Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to prove prior valid proposal of the ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four appellants against a Court of Appeal decision regarding libelous publications. The appellants argued the lower court erred by failing to consider the appellant's objection regarding the purpose of defamation, claiming this objection was not properly raised. The court held that the appeal ground was inadmissible because the appellants failed to demonstrate that the specific objection was legally proposed in the original trial. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the appellant fails to prove the specific objection relied upon was legally proposed in the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2032 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2032/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Φ., 3) Χ. Μ., κατοίκων ..., 4) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΠ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΠ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα (ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με δ.τ "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΕ"), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ., Μητροπολίτη Ιεράς Μητρόπολης Τριφυλίας και Ολυμπίας, κατά κόσμον Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/3/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1634/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 19/11/2013 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 9/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο, να παραστεί στο δικαστήριο για εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.
ΑΠ 13/2008). Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1980/2014, ΑΠ 1852/2007).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§1-3 ΚΠολΔ όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1 και 3 και 120 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφα τους την ακριβή διεύθυνσή τους. Κάθε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο.
Η επίδοση δε εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής απόφασης, είναι έγκυρη, όταν γίνει στην κατά το άρθρο 119 Κ.Πολ.Δ. αναφερομένη διεύθυνση και αν ακόμα ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον αυτός δεν είχε δηλώσει κατά τον περιοριστικώς ως άνω οριζόμενο τρόπο μεταβολή αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με κλήση του αναιρεσιβλήτου, φέρεται προς συζήτηση η από 10-12-2012 αίτηση για αναίρεση της 1/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, μετά την έκδοση της 1634/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης για το λόγο ότι ο εκπροσωπήσας στο Δικαστήριο τον 2° αναιρεσείοντα δικηγόρος Ι.
Κ. δεν απέδειξε την πληρεξουσιότητα του με την προσκόμιση σχετικού πληρεξουσίου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο (22-9-2014) οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι νομότυπα κλητεύθηκαν από τον επισπεύδοντα αναιρεσίβλητο με επίδοση (θυροκόλληση) σ' αυτούς αντιγράφου της κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης την 22-9-2014 στη διεύθυνση που αυτοί είχαν δηλώσει στην αίτησή τους, όπως αυτό προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 1720Η, 1721Η, 1722Η και 1723Η/21-7-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.
Μ., και τις συνημμένες σ' αυτές με την ίδια ημερομηνία αποδείξεις παραλαβής του αρμοδίου Α.Τ Καλλιθέας και βεβαιώσεις κατάθεσης συστημένων επιστολών στα ΕΛΤΑ Καλλιθέας. Επομένως, και όσον αφορά τον απολιπόμενο 2° αναιρεσείοντα Ι. Φ., εφόσον από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει η χορήγηση από αυτόν προς τους υπογράψαντες την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρους Ιωάννη Προύντζο και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη πληρεξουσιότητας προς άσκησή της πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί ως προς αυτόν απαράδεκτη.
Όσον όμως αφορά τους 1° 3° και 4η των αναιρεσειόντων και με δεδομένο ότι η συνδέουσα αυτούς με τον 2° αναιρεσείοντα σχέση είναι αυτή της απλής ομοδικίας, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν αυτοί να είναι παρόντες.
Με την από 15-3-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις κατά της 97/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Με την Πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες (η 4η αναιρεσείουσα ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης της 4ης εναγομένης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") να καταβάλουν σ' αυτόν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 39.970 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). II) Κατά το άρθρο μόνο παρ 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων" ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός (συντάκτης) είναι άγνωστος στον εκδότη ή στον διευθυντή σύνταξης του εντύπου.
Καθιερώνεται δηλαδή με τις ανωτέρω διατάξεις γνήσια αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου και αν πρόκειται για ιδιοκτήτη νομικό πρόσωπο των φυσικών προσώπων που εκφράζουν τη βούλησή του, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχει η κατά τα ανωτέρω υποκειμενική ευθύνη στο πρόσωπο του συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος στο πρόσωπο του εκδότη ή του διευθυντή σύνταξης του εντύπου (ΑΠ 653/2001, ΑΠ 899/2001).
Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι αυτές αναφέρονται στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος, στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου ή στον εκδότη, αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη. Τα εν λόγω πρόσωπα εξακολουθούν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 57-59,914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 επ.
