέθηκε ως συνδικαιούχος του εν λόγω κοινού λογαριασμού, προκειμένου, να εξυπηρετεί τον παραπάνω αδελφό της και τη σύζυγο του στις οικονομικές συναλλαγές τους στην Ελλάδα, ένεκα της αδυναμίας αυτών για τούτο, λόγω της διαμονής τους στην Αυστραλία. Ειδικότερα, η είσοδος της εναγομένης ως συνδικαιούχου έγινε με την ειδικότερη συμφωνία να προβαίνει μόνο σε καταθέσεις χρημάτων και ιδίως των μισθωμάτων από το παραπάνω ακίνητο, που αναλογούσαν στον αδελφό της Ν.

Σ., τα οποία μάλιστα έλαβε τη ρητή εντολή να τα παραλαμβάνει από τον σύζυγο της (δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων) ο οποίος όπως προαναφέρθηκε τα εισέπραττε, και να τα καταθέτει στον εν λόγω κοινό λογαριασμό. Απεναντίας, αναλήψεις χρημάτων συμφωνήθηκε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να ενεργεί, παρά μόνο κατόπιν εντολής του ζεύγους και για συγκεκριμένο κάθε φορά λόγο (όπως πληρωμή φόρων, εξόδων ακινήτων κλπ) και η εναγομένη αποδέχθηκε ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα στον εν λόγω λογαριασμό.

Από τη συμφωνία αυτή που αφορά τη ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων των συνδικαιούχων του λογαριασμού, αναφορικά με την έκταση του δικαιώματος της εναγομένης επί του επίδικου λογαριασμού, προκύπτει ότι η εναγομένη δεν είχε δικαίωμα να κάνει χρήση του λογαριασμού (αναλήψεις), άνευ ρητής εντολής των ανωτέρω.

Έκτοτε ο παραπάνω λογαριασμός τροφοδοτήθηκε από τα μισθώματα του ακινήτου του Ν. Σ. στην Ηλιούπολη και από τα εισοδήματα αυτού και της ενάγουσας, από την εργασία τους στην Αυστραλία, τα οποία εισήγαγαν στην Ελλάδα. Απεναντίας η εναγομένη ουδέποτε κατέθεσε δικά της χρήματα στο εν λόγω λογαριασμό, όπως τούτο προκύπτει από την ομολογία της ιδίας που περιέχεται στην από 5/5/2007 εξώδικη απάντησή της προς την ενάγουσα, στην οποία αναφέρει "ουδέποτε ήμουν αποδέκτρια των χρημάτων του αδελφού μου και συζύγου σας αλλά τυπικά καταθέτρια αυτών".

Η εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου από τη Μ. Σ. στους γιούς της έγινε χωρίς αντάλλαγμα και έτσι, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και προς εξασφάλιση των γονέων τους, υπήρξε συμφωνία μεταξύ όλων των αδελφών να διατίθενται τα μισθώματα του παραπάνω ακινήτου για την κάλυψη των αναγκών των ηλικιωμένων γονέων τους και μετά το θάνατο του πατρός τους για τη γηραιά πεθερά της ενάγουσας και γι’ αυτό τέθηκε η εναγομένη ως συνδικαιούχος του λογαριασμού.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ ουσίαν. Ειδικότερα, συμφωνία μεταξύ των αδελφών (Ν., Η., εναγομένης), για την απόδοση των μισθωμάτων του παραπάνω ακινήτου στη μητέρα τους, προκειμένου να καλύπτει αυτή τις ανάγκες διαβίωσής της, δεν αποδείχθηκε από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Απεναντίας αποδείχθηκε ότι τα αναλογούντα στο μερίδιο του Ν.

