Legislator Case Law & Legislation
2031/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over disability rights and contract termination.

Case Number 2031/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the employer terminated his contract prematurely to deny him unemployment benefits, violating disability rights and the principle of good faith. The court rejected these claims, finding the termination was a genuine response to the appellant's health issues and that the lower court correctly applied the law without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 564, 566, 144, 145 of the Code of Civil Procedure; Article 138 of the Civil Code; Article 27 of the Law 4074/2012: An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and consistent, and the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or common sense principles.

Keywords

AI generated
labor dispute termination disability rights violation unemployment benefits denial good faith principle appeal admissibility health condition termination civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 paragraph 1b, 556 paragraph 1, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1, 144 and 145 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure as amended by Article 22 of Law 5134/2024
Article 120 paragraph 1 of Law 5134/2024
Article 138 of the Civil Code
Article 27 of the Law 4074/2012
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2031 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2031/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αστέριου Λαχανά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Μαουσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 175/2022 απόφαση, που έκρινε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο, και παρέπεμψε να δικασθεί η υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Δικάζοντας κατ' έφεση, με την 71/2023 απόφασή του, το τελευταίο έκανε δεκτή αυτή και εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τελευταίου.

Εκδόθηκε η 229/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 317/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση από 2.10.2024 (με αριθ. έκθ. κατ. ....2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 317/2024 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α 146) και ισχύει από 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του ν. 5134/2024), προβλέπεται η κατάθεση παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου και επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη κατάθεσης αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του προαναφερθέντος άρθρου (495 ΚΠολΔ), η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 και 5 του ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας).

Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 317/2024 απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο απαιτήσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας, προερχόμενες από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με αυτήν, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για την άσκηση της αναίρεσης, όπως προκύπτει από την από 4-10-2024 επί του δικογράφου αυτής βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Λάρισας. Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το κατατεθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3/2014, 4/2014, ΑΠ 775/2024, 816/2022, 392/2022, 484/2019).

2. Η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 317/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 20-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ...-2021 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ο ενάγων και ήδη εκκαλών εξέθετε ότι, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 16.5.2003, προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία τυγχάνει εταιρεία κατασκευής, εμπορίας και τοποθέτησης σιδήρων και αλουμινοκατασκευών, προκειμένου να εργαστεί ως συγκολλητής και φλογοκόπτης μετάλλων.

Ότι με την ιδιότητα αυτή εργάστηκε στην εναγομένη έως τις 6.4.2021, οπότε, και ενώ ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 950 ευρώ (μεικτά), η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης, ύψους 13.300 ευρώ, την οποία αυτός δικαιούται για το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το παραπάνω ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, δηλαδή 13.300 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το Ειρηνοδικείο Λάρισας αρχικώς, με την υπ' αριθ. 175/2022 απόφασή του, θεωρώντας εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο, παρέπεμψε την υπόθεση για να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Το τελευταίο με την υπ' αριθ. 71/2023 απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση και κάνοντας αυτή δεκτή, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τελευταίου. Ακολούθως, το Ειρηνοδικείο Λάρισας με την υπ' αριθ. 229/2023 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη ήταν εικονική και, συνεπώς, άκυρη, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 1.12.2023 (με αριθ. έκθ. κατ. 183/2023) έφεση, την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 317/2024 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν. 3. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και διαμορφώθηκε ήδη με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024 (Α' 146/11.9.2024), με ισχύ από 16.9.2024 (σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 120 του ν. 5134/2024), ήτοι όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης: "Κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων, που υπάγονται στην παρ. 2 του άρθρου 18, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της παρ. 2 του άρθρου 18, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 438/2025, 175/2025, 1913/2024, 32/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.

Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί έφεσης κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1717/2024, 348/2023, 298/2020, 1321/2020, 74/2019).

Έτσι, η ως άνω περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια, ότι δεν ιδρύονται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγοι αντίστοιχοι (μεταξύ άλλων) και προς εκείνους του άρθρου 559 αριθ. 13 ή 14 ΚΠολΔ (ειδικώς για την πλημμέλεια από τον αριθ. 14:

ΑΠ 1548/2024, 241/2023, 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας εξέλαβε εσφαλμένα τον ισχυρισμό της αντιδίκου του, περί εικονικότητας της απόλυσής του, ως άρνηση της αγωγής και όχι ως καταχρηστική ένσταση και επιβάλλοντας σε αυτόν εσφαλμένα το βάρος της απόδειξης ότι η καταγγελία ήταν πραγματική και όχι εικονική και κρίνοντας, περαιτέρω, ότι ο ίδιος δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος αυτό, απέρριψε την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τον τέταρτο δε λόγο αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο, εκτιμώντας τον ως ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής του, τον προβληθέντα από τον ίδιο τόσο πρωτοδίκως, με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως απάντηση στην ένσταση εικονικότητας εκ μέρους της εναγομένης, όσο και με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, ισχυρισμό ότι ουδέποτε η εναγομένη, μετά την επιστροφή του από την αναρρωτική άδεια που είχε λάβει, του πρότεινε να τον απασχολήσει σε κάποια ηπιότερη θέση εργασίας και ότι αυτή ακριβώς η στάση της εργοδότριάς του αποτελούσε από μόνη της καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της τελευταίας.

