Legislator Case Law & Legislation
2031/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order, ruling bank misapplied private law to public institution mortgage rights.

Case Number 2031/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court order evicting a tenant from a mortgaged property. The bank argued the tenant's lease was invalid due to lack of consent, but the Court found the bank failed to apply the specific provisions of the Agricultural Bank Law and the 1997 amendment regarding private will. Consequently, the Court ruled the bank's reliance on private law principles was erroneous and the eviction order was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 12 of Law 4332/1929; Art. 1 and 4 of Law 4112/1929 as amended by Law 2538/1997: The Agricultural Bank of Greece, as a public law entity, cannot invoke private law principles to challenge a lease without consent when specific statutory provisions allow for eviction regardless of the mortgage title.

Keywords

AI generated
Agricultural Bank of Greece mortgage eviction public law entity private will requirement statutory override lease termination mortgagee rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 12 of Law 4332/1929
Art. 1 and 4 of Law 4112/1929 as amended by Law 2538/1997
Art. 1 of Law 4332/1929
Art. 31 of Law 2538/1997
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Arts. 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2031 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2031/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….., τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ορφανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... ανακοπή και τους από ... προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο …..και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ... αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος νόμου 4332/1929, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση της αγροτικής πίστεως σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και την βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.

Ως ειδικότεροι σκοποί της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ αναφέρονται στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων κ.ά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τον χρόνο της σύστασής της, η Αγροτική Τράπεζα αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστεως, έχοντας ως σκοπό την συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτουμένων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών.

Ο ιδιότυπος χαρακτήρας Αγροτικής Τράπεζας ΑΕ οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία, που ασκείτο από το Υπουργείο …..

και μεταβιβάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929. Πέραν όμως της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, η Αγροτική Τράπεζα εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων που είχε ως αντισυμβαλλόμενη στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, μεταξύ των οποίων και εκείνο για την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα οφειλετών της με μονομερή δήλωσή της, δυνάμει του άρθρου 12 ν. 4332/1929, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η Αγροτική Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε να εγγράψη υποθήκην επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλειαν των εξ οιασδήποτε αιτίας απαιτήσεών της.

ως αύται καθορίζονται εν άρθρων 8 παρ. 1 του καταστατικού της νόμου δυνάμει των δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαιτήσεών της εγγράφων. Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης, ως και της συμβατικής, είναι απηλλαγμένη παντός τέλους και δικαιώματος. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί κτημάτων των συνυποχρέων υφίσταται εφ' όσον η σχετική υποχρέωσις εγενήθη μετά την κύρωσιν της παρούσης συμβάσεως.

Επίσης η Αγροτική Τράπεζα δικαιούται να εγγράψη υποθήκην προς ασφάλειαν των οιασδήπότε φύσεως δανείων της, καλλιεργητικών, μέσης και μακράς προθεσμίας και πιστώσεών της επ' ανοικτώ λογαριασμώ, άμα τη υπογραφή της οικείας συμβάσεως, δυναμένης να είναι και ιδιωτικής και ανεξαρτήτως της αμέσου ή μη παροχής του δανείου ή της πιστώσεως.

Ομοίως, δια την παραχώρησιν της συμβατικής υποθήκης προς την Α.Τ.Ε., ή και εγγραφήν τοιαύτης εκ Νόμου, δεν ισχύουσιν αι απαγορεύσεις και περιορισμοί του άρθρου μόνου του Ν. 2143/1952, "περί τροποποιήσεως του Ν. 3250" και του άρθρου 73 του ν.δ. 1285/52 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων κλπ". Η εξάλειψις, περιορισμός και διαγραφή εγγεγραμμένης υποθήκης, επιταγής ή κατασχέσεως, υπέρ της Α.Τ.Ε, δύναται να γίνει και άνευ συμβολαιογραφικής πράξεως, δι' απλής και μονομερούς αιτήσεως αυτής, προς τον οικείον υποθηκοφύλακα και απαλλάσσεται παντός τέλους και δικαιώματος".

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο 1α στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ στη διενέργεια οιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ν. 1914/1990 ορίζεται ότι: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ' αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (παρ. 1).

Όλες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεών της και γενικά στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (παρ. 4)".

