Supreme Court dismisses appeal on lawyer's contingency fee and procedural evidence issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property ownership suit. The appellant argued that the lawyer's contingency fee agreement violated the Code of Lawyers and that the court improperly considered an affidavit without proper notice. The court rejected these claims, finding the fee arrangement legal under specific conditions and the procedural handling of the affidavit correct. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 92(1), 3, 5 of the Code of Lawyers; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: A contingency fee agreement is valid if the lawyer undertakes to conduct the case to final judgment and waives fees upon failure; procedural defects in admitting evidence are not established if the opposing party was present at the notarized affidavit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2032 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2032/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Γεώργιο Μυταλούλη.
Του αναιρεσίβλητου:..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2003 μη οριστική και 185/2004 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 3126/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2005 αίτησή της και τους από 15/6/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος, δέκατος, ενδέκατος και δέκατος τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσίβλητος ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ζήτησε την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 1, 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων", συνάγεται ότι επιτρέπεται ειδική συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα του, που εξαρτά την αμοιβή του πρώτου από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας, η οποία (αμοιβή) δεν μπορεί να υπερβεί το 20% του αντικειμένου της δίκης, συμφωνία όμως που είναι ισχυρή μόνον όταν ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση αφενός μεν να διεξαγάγει την δίκη μέχρι τελεσιδικίας και αφετέρου να μη λάβει αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας.
Ως χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου λαμβάνεται ο χρόνος της τελεσιδικίας από τον οποίο γεννάται η αξίωση του δικηγόρου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Στις αρχές Απριλίου 1996 η αναιρεσείουσα ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο την εντολή, να ενεργήσει όλες τις ενδεικνυόμενες δικαστικές και εξώδικες πράξεις, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 3-3-1979 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της (για ακίνητο 428,90 τ.μ.).
Ως δικηγορική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι αυτός, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, θα ελάμβανε ποσοστό 20% επί της πραγματικής αγοραίας αξίας του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο ευδοκιμήσεως της αγωγής. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση αποτυχίας, ουδεμίας αμοιβής θα δικαιούται ο αναιρεσίβλητος καθώς και ότι όλες οι δαπάνες και τα έξοδα για τη διεξαγωγή της δίκης θα βαρύνουν την αναιρεσείουσα.
Σε εκτέλεση της εντολής της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος άσκησε κατά των αντιδίκων της την από 26-4-1996 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 3288/17-4-1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και στη συνέχεια εν μέρει δεκτή την από 3-3-1979 αγωγή της αναιρεσείουσας, αναγνωρίζοντας ότι η τελευταία είναι κυρία του επιδίκου τμήματος του ακινήτου του οικοπέδου, το οποίο επίδικο τμήμα καθόρισε ότι έχει εμβαδόν 274 τ.μ., καθόσον το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου ούτε είχε καταληφθεί ούτε είχε αμφισβητηθεί από τους αντιδίκους της αναιρεσείουσας.
Κατά το χρόνο εκδόσεως της 3288/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είναι ο χρόνος της ουσιαστικής τελεσιδικίας της διαφοράς, η ανά τετραγωνικό μέτρο αγοραία αξία του ακινήτου αυτού ανερχόταν σε 180000 δραχμές.
Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα αναγνωρίσθηκε με την προαναφερομένη απόφαση κυρία του επιδίκου τμήματος του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού 274 τ.μ., η δικηγορική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται σε 9864000 δραχμές (274 τ.μ. Χ180000 δραχ.=49320000 δραχ. χ20%), που αντιστοιχεί σε 28947,91ευρώ. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι κατέβαλε τμηματικά στον αναιρεσίβλητο ως αμοιβή του και δικαστικά έξοδα το ποσό των 630000 δραχμών δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο μόνο το ποσό των 200000 δραχμών, όχι ως αμοιβή του τελευταίου, αλλά για δαπάνες διεξαγωγής της δίκης στο Εφετείο και στον Άρειο Πάγο, οι οποίες είχε συμφωνηθεί να βαρύνουν την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς η ένσταση μερικής εξοφλήσεως της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο ως δικηγορική αμοιβή για την εκτέλεση της πιο πάνω εντολής το ποσό των 28947,91 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1, 3 και 5 του κώδικα δικηγόρων, ούτε τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ (ως προ στην ένσταση εξοφλήσεως), αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του κώδικα δικηγόρων. Επομένως, οι πρώτος, τέταρτος, πέμπτος και δέκατος πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη ρητή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις 523, 524 και 525/3-1-2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα και αναφέρονται στη συμφωνία των διαδίκων και την αξία του διεκδικηθέντος ακινήτου.
Επίσης, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν οι διάδικοι καθώς και όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου με τιμές του έτους 1997 καθώς και το 29828/12-9-2002 συμβόλαιο πώλησης του ενδίκου ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Χεκιμιάν, που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα, για την απόδειξη της αξίας του ίδιου ακινήτου.
Επομένως, οι δεύτερος, έκτος και δέκατος έκτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων και εγγράφων, είναι επίσης αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει να περιέχει και ορισμένο αίτημα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ζητήθηκε ως αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου από την εκτέλεση της ένδικης εντολής (εργολαβίας δίκης) το ποσό των 108000 ευρώ, το οποίο υπολογίσθηκε με βάση την αξία του διεκδικηθέντος ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Το αίτημα αυτό της αγωγής ήταν ορισμένο και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στο δικόγραφό της η αξία του πιο πάνω ακινήτου κατά το χρόνο της τελεσίδικης περάτωσης της δίκης, γιατί την αξία αυτή όφειλε να προσδιορίσει το δικαστήριο με βάση τις προσαχθείσες αποδείξεις.