Αμφότεροι οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι και ειδικότερα: O πρώτος λόγος, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβαλλόμενος κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί της έφεσης του ενάγοντος κατά της 229/2023 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, το οποίο είναι εφαρμοστέο ως προς τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις, όπως εν προκειμένω, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Ο δε τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι επίσης απαράδεκτος, διότι η αιτίασή του, που δεν ανάγεται στη νομική αοριστία της αγωγής, ώστε να ιδρύει τον με αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται ρητώς ως πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού πρόκειται για απόφαση πρωτοδικείου, εκδοθείσα σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου. 4.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 5 του β.δ. από 16/18-7-1920 και 5 ν. 3198/1955, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (θεωρουμένη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη γι' αυτή νόμιμη αποζημίωση) και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής, γνώση δηλ.

της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης (ΑΠ 700/2025, 375/2025). Η καταγγελία αυτή, ως δικαιοπραξία, υπόκειται στις γενικές διατάξεις που αφορούν τις προϋποθέσεις κύρους των δικαιοπραξιών. Επομένως, η καταγγελία είναι άκυρη, αν είναι εικονική (ΑΠ 416/1989). Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε.

Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής (ΑΠ 426/2024, 1450/2021, 648/2019).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1715/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005 , ΑΠ 1279/2025, 1620/2022).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1279/2025, 1620/2022, 1333/2018, 79/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 118/2025, 75/2020, 4979/2020).

Η εν λόγω διάταξη, όμως, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δεν έχει εφαρμογή και δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή αναιρετικός λόγος, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και, για τον λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 (ή 559 αριθ. 19) ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1678/2024, 1548/2024, 376/2024, 610/2023, 21/2023, 449/2022, 1351/2021, 805/2021, 3/2021 552/2020, 508/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 16-5-2003, ο εκκαλών προσελήφθη από την εφεσίβλητη, η οποία τυγχάνει εταιρεία κατασκευής, εμπορίας και τοποθέτησης σιδήρων και αλουμινοκατασκευών, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του συγκολλητή και φλογοκόπτη μετάλλων, έναντι μηνιαίου μισθού, ανερχομένου, κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2021, στο ποσό των 950 ευρώ (μεικτά).

Στις 21-08-2020, ο εκκαλών υποβλήθηκε σε νευροχειρουργική επέμβαση με μικροδισκεκτομή οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και στις 19-10-2020 διαπιστώθηκε υπολειπόμενη νευρολογική σημειολογία με δυσχέρεια βάδισης και ορθόστασης. Λόγω του ως άνω προβλήματος υγείας, ο εκκαλών έλαβε αναρρωτική άδεια από την εργασία του καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 22-08-2020 έως 22-3-2021, ενώ μετά τις 22-3-2021 δεν εμφανίστηκε στην εργασία του, καθόσον δεν μπορούσε να εργαστεί.

Στις 6-4-2021, η εφεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος, χωρίς, όμως, να του καταβάλει την προβλεπόμενη κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 13.300 ευρώ. Κατόπιν αυτού, ο εκκαλών προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Λάρισας, στις 19-4-2021, ζητώντας τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, στη βάση της αιτίασης ότι η εφεσίβλητη του ζητούσε να μεταβούν στην Τράπεζα Θεσσαλίας για να υπογράψει την επιταγή με τα χρήματα της αποζημίωσης απόλυσης που θα λάμβανε από την επιχείρηση και εν συνεχεία να τα επιστρέψει.

Η εφεσίβλητη κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας Λάρισας το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2021 έγγραφο υπόμνημά της, διατυπώνοντας τη θέση ότι ο εκκαλών αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν εικονική, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό από αμφότερες τις πλευρές, έλαβε δε χώρα αυτή (καταγγελία), προκειμένου ο εκκαλών να λάβει το επίδομα ανεργίας του Ο.Α.Ε.Δ. , το οποίο, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης, δεν θα εδικαιούτο.

Ακολούθως, στις 14-5-2021, ο εκκαλών προσήλθε εκ νέου στην Επιθεώρηση Εργασίας Λάρισας και υπέβαλε την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2021 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση για υποβολή μήνυσης, ζητώντας την ποινική δίωξη των νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας επιχείρησης λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης. Τελικώς, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Λάρισας άσκησε σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης, Δ.