Τέλος, με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 του ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ (που αφορούσε κυρίως στη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στην τραπεζική αγορά και όχι στη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων τωγ οφειλετών τραπεζών) και έχει εφαρμογή και στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, προβλέπεται ότι: "Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν την έδρα στην Ελλάδα, καταργούνται.

Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 8). Η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 17-7/13-8/1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλα, τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου πιστωτικά ιδρύματα αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την λειτουργία τους (παρ. 9)".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του ν.4332/1929 ουσιαστικό προνόμιο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος να εγγράφει υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της. δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990] ενώ με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιβλήθηκε υποχρέωση μετατροπής της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος σε ανώνυμη εταιρεία εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του νόμου αυτού (8.7.1991).

Οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 8 και 9 του μεταγενεστέρου ν.2076/1992 για την κατάργηση νόμων που ρυθμίζουν τα καταστατικά τραπεζών, εδρευουσών στην Ελλάδα, με διατήρηση σε ισχύ των καταστατικών καθ' εαυτών και επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. της 17-7/13-8/1923 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα από τον χρόνο παροχής σ' αυτά άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μετέβαλε το ανωτέρω προνόμιο και τη νομική κατάσταση της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, διότι η τελευταία είχε ήδη καταστεί ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας το καταστατικό της και τα προνόμια της με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 του ν. 1914/1990, το οποίο ο νομοθέτης ηθελημένα δεν κατάργησε για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το ότι ακολούθησαν νομοθετικές επεμβάσεις προς περιορισμό προνομίων της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος (βλ. άρθρο 26 ν. 3229/2004), τα οποία είχαν διατηρηθεί με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990 (ΟλΑΠ 20/2011, ΟλΑΠ24/2006, ΟλΑΠ25/2006). Το ανωτέρω προνόμιο, εξ άλλου, που επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης από τη Αγροτική Τράπεζά της Ελλάδος σε ακίνητα οφειλετών ή συνυποχρέων με την επίδειξη προς τον υποθηκοφύλακα μόνον των δανειστικών ή αποδεικτικών εγγράφων, διευκολύνοντας έτσι την παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την οφειλή με λιγότερες δαπάνες του οφειλέτη και λιγότερες διατυπώσεις για την πιστούχο ΑΤΕ, δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων πιστωτών της (ΑΠ 817/2017, ΑΠ 29/2016, ΑΠ526/2014).

Ειδικότερα δε, με το εν λόγω προνόμιο δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας ως προς τα δικαιώματα τρίτων πιστωτών του οφειλέτη, αντιτάξιμα από τους τελευταίους σε δίκη ανακοπής κατά της εκτέλεσης έναντι της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος. Η αναγωγή από τον νομοθέτη, δια του άρθρου 12 του ν.4332/1929, σε ειδικό τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος και των τρίτων, που συναλλάσσονται με αυτή, προφανώς εξυπηρετεί λόγους συγκεκριμένης σκοπιμότητας και κοινωνικού συμφέροντος χάριν της επιτεύξεως του κύριου σκοπού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος για την παροχή κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας, που συμβάλλει ταχέως και αποτελεσματικά, στην ανάπτυξη της οικονομικής ζωής και ιδίως του αγροτικού τομέα.

Ο πιστωτικός ρόλος της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, και μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εξακολούθησε κυρίως να συνδέεται με αγρότες και αγροτικούς συνεταιρισμούς ,με συνεχή και ανανεούμενη ανάγκη χρηματοδότησής τους. Επομένως, το εν λόγω προνόμιο επιβάλλεται από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος και δεν αντίκειται στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ.1.

Το προνόμιο δε αυτό δεν είναι αντίθετο, προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε σ' εκείνη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύουν την ιδιοκτησία (πρβλ. ΟλΑΠ 20/2011, ΟλΑΠ25/2006, ΑΠ139/2022, ΑΠ128/2020, ΑΠ 817/2017, ΑΠ 360/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του ν 4112/1929 "περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανικών και άλλων εγκαταστάσεων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με τα άρθρα 68 του ΕισΝΑΚ και 52 παρ. 19 του ΕισΝ ΚΠόλΔ, σαφώς προκύπτει ότι, επί δανείων ή πιστώσεων, που χορηγούνται σε βιομηχανικές ή άλλες επιχειρήσεις, προς ασφάλεια των οποίων εγγράφεται υποθήκη, εκτός του οικοδομήματος, και επί των υπαρχόντων σε αυτό μηχανημάτων, εγκαταστάσεων κλπ, απαγορεύεται πριν από την ολοσχερή εξόφληση του δανείου και η εκμίσθωση ή κατ' άλλο τρόπο παραχώρηση της εκμετάλλευσης της βιομηχανικής επιχείρησης σε τρίτους, εκτός αν συναίνεσε σε αυτή προηγουμένως και εγγράφως ο ενυπόθηκος δανειστής.