Π.Κ. Στην παρ 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ 4 του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από πράξη που τελέστηκε δια του τύπου ορίζεται, κατά την κρίση του δικαστή όχι κατώτερη των 10.000.000 δρχ. (ήδη 29.347,03 ευρώ) για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης.
Ο καθορισμός από το νόμο ελαχίστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης έχει ως σκοπό να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες λόγω της μεγάλης δημοσιότητας προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους και είναι σύμφωνος προς την επιταγή του άρθρου 2 παρ 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1691/2002).
Περαιτέρω από τα άρθρα 57 εδ α, 59 εδ α και 932 Α.Κ, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361, 362, 363 και 367 Π.Κ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα ( άρθρο 2 παρ. 1) πλέγμα των αξιών που απαρτίζουν την ηθική υπόσταση του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην προστατευόμενη, από το Σύνταγμα ( άρθρα 5 παρ 2 και 9 παρ 1 ), από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, ν.δ. 53/1974 άρθρο 8) και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ, ν. 2462/1997 άρθρα 17 και 22), τιμή του ή την υπόληψή του και μάλιστα εκείνη που σχετίζεται με την ιδιωτική ή την επαγγελματική ή την οικογενειακή ζωή του, με συκοφαντία ή δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Σε περίπτωση που η προαναφερόμενη προσβολή υπήρξε και υπαίτια, το Δικαστήριο μπορεί επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Ο άδικος όμως χαρακτήρας της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση, όχι όμως με συκοφαντική δυσφήμηση, αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Τέτοιο ενδιαφέρον απορρέει και από την, προστατευόμενη από το Σύνταγμα ( άρθρο 14 ), από την ΕΣΔΑ ( άρθρο 10) και από το ΣΔΑΠ (άρθρο 19), ελευθερία του τύπου, όσον αφορά τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων, ιδίως δε αυτών που ασκούν δημόσιο λειτούργημα και κατέχουν αξιώματα, διότι ευλόγως ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο.
Παρέπεται ότι μέσα στα πλαίσια αυτά επιτρέπεται η δια του τύπου δημοσίευση προς πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, δυσμενών κρίσεων ή μειωτικών αξιολογήσεων, ακόμη και με οξεία κριτική των προβεβλημένων ως άνω προσώπων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή κατέχουν δημόσιο αξίωμα. Η προαναφερόμενη άρση του άδικου χαρακτήρα της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση αίρεται, αν από τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή καταφρόνησης από τον προσβολέα έναντι του προσβαλλομένου (ΑΠ 72/2004, ΑΠ 854/2002, ΑΠ 167/2000).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Ill) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στις αρχές Ιανουαρίου 2007 συνελήφθη στη Σπάρτη αυτοκινητιστής, κατά του οποίου ασκήθηκε από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης ποινική δίωξη για εμπορία ναρκωτικών και κλήθηκε από την Ανακρίτρια Σπάρτης να απολογηθεί για την παραπάνω πράξη. Μετά την απολογία του, η ανωτέρω Ανακρίτρια, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη της Εισαγγελέα, αφού εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, έκρινε ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου και με σχετική διάταξή της του επέβαλε περιοριστικούς όρους...
Κατά τον ως άνω χρόνο (Ιανουάριος του 2007) ο ενάγων... ο οποίος τυγχάνει κληρικός, υπηρετούσε ως Αρχιμανδρίτης, Πρωτοσύγκελος στην Ιερά Μητρόπολη Μονεμβασίας.... Στις 8-1-2007 ο ενάγων, ο οποίος γνώριζε τον ανωτέρω κατηγορούμενο ως επαγγελματία αυτοκινητιστή, προσήλθε αυτοβούλως ενώπιον της παραπάνω Ανακρίτριας και κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισής του για την προσωπικότητά του.
Περαιτέρω, η τέταρτη εναγόμενη... εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας με τον τίτλο "ESPRESSO ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", η οποία εκδίδεται στον Περισσό Αττικής, ενώ ο πρώτος εναγόμενος... είναι δημοσιογράφος και αρθρογραφεί στην άνω εφημερίδα, ο εναγόμενος (δεύτερος ...) είναι εκδότης αυτής και ο τρίτος εναγόμενος ...