Σ. χρήματα, από τα μισθώματα του παραπάνω ακινήτου ανήκαν και προορίζονταν για αυτόν και τη σύζυγο του (ενάγουσα) και για λογαριασμό αυτού εισπράττονταν και κατατίθεντο στον επίδικο κοινό λογαριασμό ... και ουδέποτε υπήρξε η επικαλούμενη από την εναγομένη οικογενειακή συμφωνία να διατίθενται τα μισθώματα του εν λόγω ακινήτου για τις ανάγκες της γηραιάς μητέρας των αδελφών...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Ν. Σ. απεβίωσε στις 28/9/2005 και κατέλιπε εκ διαθήκης κληρονόμους, τους δύο γιούς του, Κ. και Γ.. Μετά το θάνατο του ανωτέρω, η εναγομένη, χωρίς καμία εντολή από την ενάγουσα προέβη, στις 2/12/2005, στην εξόφληση του ανωτέρω κοινού λογαριασμού αναλαμβάνοντας το υπάρχον σε αυτόν, χρηματικό ποσό των 100.461,46 ευρώ...

Αυθημερόν μετέφερε το ποσό αυτό στον υπ’ αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που άνοιξε στην ίδια ως άνω τράπεζα, με συνδικαιούχος τον εαυτό της και την ενάγουσα. Ακολούθως, στις 14/6/2006, προέβη σε εξόφληση και του νέου κοινού λογαριασμού εισπράττοντας το ποσό των 100.461,46 ευρώ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανοίξας τον επίδικο κοινό λογαριασμό, Ν.

Σ. είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα κατά το άνοιγμα αυτού να διαληφθεί ρητός όρος στη σχετική σύμβαση, κατά τον οποίο "σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από συνδικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες". Εφόσον επομένως, είχε τεθεί ο ανωτέρω όρος, ο επίδικος λογαριασμός δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του Ν.

Σ., οι κληρονόμοι του οποίου αποξενώνονται πλήρως από την κατάθεση αυτή και το ποσό της περιήλθε αυτοδίκαια στους επιζώντες συνδικαιούχους ήτοι στην ενάγουσα και την εναγομένη, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση με τον κληρονομούμενο. Επομένως, στις επιζώσες συνδικαιούχους περιήλθε και το μέρος (1/3) του αποβιώσαντος Ν.

Σ. και καταρχήν η ενάγουσα δικαιούται, κατά το εκ του νόμου τεκμήριο, το 1/2 της ειρημένης κατάθεσης. Ενόψει όμως του ότι αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ειδική συμφωνία (εσωτερική σχέση) ρύθμισης του δικαιώματος των συνδικαιούχων στον επίδικο λογαριασμό και ειδικότερα ότι η εναγομένη δεν είχε κανένα δικαίωμα επί αυτού, αλλά είχε οριστεί συνδικαιούχος με σύμβαση εντολής, έχουσας το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ενάγουσα τυγχάνει αποκλειστική δικαιούχος του λογαριασμού αυτού.

Επομένως, η ενάγουσα έχει δικαίωμα αναγωγής εκ του νόμου, έναντι της εναγομένης, η οποία αντίθετα με τη εσωτερική σχέση των διαδίκων, άνευ εντολής συναίνεσης ή έγκρισης της ενάγουσας, ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή του αναληφθέντος ποσού των 100.461,46 ευρώ

. ...Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή και σύννομη, όταν διαλαμβάνει επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται σαφώς το εγγράφου και το περιεχόμενο του και εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος η προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου ... Κατ’ ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε το υποβληθέν αίτημα επίδειξης εγγράφων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, το ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέν ως άνω αίτημα έπασχε αοριστία...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος(ήδη αναιρεσείων), μετά το θάνατο του Ν. Σ., έπαυσε να αποδίδει στους εκ διαθήκης κληρονόμους αυτού (τέκνα του), το μερίδιο από το μισθώματα του ακινήτου της Ηλιούπολης που αντιστοιχούσε στον κληρονομούμενο πατέρα τους. Μάλιστα, κατήρτισε το από 14/3/2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως για την εκμίσθωση στον Γ.

