Legislator Case Law & Legislation
2032/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to state facts and inability to create appeal grounds from own acts.

Case Number 2032/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant failed to clearly state the material facts regarding the alleged procedural errors in the lower court's handling of evidence. Consequently, the court could not identify specific grounds for appeal under the Civil Procedure Code, and the appellant was barred from creating appeal grounds based on their own submission of inadmissible evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; A request for appeal must clearly state the material facts and the specific legal error, and a party cannot create an appeal ground based on their own acts unless it concerns public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to state facts own acts bar public order exception Civil Procedure Code evidence admissibility procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(3) of the Code of Civil Procedure
Article 160(2) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2)(c) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 43/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2032 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2032/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., ο οποίος απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του : 3α. ..., 4. ... και 5. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 23-11-2001 αγωγή των 1ου , 2ης , 4ης ήδη αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου ... και β) με την από 30-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2008 αίτησή του και με τους από 12-2-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 9-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.

Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, ΑΠ 32/1996 Ολ.).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος γης αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται αντίστοιχα στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Εφετείου, αλλά ούτε και αναφέρονται οι αντιφατικές αιτιολογίες ή τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται για να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες της αποφάσεως και τέλος δεν αναφέρεται ούτε η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.

II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β. Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθενται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο. Κατά συνέπεια ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από τον αριθ.1 εδ.β. του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι "το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου", είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.

III). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β. του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν στοιχειοθετείτε όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.8 περ.β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) του αναιρεσείοντος περί κτήσεως επί του επιδίκου κυριότητας και καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του αγωγικού τους δικαιώματος, διότι αυτός νεμήθηκε εξ' ολοκλήρου το επίδικο με διάνοια κυρίου από του έτους 1950 και μέχρι του έτους 2002, άλλως επί μια δωδεκαετία τουλάχιστον εν γνώσει των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν αντέδρασαν και έτσι δημιούργησαν σ' αυτόν την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντιμετώπισε τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε, και συγκεκριμένα τον μεν πρώτο ισχυρισμό ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον δε δεύτερο, ως μη νόμιμο.

Εξάλλου ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσεκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθ' όσον δεν αναφέρονται ποια είναι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, όπως επίσης δεν αναφέρεται και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλομένη απόφαση, ή και το σφάλμα αυτής, ως προς την αποδεικτική δύναμη των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν.

IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ.2 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον κατά το πρώτο εδάφιο της διάταξης αυτής λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε από το νόμιμο κατά βαθμό αριθμό των δικαστών που απαιτούνται για τη σύνθεσή του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1δ' και 5 του Ν.1756/1988 "Κώδικας οργανισμού των δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών" το τριμελές πολιτικό εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες και οι δικαστές αυτοί, αν κωλύονται, αναπληρώνονται, κατά σειρά αρχαιότητας, από άλλο δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου, που ορίζεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το εφετείο.

Η αναπλήρωση είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαίο για την εγκυρότητα των πράξεων των συμμετεχόντων στη σύνθεση δικαστών να μνημονεύεται στην απόφαση που εκδίδει το δικαστήριο, ότι η αναπλήρωση των αρχαιοτέρων δικαστών, οι οποίοι κατ' αρχήν, καλούνται στη σύνθεση του δικαστηρίου, έγινε με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, με αναφορά μάλιστα του αριθμού της πράξεως αυτής, ούτε ότι έγινε λόγω κωλύματος και ποιού, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο.

Περαιτέρω, όπως προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 256 παρ.1 β' και 305 αριθ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τόσο στα πρακτικά που συντάσσονται για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, όσο και στο πρωτότυπο της απόφασης, αναγράφεται η σύνθεση του δικαστηρίου και μάλιστα όχι μόνο ο αριθμός και ο βαθμός των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο, αλλά και τα ονοματεπώνυμα των δικαστών.

Εάν δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της απόφασης και των πρακτικών, υπερισχύει η αναγραφή στα πρακτικά (άρθρο 312 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ.2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται στο προεισαγωγικό τμήμα ο βαθμός των μελών του δικαστηρίου που συμμετείχαν στην έκδοσή της.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης 18/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, στο προεισαγωγικό τμήμα της αναγράφεται ότι το δικαστήριο αυτό, αναφερόμενο στην επικεφαλίδα ως "το Εφετείο Δωδεκανήσου", συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ευριπίδη Λαγουδιαννάκη, Πρόεδρο Εφετών, Εμμανουήλ Βασιλάκη και Κωνσταντίνα Γιαννοπούλου (Εισηγήτρια) και από τη Γραμματέα ..., δικαστική υπάλληλο του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Από την αναγραφόμενη αυτή αναφορά στο προεισαγωγικό τμήμα της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν γεννάται, ενόψει και του γεγονότος ότι ο βαθμός των δικαστών που συγκρότησαν τη σύνθεση του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αναγράφεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, αμφιβολία ότι το Εφετείο Δωδεκανήσου, που εξέδωσε την 18/2008 απόφασή του, συγκροτήθηκε από τρεις δικαστές, όπως προβλέπει ο νόμος, και συγκεκριμένα, από ένα Πρόεδρο Εφετών και δύο Εφέτες.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την αναγραφή μόνο των ονοματεπωνύμων των μελών και όχι του βαθμού αυτών. Η παράλειψη αυτή, δηλαδή η μη αναφορά του βαθμού των Εμμανουήλ Βασιλάκη και Κωνσταντίνας Γιαννοπούλου, προφανώς οφείλεται σε παραδρομή, η οποία μπορεί να διορθωθεί με την προβλεπόμενη από το άρθρο 315 επ.