Η παραβίαση της παραπάνω απαγόρευσης συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόλυτη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, την οποία μπορεί να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ449/2000, ΑΠ442/2000). Εξ' άλλου, με το άρθρο 31 του ν 2538/1997, το οποίο επιγράφεται "Εφαρμογή του άρθρου 4 του ν 4112/1929" ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η διάταξη του άρθρου 4 του ν 4112/1929 "περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανημάτων ή άλλων εγκαταστάσεων" εφαρμόζεται για όλα γενικά τα δάνεια ή άλλες πιστώσεις που παρέχονται από τις τράπεζες σε κάθε μορφής επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα (εταιρίες, κοινοπραξίες, συνεταιρισμοί κλπ), για την ασφάλεια των οποίων οι δανείστριες τράπεζες έχουν εγγράψει υποθήκη επί ακινήτων των οφειλετών ή και επί των μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και λοιπών παραρτημάτων αυτών. 2.

Μετά την εγγραφή της υποθήκης επί των άνω ακινήτων ή και επί των μηχανημάτων εγκαταστάσεων και λοιπών εγκαταστάσεων, η εκμίσθωση αυτών από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής τους με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε από τη δανείστρια τράπεζα.

Μετά την καταγγελία αυτή, η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη δανειστική σύμβαση που είναι τίτλος εκτελεστός". Με τις διατάξεις συνεπώς του ανωτέρω άρθρου επήλθαν τροποποιήσεις στο άρθρο 4 του νόμου 4112/1929, σύμφωνα με τις οποίες, οι συμβάσεις μισθώσεως, που συνάπτονται σε επιχειρηματικά ακίνητα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της ενυπόθηκης δανείστριας τράπεζας, δεν είναι πλέον αυτοδικαίως απόλυτα άκυρες αλλά έγκυρες, προβλέπεται όμως δικαίωμα καταγγελίας εκ μέρους της τράπεζας οποτεδήποτε για το λόγο αυτό.

Από το συνδυασμό των αυτών ως άνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι μετά την ισχύ του άρθρου 31 του ν.2538/1997, με το οποίο επεκτάθηκε η εφαρμογή του άρθρου 4 του ν.4112/1929 σε κάθε μορφής δάνεια ή άλλες πιστώσεις που παρέχονται από τις τράπεζες, για τα οποία οι τελευταίες έχουν εγγράψει υποθήκη επί ακινήτων των οφειλετών ή και επί των μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και λοιπών παραρτημάτων, το εν λόγω άρθρο ταυτόχρονα τροποποιήθηκε, ώστε να περιλαμβάνει την εγγραφή κάθε είδους υποθήκης, δηλαδή εκτός της υποθήκης με τίτλο την ιδιωτική βούληση, όπως αρχικά προέβλεπε με τη χρήση της λέξης "σύσταση") και εκείνης με τίτλο εκ του νόμου, είτε με δικαστική απόφαση, εφόσον δεν επαναλαμβάνεται πλέον στη γραμματική διατύπωση της νέας διάταξης η λέξη "σύσταση" που υποδηλώνει την κατάρτιση δικαιοπραξίας και συνεπώς την ιδιωτική βούληση, αλλά γίνεται απλώς χρήση της λέξεως "εγγραφή" υποθήκης, άνευ οιασδήποτε διακρίσεως ή περιορισμού.

Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι καταλαμβάνει κάθε τίτλο για την εγγραφή υποθήκης (δηλαδή κάθε νομικό λόγο που χορηγεί στη δανείστρια τράπεζα δικαίωμα για κτήση υποθήκης). Ισχυρό επιχείρημα άλλωστε υπέρ της κρίσης αυτής αντλείται και από την εισηγητική έκθεση ως προς την αναγκαιότητα της θέσπισης του άρθρου 31 του ν. 2538/1997, (εκεί μνημονεύεται ως άρθρο 33), σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω διάταξη προτάθηκε, διότι πολλοί υποχρεωμέvoι πιστούχοι της ΑΤΕ αλλά και άλλων τραπεζών προκειμένου να αποφύγουν τη λήψη αναγκαστικών μέτρων, προχωρούν σε μίσθωση των ενυπόθηκων ακινήτων τους με τρίτους, με συνέπεια η ενέργειά τους αυτή να οδηγεί, σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς σε υπερβολική καθυστέρηση στην πρόοδο επιβολής αναγκαστικών μέτρων, ενώ με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις βελτιώνεται το νομικό πλαίσιο και συντομεύεται η;

διαδικασία επιβολής αναγκαστικών μέτρων προς προστασία των δανειστριών τραπεζών. Σαφώς δηλαδή αναφέρεται ότι η νέα ρύθμισή αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων όλων των δανειστριών τραπεζών, με ειδική μάλιστα ονομαστική αναφορά στην ΑΤΕ.

Προκύπτει έτσι ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να απονείμει το δικαίωμα καταγγελίας μόνο σε εκείνες τις δανείστριες τράπεζες που είχαν εγγράψει υποθήκη με τίτλο από ιδιωτική βούληση, αφού ο περιορισμός της εν λόγω διάταξης μόνο στις υποθήκες αυτές, θα ματαίωνε το σκοπό της θέσπισής της, όπως παραπάνω περιγράφηκε.

Άλλωστε, όσον αφορά την ΑΤΕ, τα συμφέροντα της οποίας κατ' εξοχήν η εν λόγω διάταξη επεδίωκε να προστατεύσει, επισημαίνεται και η αυτονόητη επιλογή της τράπεζας στην πλειοψηφία των καταρτιζομένων συμβάσεων, για την εγγραφή των υποθηκών προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, του εκ του άρθρου 12 ν. 4332/1929, ειδικού τίτλου προς εγγραφή υποθήκης, δυνάμει του χορηγηθέντος σ' αυτή κατά τα προεκτεθέντα προνομίου, προς υλοποίηση των σκοπών της.

Επομένως το άρθρο 31 του ν.2538/1997, επεξέτεινε (διεύρυνε) το πεδίο εφαρμογής της υπάρχουσας ρύθμισης του άρθρου 4 του ν.4112/1929, μεταφέροντας την έννομη συνέπεια αυτού και σε άλλες περιπτώσεις, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, και ως εκ τούτου οι υποθήκες της Αγροτικής τράπεζας που έχουν εγγραφεί δυνάμει του άρθρου 12 του ν.4332/1929 παρέχουν δικαίωμα καταγγελίας των προαναφερομένων μισθώσεων (ΑΠ 1186/2022).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά της από 29-5-2017 επιταγής προς εκτέλεση, με τίτλο εκτελεστό συμβάσεις δανείων της αναιρεσείουσας προς τρίτη εταιρεία (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) για την εξασφάλιση των οποίων είχε εγγράψει η πρώτη σε βάρος της δεύτερης, ισάριθμες υποθήκες δυνάμει του αρθ. 12 του ν. 4332/1929, για την αποβολή από το υποθηκευμένο βιομηχανικό ακίνητο της αναιρεσίβλητης μισθώτριας κατόπιν καταγγελίας της μίσθωσης, (κατά το άρθρο 4 του ν.4112/1929), που κατάρτισε η τελευταία και η οφειλέτις της αναιρεσείουσας χωρίς τη συναίνεσή της (τράπεζας), η αναιρεσίβλητη άσκησε ανακοπή και πρόσθετους λόγους ζητώντας την ακύρωση της ανωτέρω πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως για τους διαλαμβανόμενους εκεί λόγους .

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ... απόφασή του δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση, δεχόμενο τον έκτο λόγο της ανακοπής ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα ως ενυπόθηκη δανείστρια εκ του νόμου και όχι με τίτλο από ιδιωτική βούληση δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ν.4112/1929, ώστε να νομιμοποιείται να καταγγείλει τη μίσθωση μεταξύ της οφειλέτιδάς της και της αναιρεσίβλητης και να ζητήσει την απόδοση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά το άρθρο 943ΚΠολΔ, με βάση τις δανειακές συμβάσεις.

Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και το Εφετείο με την ... απόφασή του την απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η αναιρεσείουσα, που βρίσκεται ήδη σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της 46/27.7.2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, άσκησε την υπό κρίση αναίρεση που είναι παραδεκτή, ενόψει του ότι η εκτέλεση επισπεύδεται με τίτλο εκτελεστό όχι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής}, ώστε να μην υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 937 παρ. 1β ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε ως εκ του χρόνου επιδόσεως της προσβαλλόμενης επιταγής μετά την 1-1-2016 κατά το ν. 4335/2015 και πριν την εκ νέου τροποποίηση του από 1-1-2022 με το ν. 4842/2021.

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα : "...Στα πλαίσια παροχής πιστώσεων και δανείων, που συνήφθησαν ανάμεσα στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "..." και την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." (Πιστούχος) συνάφθηκαν οι ακόλουθες συμβάσεις δανείων: (α) η υπ' αριθμ....

σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου ύψους διακοσίων πέντε εκατομμυρίων δραχμών (205.000.000,00 δρχ.), με την από ... πρόσθετης πράξης αυτής, (β) η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού εκατόν πενήντα εκατομμυρίων δραχμών (150.000.000,00 δρχ.), (γ) η υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό λήξεως ...

ποσού πενήντα εκατομμυρίων δραχμών 50.000.000,00 δρχ.), με τις από ... και ... Πρόσθετες Πράξεις αυτής, (δ) η υπ' αριθμ. ... Πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών ποσού είκοσι επτά εκατομμυρίων εξακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων και τριακοσίων ογδόντα ενός δραχμών (27.644,381 δρχ.), (ε) η υπ' αριθμ. ... Πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών ποσού εκατόν εβδομήντα τριών εκατομμυρίων επτακοσίων εξήντα τριών χιλιάδων και τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων δραχμών (173-763,494 δρχ.), (στ) η υπ' αριθμ. ...

Πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών ποσού εκατόν σαράντα τεσσάρων εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα εννέα χιλιάδων και τετρακοσίων είκοσι οκτώ δραχμών (144-439,428 δρχ.), (ζ) η υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης; με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού ενός εκατομμυρίου δραχμών (1.000.000,00 δρχ.) με την από ...

Πρόσθετη πράξη αυτής, (η) η υπ' αριθμ. ... Πρόσθετη Πράξη ρύθμισης οφειλών ποσού δύο εκατομμυρίων διακοσίων μίας χιλιάδων είκοσι επτά Ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (€2.201.027,15). Η Πιστούχος εταιρεία είχε στην αποκλειστική κυριότητά της οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "..." του ..., επιφανείας 59.959,80 τ.μ., το οποίο λόγω της διάνοιξης δρόμου έχει διαχωριστεί σε δύο τμήματα ήτοι: 1) γεωτεμάχιο επιφανείας 59.256,20 τ.μ.

επί του οποίου υφίσταται πτηνοσφανείο μονάδα επεξεργασίας και τυποποίησης προϊόντων κρέατος, πουλερικών και επεξεργασίας υποπροϊόντων συνολική; επιφανείας 4.172 τ.μ. και 2) γεωτεμάχιο επιφάνειας 9.249,30 τ.μ., τα οποία περιήλθαν ως ενιαίο ακίνητο στην αποκλειστική κυριότητα της Πιστούχου εταιρίας με το υπ' αριθμόν ...

πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., στον τόμο ... και με αριθμό …... Επί του ακινήτου αυτού έχει ανεγερθεί κτίσμα συνολικής επιφανείας ισογείου 4.172 τ.μ., αποτελούμενο από διάφορους χώρους, όπως υπόστεγο αναμονής ζώντων, χώρο παραλαβής ζώντων πτηνών, σφαγείο, τμήμα εκσπλαχνισμού.