Λ. του β’ ορόφου του ανωτέρω ακινήτου, με εκμισθωτή όμως μόνο τον Η. Σ., παραλείποντας να συμπεριλάβει στο μισθωτήριο και τα τέκνα της ενάγουσας, συγκυρίους κατά 25% έκαστος του παραπάνω ακινήτου. Ακολούθως, η ενάγουσα και τα τέκνα της υπέβαλαν καταγγελία στον ΔΣΑ σε βάρος του εναγομένου, βάσει της οποίας ασκήθηκε εναντίον του πειθαρχική δίωξη και το αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του επέβαλε, για αναξιοπρεπή και αντιδεοντολογική για δικηγόρο συμπεριφορά την πειθαρχική ποινή της παύσης τεσσάρων (4) μηνών από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.

Στη συνέχεια ο εναγόμενος απέστειλε στην ενάγουσα την από 24/9/2010 συστημένη επιστολή, στην οποία ανέφερε: "σας δηλώνω ότι προτίθεμαι να μεταφέρω τον πόλεμο, στην Αυστραλία, με καταγγελία στην εδώ Αυστραλιανή Πρεσβεία, για παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος μαύρου χρήματος- που αποκτήσατε με το σύζυγο σας από την εκμετάλλευση των επιχειρήσεών σας στην Αυστραλία, καθώς και των προσώπων που μετέφεραν αυτά στην Ελλάδα, προσκομίζοντας ως αποδεικτικό στοιχείο το φωτοαντίγραφο της κατάθεσης της Ελληνικής Τράπεζας ύψους 160.000 δολαρίων Αυστραλίας.

Εκτός αν προς της αναχωρησεώς σας για την Αυστραλία προβείτε εμπράκτως σε ανάκληση της καταγγελίας-αναφοράς προς ΔΣΑ και μηνύσεως. Όπως καλά γνωρίζετε το μίσος γεννά μίσος". Το περιεχόμενο της ανωτέρω καταφανώς απειλητικής επιστολής προκάλεσε τρόμο και ανησυχία στην ενάγουσα, η οποία θορυβήθηκε, στενοχωρήθηκε και δοκίμασε ψυχικό άλγος και επομένως υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία μετά από συνεκτίμηση όλων των κατά νόμο αναγκαίων στοιχείων, ήτοι αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τελέσεως του αδικήματος, το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας, η έκταση του ψυχικού και άλγους αυτής καθώς και η κοινωνική και οικονομική θέση των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο και δεν είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση-μεγαλύτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. ...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει νόμιμη και ουσία βάσιμη την αγωγή μόνο κατά το μέρος που αντιστοιχούσε στο κληρονομικό της δικαίωμα επί του θανόντος συγκαταθέτη συζύγου της, την έκανε δεκτή στο σύνολο της, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να της καταβάλουν τα ποσά των ευρώ 100.461,46 η πρώτη και 500 ο δεύτερος ,με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή, στον επίδικο κοινό λογαριασμό (που άνοιξε στις 3-10-1996), με συνδικαιούχους τον αποβιώσαντα στις 28-9-2005, σύζυγο της αναιρεσίβλητης, Ν.

Σ., την αναιρεσίβλητη και την πρώτη των αναιρεσειόντων, αδελφή του, η τελευταία τέθηκε ως συδικαιούχος, μόνο για να εξυπηρετεί τους λοιπούς δικαιούχους στις συναλλαγές τους στην Ελλάδα, ότι ουδέποτε κατέθεσε σ’ αυτόν δικά της χρήματα, ότι η είσοδος αυτής ως συνδικαιούχος έγινε με τη ρητή εντολή των λοιπών συνδικαιούχων την οποία και αποδέχθηκε, να προβαίνει μόνο σε καταθέσεις σ’ αυτόν ενώ ουδέν δικαίωμα είχε σε αναλήψεις, παρά μόνο κατόπιν ρητής εντολής και της αναιρεσίβλητης και για συγκεκριμένο λόγο, κάθε φορά και ότι η ειδική αυτή συμφωνία ίσχυε και μετά τον θάνατο του συζύγου της τελευταίας, κατά παράβαση της οποίας η πρώτη των αναιρεσειόντων εισέπραξε ολόκληρο το ποσό από το κοινό λογαριασμό, δικαιολογούν την επιδίκαση του ποσού αυτού στην αναιρεσίβλητη.