γενικός διευθυντής της. Με αφορμή την πιο πάνω κατάθεση του ενάγοντος στην Ανακρίτρια, ο πρώτος εναγόμενος δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα του υπ' αριθ. 300 φύλλου της ανωτέρω εφημερίδας, που κυκλοφόρησε την 14η Ιανουαρίου 2007, άρθρο με τον τίτλο, "Σάλος στη Σπάρτη για μια πρωτοφανή (η λέξη εκτυπωμένη με έντονα μαύρα τυπογραφικά στοιχεία) υπόθεση με πρωταγωνιστή 35χρονο ταξιτζή.
Ο πρωτοσύγκελος "αθώωσε" τον έμπορο χασίς (η φράση εκτυπωμένη με μεγάλα, μαύρα και έντονα τυπογραφικά στοιχεία). Έξαλλος ο μητροπολίτης κ. Ε. και οργή από τα στελέχη της τοπικής αστυνομίας. Δικηγόρος του κατηγορουμένου ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου". Επίσης, ο ως άνω δημοσιογράφος δημοσίευσε στην πέμπτη σελίδα του ίδιου φύλλου πεντάστηλο άρθρο με τίτλο, εκτυπωμένο με μεγάλα, μαύρα και έντονα τυπογραφικά στοιχεία: "ΣΑΛΟΣ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ.
Έμπορος χασίς με ιερό και όσιο υπερασπιστή" και υπότιτλο: "Κατηγορούμενος για ναρκωτικά αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους ύστερα και από την κατάθεση αρχιμανδρίτη". Στην πρώτη στήλη του πιο πάνω δημοσιεύματος αναγραφόταν η επίμαχη περικοπή με το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΣΑΛΟ και αναστάτωση για τον τρόπο απονομής της Δικαιοσύνης έχει προκαλέσει στην κλειστή κοινωνία της Σπάρτης η αιφνιδιαστική ενέργεια αρχιμανδρίτη και υποψήφιου μητροπολίτη να καταθέσει υπέρ ατόμου που συνελήφθη για εμπόριο ναρκωτικών.
Την προηγούμενη Δευτέρα ο συλληφθείς, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του ταξιτζή, αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο ανακριτής επηρεάστηκε από την κατάθεση του πρωτοσύγκελου της Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης...". Εξάλλου, στο υπ' αριθ. 302 φύλλο της ίδιας εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στις 28-1-2007, ο ανωτέρω πρώτος εναγόμενος δημοσιογράφος επανέρχεται στο θέμα της προαναφερόμενης κατάθεσης του ενάγοντος με εξάστηλο δημοσίευμα στην όγδοη σελίδα με τον τίτλο (εκτυπωμένο με μεγάλα, μαύρα και κόκκινα, έντονα γράμματα): "Σεισμός στη Σπάρτη για τον αρχιμανδρίτη και το χασίς" και με υπότιτλο: "Σούσουρο και οργή μετά την αποκάλυψη για την κατάθεση υποψήφιου δεσπότη υπέρ κατηγορούμενου ταξιτζή" και με περιεχόμενο και τις ακόλουθες επίμαχες περικοπές: "ΤΟ ΦΥΣΑΕΙ και δεν κρυώνει αρχιμανδρίτης και πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης, όπως είχε αποκαλύψει η "Espresso της Κυριακής" στις 14 Ιανουαρίου, κατέθεσε στην ανακρίτρια Σπάρτης προκειμένου να μην προφυλακισθεί κατηγορούμενος συμπολίτης του για εμπόριο ναρκωτικών.
Το πρωτοφανές περιστατικό, που αποτελεί σκάνδαλο και συνειρμικά παραπέμπει τις υποθέσεις των παραεκκλησιαστικών και παραδικαστικών υποθέσεων του 2004, έχει λάβει πανελλήνια διάσταση και -σύμφωνα με τις πληροφορίες μας - απασχόλησε τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, αλλά έφτασε στα αυτιά και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γιώργου Σανιδά.
Κι αυτό γιατί ο εν λόγω άγαμος ιερωμένος προορίζεται, κατά δήλωση και του ίδιου του μητροπολίτη της πόλης Ε., για επίσκοπος Τριφυλίας, διαδεχόμενος τον παραιτηθέντα προσφάτως λόγω γήρατος Σ.... Εάν συνυπολογιστούν και "όλα τα άλλα περίεργα" που έχουν φτάσει στην Αρχιεπισκοπή για τον "ελαφρόμυαλο", όπως τον χαρακτηρίζουν πολλοί στη Σπάρτη, αρχιμανδρίτη, τότε η στέψη του στη Μεσσηνία θα περάσει από πολλά κύματα μέχρι να υλοποιηθεί...".
