Supreme Court remands liability case for retrial due to appellate court's insufficient causation reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded a civil liability case to the Athens Court of First Instance for a new trial. The appellate court had dismissed the plaintiff's claim for damages resulting from a fall, but the Supreme Court found its reasoning on causation to be incomplete and contradictory. Specifically, the appellate court failed to explain how the plaintiff's pre-existing conditions or subsequent falls were legally linked to the original accident, rendering the causation analysis legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, and 914 of the Civil Code; The appellate court's decision must provide clear and consistent reasoning regarding the existence of causal link between the wrongful act and the damage, and failure to do so constitutes grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2032 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2032/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ........., η οποία εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Θωμά Κουβέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1............, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Σφήκα, και 2. Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, που ανακάλεσε την από 4 Οκτωβρίου 2007 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1445/2002 μη οριστική και 3932/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8330/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για ζημία, που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζημίου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική της έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ενώ, αντιθέτως η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν επαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, κρίνοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγή της για αποζημίωση λόγω της ολικής ανικανότητάς της για εργασία εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού της κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 19-1-1994 από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής : ".....Αμέσως μετά το ατύχημα η ενάγουσα διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "Ερυθρός Σταυρός", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα κνημιαίων κονδύλων δεξιού κάτω άκρου.
Υποβλήθηκε αυθημερόν σε χειρουργική επέμβαση [εσωτερική οστεοσύνθεση με δύο πλάκες και λαγόνια μοσχεύματα]. Παρέμεινε στο νοσοκομείο, υποβαλλόμενη σε αντιβιοτική αγωγή, μέχρι τις 9-31994. Έκτοτε η κατάσταση της υγείας της παρακολουθείτο από τα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου. Στις 15-8-1994 μπήκε στο νοσοκομείο επί πενθήμερο και υποβλήθηκε σε επέμβαση [αφαίρεση των υλικών οστεοσυνθέσεως].
Στις 2-3-1995 και ενώ βρισκόταν στο στάδιο αποθεραπείας έχασε την ισορροπία της και έπεσε εντός της οικίας της, με αποτέλεσμα να υποστεί υπερκονδύλιο κάταγμα του συστοίχου δεξιού μηριαίου οστού. Ο νέος τραυματισμός αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά με γύψινο νάρθηκα -μηροκνημοποδικό. Σύμφωνα με την αναφερόμενη στη παραπάνω έκθεση δήλωση της ενάγουσας, η τελευταία άρχισε να βαδίζει χωρίς βακτηρίες, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στις βασικές της υποχρεώσεις, από το τέλος του έτους 1996.
Στις 20-3-2000, λόγω νέας πτώσεώς της, η ενάγουσα διακομίσθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί νέο υπερκονδύλιο κάταγμα του δεξιού μηριαίου οστού. Υποβλήθηκε σε επέμβαση [εξωτερική οστεοσύνθεση) και βγήκε από το νοσοκομείο στις .......... Από τότε η κατάσταση της υγείας της παρακολουθείται από τα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου.
Όπως αναφέρει η παραπάνω έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, από του έτους 1997 επήλθε επιδείνωση της κλινικής της εικόνας και της ικανότητος προς εργασία, διότι επανεμφανίσθηκε η χρόνια οστε9μυελίτιδα από την οποία έπασχε, καθώς και μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα του δεξιού γόνατος. Επακόλουθο των ανωτέρω είναι ότι η, ηλικίας σήμερα 57 ετών, ενάγουσα [η οποία πριν το ατύχημα δούλευε ως καθαρίστρια] είναι ολικά ανίκανη προς εργασία και απαιτείται ιατρική της παρακολούθηση, λόγω της χρόνιας οστεομυελίτιδας που προαναφέρθηκε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω κρίνεται ότι η παρούσα κατάσταση της υγείας της ενάγουσας δεν οφείλεται στο προ δεκαετίας τροχαίο ατύχημα, αλλά στις προαναφερθείσες πτώσεις αυτής, καθώς και τη χρόνια οστεομυελίτιδα.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη και ειδικότερα για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ατυχήματος και ενεστώσας καταστάσεως της υγείας της ενάγουσας. Εφόσον λοιπόν και η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σημείο που αυτές ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ κατά τρόπον ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος και, ειδικότερα, για την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου πράξεως και επιζήμου αποτελέσματος.
Πιο συγκεκριμένα : α) Ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα στις 2-3-1995 βρισκόταν στο στάδιο της αποθεραπείας και ότι έχασε εντός της οικίας της την ισορροπία της και έπεσε με αποτέλεσμα να υποστεί υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού, δεν διευκρινίζει ένα η απώλεια της ισορροπίας και η πτώση της αναιρεσείουσας έχουν σχέση με τον τραυματισμό της κατά το ατύχημα, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι, όπως δέχεται το Εφετείο, δεν είχε αποθεραπευθεί.
β) Δεν διευκρινίζει εάν στις 20-3-2000 που η αναιρεσείουσα έπεσε για δεύτερη φορά και υπέστη νέο υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού είχε αποκατασταθεί πλήρως η υγεία της ή βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της αποθεραπείας λόγω του τραυματισμού της κατά το ατύχημα και του κατάγματος που υπέστη κατά την προηγούμενη πτώση της στις 2-3-1995.
γ) Ενώ δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από το έτος 1997 επήλθε επιδείνωση της κλινικής εικόνας και της ικανότητας προς εργασία της αναιρεσείουσας, διότι επανεμφανίσθηκε η χρόνια οστεομυελίτιδα από την οποία έπασχε, καθώς και μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα του δεξιού γόνατος, δεν αναφέρει πότε και σε ποιο σημείο του σώματός της εμφανίσθηκε η χρόνια οστεομυελίτιδα, ούτε διευκρινίζει αν η ως άνω ασθένεια και η εμφανισθείσα μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα του δεξιού γόνατος έχουν σχέση με το επίδικο ατύχημα και δ) Ενώ δέχεται ότι εξαιτίας των ανωτέρω ασθενειών και των καταγμάτων που υπέστη η αναιρεσείουσα κατά τις ως άνω πτώσεις της είναι ολικά ανίκανη για εργασία, δεν διευκρινίζει εάν ο αρχικός τραυματισμός της δημιούργησε σ' αυτήν ολική ή μερική ανικανότητα προς εργασία και σε καταψηφιστική περίπτωση αν αυτή αυξήθηκε και σε ποιο ποσοστό από τις επιγενόμενες πτώσεις της.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι, στο σύνολό τους -κατά την δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου τους- αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση. Ενόψει αυτών, και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8330/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