Σ. του Σ. , ποινική δίωξη με την παραπομπή του δι' απευθείας κλήσεως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, το δε ποινικό σκέλος της υπόθεσης εισέτι εκκρεμεί. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο εκκαλών, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, είχε λάβει αναρρωτική άδεια από την εργασία του καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 22-08-2020 έως 22-3-2021, αναγνώριζε ότι το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε τον εμπόδιζε να ανταποκριθεί προσηκόντως στις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της εργοδότριας επιχείρησης και ότι, εξ αυτού του λόγου, δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται με την ειδικότητα του συγκολλητή και φλογοκόπτη μετάλλων, συνθήκη η οποία τον οδήγησε στην οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία του (παραίτηση).

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος ήταν εικονική, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό από αμφότερες τις πλευρές, έλαβε δε χώρα αυτή (καταγγελία), προκειμένου ο εκκαλών να λάβει το επίδομα ανεργίας του Ο.Α.Ε.Δ. , το οποίο, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης, δεν θα εδικαιούτο. Περί της εικονικότητας της γενομένης καταγγελίας κατέθεσαν, εξ ιδίας αντιλήψεως, ο μάρτυρας ανταποδείξεως, Ι.

Μ. του Α. (λογιστής της επιχείρησης), ο οποίος ανέφερε επί λέξει τα εξής: ".... ήμουν μπροστά και το άκουσα ότι κανονίστε τα εσείς και εγώ θα πάω να βάλω υπογραφή .... να πάρει την αποζημίωση και να την επιστρέψει .... η αποζημίωση του είπαμε συγκεκριμένα ότι, η αποζημίωση ένα σημαντικό ποσό πρέπει να την πάρεις και να την φέρεις, ωραία, προχωρήστε λέει εσείς θα πάω να υπογράψω εγώ και θα το λήξουμε ....", αλλά και ο Ε.

Κ. του Α. (εργαζόμενος στην επιχείρηση της εφεσίβλητης), ο οποίος στην υπ' αριθ. ...-2022 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει τα εξής: ".... ο ίδιος δήλωσε ότι δεν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται στην εταιρεία και ότι ήθελε αντί της παραίτησης να τον απολύσει η εταιρεία χωρίς αποζημίωση απόλυσης για λόγους δικούς του ....".

Το κυριότερο, όμως, στοιχείο, από το οποίο το Δικαστήριο συνάγει το συμπέρασμα ότι η αποχώρηση του εκκαλούντος από την εργασία του ήταν οικειοθελής, είναι ότι, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις του εργαζομένου, μέσω εξώδικων δηλώσεων της εργοδότριας επιχείρησης, να επιστρέψει στην εργασία του (βλ. τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από 28-4-2021 και από 5-5-2021 εξώδικες δηλώσεις), αυτός (εκκαλών) αρνήθηκε κατηγορηματικά να αναλάβει ξανά εργασία, χωρίς, μάλιστα, να αντιτείνει κάποιο βάσιμο επιχείρημα για την άρνησή του αυτή, παρά μόνο νομικές υπεκφυγές περί του μη ανακλητού χαρακτήρα της καταγγελίας.

Αν η πραγματική πρόθεση της εφεσίβλητης εταιρείας ήταν να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος, κατά λογική εκδοχή δεν θα του πρότεινε να επιστρέψει στην εργασία του. Αλλά και αντίστροφα, αν ο εκκαλών είχε την πρόθεση να επιστρέψει στην εργασία του, είχε την ευχέρεια να το κάνει, πλην, όμως, από τη συνολική εκτίμηση της συμπεριφοράς του προκύπτει, μετ' ενάργειας, ότι αυτός (εκκαλών) στόχευε μόνο στην είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης, την οποία θεωρούσε ότι δικαιούται, ακόμη και στην περίπτωση που, γεγονότα αναγόμενα στην προσωπική του σφαίρα (σοβαροί λόγοι υγείας), τον οδήγησαν στην αυτόβουλη παραίτηση.

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο της εικονικότητας της γενομένης καταγγελίας αξιολογείται από το Δικαστήριο και η έκδοση από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας, στις 14-4-2021, της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής, σε διαταγή της εφεσίβλητης, ποσού 13.300 ευρώ, η οποία, όμως, ουδέποτε παραδόθηκε στον εκκαλούντα προς είσπραξη ....

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και ότι η γενομένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν εικονική, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό από αμφότερες τις πλευρές (εργοδότρια και εργαζόμενο), ο εκκαλών δεν δικαιούται τη λήψη αποζημίωσης απόλυσης.