Επίσης, αναφερόμενο σε προηγηθείσα, σχετική με τη σύλληψη του αυτοκινητιστή, ανακοίνωση του Συλλόγου Ιδιοκτητών ΤΑΞΙ Σπάρτης, το ως άνω δημοσίευμα διαλαμβάνει τα εξής: "... Επίσης, στην ανακοίνωσή του ο σύλλογος, αφού τονίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των μελών του αποτελείται από έντιμους οδηγούς που παλεύουν με κινδύνους για το μεροκάματο, καταλήγει: "Ουδεμία σχέση είχε ο εν λόγω αυτοκινητιστής με τον κληρικό, παρά μόνον πατρική σχέση που είχε αναπτυχθεί από τη φύση της δουλειάς του".
Προκαλεί έκπληξη αυτή η αναφορά, αφού στο ρεπορτάζ μας δεν υπονοήσαμε καν κάτι διαφορετικό. Εκτός εάν οι συμπαθείς ταξιτζήδες της Σπάρτης υποψιάζονται κάτι άλλο πέρα από αυτό που πραγματικά συνδέει το μέλος τους με τον αρχιμανδρίτη...". Τα παραπάνω γεγονότα που αναφέρονται στα εν λόγω δύο δημοσιεύματα περιέχουν αληθινά γεγονότα για τον ενάγοντα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός προσήλθε αυτοβούλως ενώπιον της ανακρίτριας Σπάρτης, προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορούμενου για εμπορία ναρκωτικών αυτοκινητιστή.
Επίσης, είναι αληθές ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος μετά την απολογία του αφέθηκε ελεύθερος με τους προαναφερόμενους περαστικούς όρους, με τη σύμφωνη γνώμη ανακρίτριας και Εισαγγελέα. Αυτή η ενέργεια του ενάγοντος προκάλεσε ένταση και εκνευρισμό τόσο στις αστυνομικές υπηρεσίες της Σπάρτης, όσο και στη Μητρόπολη, όπως προκύπτει από τις κάτωθι δηλώσεις του Μητροπολίτη Σπάρτης Ε., οι οποίες καταχωρίστηκαν σε ειδική στήλη στην πέμπτη σελίδα του υπ' αριθ. 300 φύλλου της παραπάνω εφημερίδας, χωρίς να αμφισβητούνται από τον ενάγοντα: "Έχω ενημερώσει όλους τους ιερωμένους της δικαιοδοσίας μου δίνοντάς τους σαφέστατη εντολή να μην ανακατεύονται σε θέματα ναρκωτικών.
Μακριά από τη μάστιγα που βουλιάζει την Ελλάδα. Κάλεσα τον πρωτοσύγκελο και του έκανα δριμύτατες παρατηρήσεις, κοινώς του τα έψαλα... Ο ίδιος πρέπει να διορθώσει τώρα αυτό που έκανε και μάλιστα εγώ θα τηλεφωνήσω στην Αστυνομία για να δω πώς μπορούμε να εξομαλύνουμε την αντίδρασή της...". Εξάλλου, η αναφορά της εντός εισαγωγικών λέξης "αθώωσε" στην πρώτη σελίδα του υπ' αριθ. 300 φύλλου της παραπάνω εφημερίδας, η οποία είναι κατανοητή από το μέσο αναγνώστη, δεν έχει την έννοια ότι ο ενάγων λειτούργησε ως δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ότι η κατάθεσή του, εκτιμώμενη σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, διαμόρφωσε την τελική κρίση της Ανακρίτριας, η οποία επέβαλε στον κατηγορούμενο αυτοκινητιστή, μετά την απολογία του, περιοριστικούς όρους, αντί προσωρινή κράτηση, όπως ήταν ενδεχόμενο να συμβεί λόγω της βαρύτητας της πράξεώς του και των εν γένει περιστάσεων τέλεσης αυτής.