Επομένως, ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παρά το νόμο μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, για την παραπάνω έλλειψη, καίτοι προτάθηκε η αοριστία αυτή από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τα άρθρα 57 εδ. α, 59 εδ. α, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, όποιος παράνομα προσβάλλεται από άλλον στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 2 και 5) προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή ή υπόληψή του με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Στην αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο ενάγων από τη μείωση της προσωπικότητάς του, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμός της με αυτή, καθώς και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, εκτός από τα παραπάνω, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα εξής: Κατά της 3288/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών οι αντίδικοι της αναιρεσείουσας άσκησαν αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, η συζήτηση των οποίων προσδιορίσθηκε να γίνει στις 4-11-1998. Η αναιρεσείουσα όμως, παρά την επιτυχή έκβαση της δίκης, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής στον αναιρεσίβλητο, δηλαδή του ποσοστού 20% επί της πραγματικής αγοραίας αξίας του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο της τελεσιδικίας, με την από 3-11-1998 εξώδικη δήλωσή της ανακάλεσε την εντολή της προς τον αναιρεσίβλητο.
Η εξώδικη αυτή δήλωση θυροκολλήθηκε στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου..... Στις 11-11-1998 η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την από 5-11-1998 αναφορά της κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε την πειθαρχική του δίωξη, ισχυριζόμενη αβασίμως ότι ως αμοιβή του είχε συμφωνηθεί το ποσό των 1000000 δραχμών, ανεξαρτήτως της επιτυχούς ή μη εκβάσεως της δίκης.
Η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανάκληση της εντολής, που είχε δώσει στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, ήταν απολύτως αδικαιολόγητη μετά την τελεσίδικη περάτωση της δίκης και την επιτυχή για την αναιρεσείουσα έκβαση αυτής, αλλά και καταχρηστική υπό τις συνθήκες τις οποίες έγινε, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα της συζητήσεως της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο.
Εξαιτίας της αδικαιολόγητης και καταχρηστικής ανάκλησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας της χορηγηθείσας στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο εντολής, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε, αλλά και της υποβολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας της ψευδούς αναφοράς της κατά του αναιρεσιβλήτου στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, στην οποία εν γνώσει της ισχυριζόταν ότι δεν κατάρτισε την προαναφερόμενη εργολαβία δίκης, αλλά άλλη συμφωνία, την οποία ο τελευταίος αθέτησε, προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο από τη άνω παράνομη και υπαίτια (δόλια) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία απέβλεπε στην αποφυγή καταβολής στον αναιρεσίβλητο της συμφωνηθείσας αμοιβής του δια της ασκήσεως σε βάρος του πειθαρχικής δίωξης, μείωση στο ατομικό και επαγγελματικό περιβάλλον του και βλάφθηκε η τιμή και υπόληψή του, με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του και την εντεύθεν ηθική του βλάβη.
Συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου στην προκληθείσα σε βάρος του προσβολή της προσωπικότητάς του δεν αποδείχθηκε και συνεπώς η ένσταση συνυπαιτιότητας που πρότεινε η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 3000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 57, 914 και 932 ΑΚ (η διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν έχει γίνει ανάκληση εντολής προς δικηγόρο, υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής, όπως απαιτεί η διάταξη αυτή, γιατί η ανάκληση της εντολής προς τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο έγινε από την αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, μετά την περάτωση της εντολής αυτής, δηλαδή μετά την τελεσιδικία της δίκης), αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, δέχθηκε ότι επήλθε προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου από την παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, χωρίς να υπάρχει συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, οι τρίτος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος και δωδέκατος πρόσθετοι αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, σχετικά με το αίτημά της για πληρωμή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, περιείχε όλα τα πιο πάνω απαραίτητα για το ορισμένο αυτής στοιχεία.
Επομένως, ο όγδοος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παρά το νόμο μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, ως προς το παραπάνω αίτημά της, όπως είχε ζητήσει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, αυτός είχε επικαλεσθεί την από 5-11-1998 αναφορά της αναιρεσείουσας προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ενώ για την προσκόμισή της στο δικαστήριο έκρινε ανέλεγκτα το Εφετείο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο δέκατος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παρά το νόμο λήψη υπόψη από το Εφετείο της πιο πάνω αναφοράς, λόγω μη επίκλησης και προσκόμισής της στο Εφετείο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εργατική διαδικασία, ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτής με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Όταν στην ένορκη βεβαίωση βεβαιώνεται ότι, παραστάθηκε ο αντίδικος εκείνου που την προσκόμισε, δεν είναι απαραίτητο ο επικαλούμενος και προσκομίζων την ένορκη βεβαίωση, να επικαλεσθεί και προσκομίσει τα σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως της κλήσεως του αντιδίκου του να παραστεί κατά τη δόση της ένορκης βεβαίωσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, αυτός επικαλέσθηκε την 3942/21-2-2003 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Χρήστου Μούκα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Μπούα, στην οποία βεβαιώνεται ότι παρέστη αυτοπροσώπως η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο δέκατος τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, επειδή δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση του αποδεικτικού επίδοσης της κλήσης προς την αναιρεσείουσα, για να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1205/12-102005 αίτηση της ... για αναίρεση της 3126/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους προσθέτους λόγους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