του Κ.Πολ.Δ. διαδικασία και δεν επηρεάζει το κύρος της απόφασης, (άρθρο 559 αριθ.2 Κ.Πολ.Δ.), ενόψει του γεγονότος ότι σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.2 του Κ.Πολ.Δ., για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, όπως συμβαίνει όταν στη σύνθεσή του μετείχε μικρότερος αριθμός δικαστών από εκείνο που προβλέπει ο νόμος και όχι όταν συγκροτήθηκε από τους δικαστές που προβλέπει ο νόμος, αλλά στην απόφαση παραλείφθηκε η αναγραφή του βαθμού των δικαστών που μετείχαν στη σύνθεσή του.

Συνεπώς ο πρώτος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ.2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

V). Με τον δεύτερο των πρόσθετων λόγων της αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.β. του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος - αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του την από 9.8.1991 μήνυση, την οποία είχε υποβάλλει ο ίδιος κατά του εκ των αρχικών διαδίκων ..., που όμως δεν είχε προσκομισθεί. Ο λόγος αυτός των προσθέτων λόγων της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή (άρθρ. 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου των από 17.10.2007 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο ίδιος φωτοαντίγραφο της πιο πάνω μηνύσεως και επομένως ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

VI). Με τον τρίτο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των από 15.4.1973 και 21.8.1978 μισθωτηρίων συμβολαίων, ως και της από 24.8.1987 καταγγελίας της ως άνω εκμισθωτρίας ..., οδηγήθηκε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προέκυπτε από αυτά, ως προς την κτήση της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τα ως άνω έγγραφα, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι έχουν παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η βασιμότητα του σφάλματος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, κατά την έννοια του ιδίου ως άνω άρθρου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, στη συνέχεια δε καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, πέραν των ως άνω μη προσκομιζομένων ήδη εγγράφων, και το περιεχόμενο των από 6.4.1976, και 20.8.1981 ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεων, δεχθέν ότι η ... εκμίσθωσε το επίδικο ως συγκυρία ολοκλήρου του ακινήτου με την συναίνεση και των λοιπών συγκληρονόμων..., ενώ αντίθετα στα παραπάνω συμφωνητικά δεν περιλαμβάνεται η οποιαδήποτε ρητή συναίνεση της δικαιοπαρόχου του ή δική του...

Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, αλλά και, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο κατέληξε, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα μισθωτήρια, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

VII). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ., για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, όπως είναι και τα έγγραφα, απαιτείται, εκτός ων άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έχει επομένως επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και το αποδεικτικό περιεχόμενο αυτών, αν λείπει, έστω και ένα από τα προεκτιθέμενα στοιχεία, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Κατά συνέπεια ο τέταρτος των προσθέτων λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ.β. του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα από 15.4.1973, 6.4.1976. 21.8.1978 και 20.8.1981 μισθωτήρια, ως και την από 24.8.1987 καταγγελία της ..., που δεν προσκομίστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθ' όσον δεν αναφέρεται στον λόγο αυτόν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, αλλά ούτε και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έχει επομένως επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, επί πλέον δε, δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και το αποδεικτικό περιεχόμενο των μέσων αυτών.

Άλλωστε, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου των από 10.10.2007 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι οι τελευταίοι προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως τα από 6.4.1976 και 20.8.1981 μισθωτήρια συμβόλαια, ως και την από 24.8.1987 καταγγελία της εκμισθωτρίας ..., από την οποία προκύπτει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η μίσθωση του επιδίκου, δυνάμει των αναφερομένων στην εν λόγω καταγγελία, από 15.4.1973, 6.4.1976, 21.8.1978 και 20.8.1981 ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως.

VIII). Κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο πέμπτος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 περ. α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν το επιτρέπει και συγκεκριμένα τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, τα οποία δεν είχαν νομίμως χαρτοσημανθεί, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι η ως άνω πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά στη δημόσια τάξη, προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, ως και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.

IX). Κατά το άρθρο 562 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο αποτελεί εφαρμογή της αρχής του άρθρου 160 παρ.2 ίδιου Κώδικα, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Έτσι δεν μπορεί ο διάδικος, που προσκόμισε το απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, να επικαλεσθεί τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά και την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία αναφέρεται ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα μεταξύ των άλλων και από τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις εννέα μαρτύρων του ενάγοντος στη δεύτερη αγωγή και εναγομένου στην πρώτη αγωγή, οι αναφερόμενες στον λόγο, που ερευνάται, εννέα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, προσκομίστηκαν από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, δεν μπορεί απ' αυτό να δημιουργηθεί υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη, κατά παράβαση του άρθρου 270 παρ.2 εδ. γ. του Κ.Πολ.Δ., το σύνολο των υπ' αυτού προσκομισθεισών, πέραν των τριών, ενόρκων βεβαιώσεων. Επομένως ο έκτος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις προαναφερόμενες εννέα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που είχε προσκομίσει ο ίδιος ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.2.2008 αίτηση, ως και τους από 12.2.2009 προσθέτους λόγους, του ..., για αναίρεση της 18/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