Ενόψει αυτών, εφόσον, τα ανωτέρω δημοσιεύματα του πρώτου εναγόμενου είναι αληθή, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και ως εκ τούτου ο κύριος λόγος της από 18-8-2007 έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο υποστηρίζει ότι τα διαλαμβανόμενα στις επίμαχες περικοπές ήταν αναληθή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η κοινωνική δράση του ενάγοντος, που ήταν Αρχιμανδρίτης και (κατά το χρόνο των επίμαχων δημοσιευμάτων) υποψήφιος Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας (θέση την οποία ήδη έχει καταλάβει), ενδιαφέρει γενικότερα το κοινωνικό σύνολο. Επίσης, αν ληφθεί υπόψη, ότι την τελευταία πενταετία γίνονται πολλές συζητήσεις σχετικά με διασυνδέσεις στελεχών της Εκκλησίας και της Δικαιοσύνης, οι οποίες έχουν πλήξει βάναυσα το κύρος και των δύο θεσμών και έχουν γίνει γνωστές στη Χώρας μας με τους απαξιωτικούς όρους "παραεκκλησιαστικό" και "παραδικαστικό" κύκλωμα, η ανάμειξη με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, της Εκκλησίας στο έργο της Δικαιοσύνης, ενδιαφέρει τον Έλληνα πολίτη, ο οποίος επιζητεί ενημέρωση, έτσι ώστε να εδραιώνεται η εμπιστοσύνη του στη Δικαιοσύνη, η οποία αποτελεί βασικό θεσμό του κράτους δικαίου.
Εξάλλου, τα περιεχόμενα στα ως άνω δημοσιεύματα δεν ανάγονται στον ιδιωτικό βίο του ενάγοντος, αλλά αφορούν σε κοινωνική εκδήλωση αυτού, η οποία, λόγω της φύσης της, παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους πολίτες και δικαιολογεί το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του πρώτου εναγόμενου δημοσιογράφου, το οποίο πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου, προς δημοσίευση και προβολή των ως άνω γεγονότων, ώστε να πληροφορηθεί το αναγνωστικό κοινό.
Πλην όμως, οι ακόλουθες δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται στα ως άνω δύο δημοσιεύματα και συγκεκριμένα, "Ο πρωτοσύγκελος "αθώωσε" τον έμπορο χασίς... Έμπορος χασίς με ιερό και όσιο υπερασπιστή..., Σεισμός στη Σπάρτη για τον αρχιμανδρίτη και το χασίς..., για τον "ελαφρόμυαλο", όπως τον χαρακτηρίζουν πολλοί στη Σπάρτη...", είτε ληφθούν υπόψη μόνες, είτε ενταγμένες στο όλο περιεχόμενο των δημοσιευμάτων, ως εκδηλώσεις ανθρώπινης σκέψης που εξωτερικεύουν την αμφισβήτηση του τέταρτου εναγόμενου, συντάκτη των δημοσιευμάτων, για την ηθική και κοινωνική αξία του ενάγοντος, ενέχουν, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, έντονο το στοιχείο της καταφρόνησης της προσωπικότητάς του, χρησιμοποιήθηκαν δε από τον παραπάνω εναγόμενο με πρόθεση προσβολής της τιμής του ενάγοντος, εν γνώσει, ότι τα δημοσιεύματα αυτά, με τις παραπάνω εκφράσεις και χαρακτηρισμούς αντικειμενικά προσβάλλουν την τιμή του ενάγοντος και ότι θα γίνονταν γνωστά στο ευρύ αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας.
Εξάλλου, οι πιο πάνω εκφράσεις και χαρακτηρισμοί, από τους οποίους, μάλιστα, ο χαρακτηρισμός "ελαφρόμυαλος" ενέχει και σκωπτική διάθεση, κατευθυνόμενη κατά του προσώπου του ενάγοντος, δεν ήσαν αντικειμενικώς αναγκαίες για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης του συντάκτη και την ενημέρωση του κοινού, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί ευκρινέστερα και χωρίς τη χρήση των ως άνω εκφράσεων και γι' αυτό δεν δικαιολογείται από το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του τέταρτου εναγόμενου, εγράφησαν δε με πρόθεση εξύβρισης του ενάγοντος και, δια μέσου αυτής, προσβολής της τιμής και της υπόληψής του.