Η με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 (η επικαλούμενη παρ. 3 αυτού οφείλεται σε παραδρομή, αφού δεν υφίσταται τέτοια παράγραφος) του νόμου 5638/1932, συνιστάμενη (κατ’ εκτίμηση) και σε νομική αοριστία του αγωγικού δικογράφου, λόγω μη αναφοράς στην αγωγή της αναιρεσίβλητης και μη αποδοχής από την προσβαλλόμενη απόφαση, της κυριότητας της τελευταίας επί των χρημάτων του επίδικου λογαριασμού, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον η διεκδίκηση του εκ του κοινού λογαριασμού ποσού από ένα από τους κοινούς καταθέτες, εξαρτάται από την εσωτερική σχέση, ήτοι την ειδική συμφωνία ρύθμισης των δικαιωμάτων των συνδικαιούχων στο εν λόγω ποσό και όχι από την κυριότητά τους επ’ αυτών, η οποία άλλωστε, με την κατάθεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 και 830 ΑΚ, περιέρχεται στην Τράπεζα, όπου τηρείται ο λογαριασμός (ΑΠ 96/2017).

Επομένως, ο λόγος είναι αβάσιμος. Από τις ανωτέρω παραδοχές εξάλλου προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατά τρόπο που καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Η με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υπό τα στοιχεία 2.1,2.1.1,2.1.2 και 2.1.3, επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγω επικαλούμενης αντίφασης της παραδοχής της προσβαλλόμενης, ότι ο επίμαχος λογαριασμός τροφοδοτήθηκε από τα μισθώματα του ακινήτου του Ν. Σ. στην Ηλιούπολη και από τα εισοδήματα αυτού και της αναιρεσίβλητης από την εργασία τους στην Αυστραλία, σε σχέση με τα (κατ’ εκτίμηση των αναιρεσειόντων) εκτιθέμενα στην έφεση της αναιρεσίβλητης και στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την προέλευση των χρημάτων, είναι απαράδεκτη και δεν στοιχειοθετεί τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Δοθέντος ότι με αυτόν (559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) ελέγχεται η αντίφαση στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης, ήτοι στο αποδεικτικό της πόρισμα και όχι η τυχόν αντίθεση αυτού με τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Με τις υπό στοιχεία 2.2 και2.3 περιεχόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο, ειδικότερες αιτιάσεις τους, οι αναιρεσείοντες, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι, α) απέρριψε ως απαράδεκτο με εσφαλμένη αιτιολογία το αίτημά τους για προσκόμιση των φορολογικών δηλώσεων της αναιρεσίβλητης και β) κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως αληθινούς τους ισχυρισμούς της ως προς την αγορά του οικοπέδου στην Ηλιούπολη Αττικής, αντί να δεχθεί τους δικούς τους.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, η μεν υπό στοιχείο α’ , διότι αναφέρεται στις δικονομικές και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 450, 451 ΚΠολΔ και η υπό στοιχείο β’ , εφόσον οι αναιρεσείοντες, με την κατ’ επίφαση επίκληση της από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειας, επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, η περιεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπό στοιχείο 2.4 ειδικότερη αιτίαση, που αφορά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την ηθική βλάβη που προξενήθηκε στην αναιρεσίβλητη από την συμπεριφορά του δεύτερου των αναιρεσειόντων, με την οποία, κατ’ επίκληση της ίδιας πλημμέλειας μέμφονται το Εφετείο διότι εσφαλμένα έκρινε ότι η επιστολή που ο τελευταίος της απηύθυνε της προκάλεσε τρόμο και ανησυχία, είναι απαράδεκτη, εφόσον και πάλι με την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, επιχειρείται απαράδεκτα να επανακριθεί η ουσία της υπόθεσης (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση των, Π. Ρ. και Σ. Ρ. για αναίρεση της 4819/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