Ο εκκαλών προβάλλει το επιχείρημα ότι, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα απεμπολούσε το δικαίωμά του στη λήψη αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 13.300 ευρώ, προκειμένου να λάβει επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ. , ανερχόμενο στο ποσό των 450 ευρώ (κατά τον επιεικέστερο υπολογισμό). Το συγκεκριμένο, όμως, επιχείρημα, συνιστά εν πολλοίς λήψη του ζητουμένου και στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εργοδότρια επιχείρηση επιθυμούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος, πλην, όμως, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η πρόθεσή της αυτή, μόνη δε η μακροχρόνια παροχή εργασίας στον ίδιο εργοδότη δεν συνεπάγεται αυτόχρημα και την κατάφαση του δικαιώματος του εργαζομένου για λήψη αποζημίωσης απόλυσης, αφού η αποχώρηση από την εργασία του δύναται να λάβει χώρα και με οικειοθελή αποχώρηση (παραίτηση) ή και με σιωπηρή παραίτηση λόγω μακράς απουσίας από την εργασία....".

Με αυτές τις παραδοχές αυτές και απαντώντας και στους λοιπούς λόγους της έφεσης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε εκτίμηση από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενες, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, σε ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138 του ΑΚ και 27 της κυρωθείσας με το ν. 4074/2012 Σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, όσον αφορά δε το δεύτερο σκέλος του, σε παραβίαση εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) των ίδιων ως άνω διατάξεων, αφού με το να δεχθεί αφενός ότι αυτός αδυνατούσε αντικειμενικά, για σοβαρούς λόγους υγείας, να συνεχίσει την προσφορά την εργασίας του προς την εναγομένη με τους ίδιους όρους απασχόλησης και αφετέρου ότι η αδυναμία του αυτή συνιστούσε οικειοθελή αποχώρηση - παραίτησή του, άρα ηθελημένη και όχι αναγκαστική αδυναμία συνέχισης της παροχής των ιδίων υπηρεσιών, αφού αυτός δεν ανταποκρινόταν στις εξώδικες δηλώσεις της εναγομένης, με τις οποίες η τελευταία τον καλούσε να επιστρέψει στην εργασία του, στοχεύοντας μόνο στην είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν υφίσταται έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ή εικονική καταγγελία και οικειοθελής αποχώρηση αυτού από την εργασία του.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε εκτίμηση από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενες και εν προκειμένω στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις παραδοχές του περί εικονικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και ακολούθως άρνησής του να επιστρέψει στην εργασία του, παρότι είχε την ευχέρεια να το πράξει, με αποτέλεσμα να συνάγεται ότι η εναγομένη δεν είχε πρόθεση να τον απολύσει, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) τις ως άνω, επικαλούμενες και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, επιπλέον δε, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν στην ερμηνεία των εν λόγω κανόνων δικαίου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν ήταν εικονική και αφενός μεν οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης, έχοντας εμπειρία στις συναλλαγές, δεν θα διακινδύνευαν ποτέ να προβούν σε εικονική απόλυση, χωρίς να υφίστανται άλλες περιστάσεις (όπως π.χ.

αντέγγραφο, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί τέτοιο η εκδοθείσα και μη παραδοθείσα σ' αυτόν τραπεζική επιταγή), που να διασφαλίζουν την εναγομένη και γνωρίζοντας οι ίδιοι ότι η έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που δεν συνοδεύεται από την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είναι άκυρη, αφετέρου δε αυτός (αναιρεσείων) δεν είχε λόγο να απεμπολήσει το δικαίωμά του να λάβει την αποζημίωση απόλυσης (ύψους 13.300 ευρώ), προκειμένου να λάβει ένα επίδομα ανεργίας, ύψους 450 ευρώ μηνιαίως.

Αμφότεροι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι, εξεταζόμενοι συνδυαστικά λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, είναι απορριπτέοι, κατά τις εξής διακρίσεις: Καθ' ο μέρος αφορούν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν εικονική, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ.

Και τούτο, διότι με βάση της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων οικειοθελώς αποχώρησε από την εργασία του, λόγω της αδυναμίας του να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, ως συγκολλητής και φλογοκόπτης μετάλλων, εξαιτίας του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε και για το οποίο υποβλήθηκε στις 21-8-2020 σε χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη (γεγονός το οποίο δεν αναφέρεται στην αγωγή του), η δε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, γεγονός που ήταν γνωστό στον ίδιο, προκειμένου να μπορέσει να λάβει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι ως προς τις αιτιάσεις τους για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 138 ΑΚ. Ο τρίτος λόγος, ως προς την αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε παράλειψη του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα στην προκειμένη περίπτωση περιστατικά.

Οι ίδιοι λόγοι (δεύτερος και τρίτος), καθ' ο μέρος με αυτούς αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 27 της κυρωθείσας με το ν. 4074/2012 Σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 της ως άνω Σύμβασης, το οποίο άλλωστε δεν είχε επικαλεστεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή προς θεμελίωση του ασκηθέντος με αυτή δικαιώματός του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της τελευταίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει την από 2.10.2024 (με αριθ. έκθ. κατ. .../2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 317/2024 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