Επίσης, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων, οι οποίοι, κατά τον παραπάνω χρόνο δημοσίευσης των εν λόγω δημοσιευμάτων, είχαν την ιδιότητα του εκδότη και γενικού διευθυντή της τέταρτης εναγόμενης, ιδιοκτήτριας της άνω εφημερίδας, εν γνώσει του προσβλητικού, κατά τα ανωτέρω, της προσωπικότητας του ενάγοντος περιεχομένου των άρθρων, δέχθηκαν να περιληφθούν αυτά στη δημοσιευτέα ύλη της εφημερίδας, με σκοπό να προσβάλουν την προσωπικότητά του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσία την προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση εκ του άρθρου 367 παρ. 1 περιπτ. γ ΠΚ, δηλαδή ότι η δημοσίευση των ανωτέρω άρθρων υπαγορεύθηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δέχθηκε κατ' ουσίαν την εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ αντένσταση του ενάγοντος, δηλαδή ότι από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη των εναγόμενων προκύπτει σκοπός εξύβρισης αυτού, και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή του ενάγοντος, ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, γι' αυτό τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της από 18-10-2007 έφεσης των εναγόμενων είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων ο ενάγων προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του και υπέστη από την αιτία αυτή θλίψη και στενοχώρια, δηλαδή ενδιάθετη ψυχική κατάσταση, παραγωγική ηθικής του βλάβης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής του ενάγοντος, την ιδιότητά του, τις συνθήκες τόπου και χρόνου τέλεσης της προσβολής και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, την υπαιτιότητα των εναγόμενων, τις επιπτώσεις που είχε η προσβολή στην κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος λόγω της δημοσιότητας που έλαβε, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και την προσωπικότητά τους, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ανέρχεται στο ποσό των 40.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προσδιόρισε στο ίδιο ποσό τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και, αφού αφαίρεσε από αυτό το ποσό των 30 ευρώ, για το οποίο επιφυλάχθηκε ο ενάγων να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, του επιδίκασε το ποσό των 39.970 ευρώ, ορθά εκτίμησε το εκατέρωθεν αποδεικτικό υλικό και επομένως, ο (επικουρικός) λόγος της από 18-8-2007 έφεσης του ενάγοντος, περί του ότι το επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι υπερβολικά χαμηλό είναι αβάσιμος και απορριπτέος...." IV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή όλων των προαναφερομένων (υποκειμενικών και αντικειμενικών ) στοιχείων της εξ αδικήματος ευθύνης των 1ου και 3ου των εναγομένων και ήδη 1ου και 3ου των αναιρεσειόντων, και της εκ του Ν. 1178/1981 ευθύνης της 4ης των εναγομένων, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η 4η των αναιρεσειόντων.
Έτσι δε καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 1178/1981, 914, 932, 926 ΑΚ 361, 367 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με βάση τα περιστατικά τα οποία έκρινε αποδεδειγμένα και τα οποία αντιστοιχούν πλήρως στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων.
Επίσης, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από την κατ' ουσίαν απόρριψη της προβληθείσης από τους αναιρεσείοντες ένστασης της παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, κατόπιν της παραδοχής ως βάσιμης της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου εκ της παρ. 2 του ως άνω άρθρου, εφόσον το Δικαστήριο δέχθηκε ότι από τις περιστάσεις που τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου.
Η αναφορά δε στην απόφαση των παρακάτω δυσμενών εκφράσεων, που περιέχονται στα δύο δημοσιεύματα, και συγκεκριμένα, "Ο πρωτοσύγκελος "αθώωσε" τον έμπορο χασίς... Έμπορος χασίς με ιερό και όσιο υπερασπιστή..., Σεισμός στη Σπάρτη για τον αρχιμανδρίτη και το χασίς..., για τον "ελαφρόμυαλο", όπως τον χαρακτηρίζουν πολλοί στη Σπάρτη...", έγινε προκειμένου να καταδειχθεί ο σκοπός των 1ου, 3ου και 4ης των εναγομένων εξύβρισης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου δια των ως άνω δημοσιευμάτων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
V) Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990, ΑΠ 148/2013). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο της αίτησής τους οι 1ος, 3ος και 4η αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την αντένσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ύπαρξης σκοπού εξύβρισης, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί από αυτόν παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στην πρωτόδικη δίκη. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενο του παραπάνω λόγου προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ως προς τους 1°, 3° κα 4η των αναιρεσειόντων. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