συσκευασία νωπού κοτόπουλου υδρόψυκτου. συσκευασία νωπού κοτόπουλου αερόψυκτου, τούνελ αερόψυξης, τμήμα αποστέωσης, τμήμα κρέατος σκευασμάτων, Ψυκτικοί θάλαμοι, αποδυτήρια, γραφείο, γραφείο κτηνιάτρου, γραφείο φόρτωσης, τμήμα διακίνησης έτοιμων προϊόντων, υπόγειο πλυντήριο τελάρων, υπόγειο μηχανοστάσιο ψυκτικών εγκαταστάσεων, υπόγειο αποθήκευσης κατεψυγμένων, όπου είχε εγκατασταθεί επιχείρηση πτηνοσφαγείου μονάδας επεξεργασίας και τυποποίησης προϊόντων κρέατος πουλερικών - επεξεργασίας υποπροϊόντων, καθώς και τα βοηθητικό για τη λειτουργία της επιχείρησης κτίσματα, που περιβάλλουν το ανωτέρω κτίριο και συγκεκριμένα, η χρήση των ημιυπόγειων χώρων, των υπόγειων χώρων, του κτιρίου υποπροϊόντων, του πλήρους συγκροτήματος βιολογικού καθαρισμού, του φυλακίου, του εστιατορίου, των υπόστεγων, του κτιρίου συνεργείου αυτοκινήτων, της δεξαμενής υγραερίου και της δεξαμενής πετρελαίου, του κτιρίου μετασχηματιστών ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και των διάφορων χώρων, που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία του πτηνοσφαγείου και της γεώτρησης και της υδατοδεξαμενής.

Προς εξασφάλιση των παραπάνω απαιτήσεων της, η ως άνω Τραπεζική Εταιρεία προέβη στην εγγραφή των ακόλουθων εμπράγματων ασφαλειών επί του ως άνω ακινήτου: (α) της από 20-12-1993 υποθήκης Α' τάξης, που εγγράφηκε στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 237, αρ. Φύλλου ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου ύψους διακοσίων πέντε εκατομμυρίων δραχμών (205.000.000,00 δρχ.), με την από ...

πρόσθετη πράξη αυτής, (β) της από 04.09.1995 υποθήκης Β' τάξης, που εγγράφηκε στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 241, αρ. Φύλλου ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού εκατόν πενήντα εκατομμυρίων δραχμών (150.000.000,00 δρχ.), (γ) της από ... υποθήκης γ' τάξης, που εγγράφηκε στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ...

στον τόμο 247, αρ. Φύλλου ..., δυνάμει (1) της υπ' αριθμ. ... σύμβασής παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό λήξεως ... χρηματικού ποσού πενήντα εκατομμυρίων δραχμών (50.000.000,00 δρχ.), με τις από ... και ... Πρόσθετες Πράξεις αυτής, (2) της υπ' αριθμ. ... Πρόσθετης δανειστικής σύμβασης ρύθμισης οφειλών χρηματικού ποσού είκοσι επτά εκατομμυρίων εξακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων και τριακοσίων ογδόντα ενός δραχμών (27.644.381 δρχ.), (3) της υπ' αριθμ. ...

Πρόσθετης δανειστικής σύμβασης ρύθμισης οφειλών χρηματικού ποσού εκατόν εβδομήντα τριών εκατομμυρίων επτακοσίων εξήντα τριών χιλιάδων και τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων δραχμών (173. 763.494 δρχ.), (4) της υπ' αριθμ. ... Πρόσθετης δανειστικής σύμβασης ρύθμισης οφειλών χρηματικού ποσού εκατόν σαράντα τεσσάρων εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα εννέα χιλιάδων και Τετρακοσίων είκοσι οκτώ δραχμών (144-439-428 δρχ.) & (5) της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού ενός εκατομμυρίου δραχμών (1.000.000,00 δρχ.) με την από ... Πρόσθετη πράξη αυτής. Οι ως άνω υποθήκες ενεγράφησαν από την εκκαλούσα Τράπεζα με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4332/1929, ήτοι, με βάση τίτλο από το Νόμο, κάτι άλλωστε, που συνομολογεί και η εκκαλούσα υπό εκκαθάριση Τράπεζα, δεδομένου αυτή ότι δεν προσκομίζει οποιαδήποτε συμβολαιογραφική πράξη παροχής δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από την πλευρά της ιδιοκτήτριας Πιστούχου Εταιρείας σε συνδυασμό και την εκτίμηση των ισχυρισμών της, συνομολογώντας ότι ο τίτλος, με βάση τον οποίο προέβη στην εγγραφή των παραπάνω υποθηκών, είναι ο Νόμος.

Συνεπώς, οι υποθήκες αυτές διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1257 και επ. του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι η Πιστούχος εταιρεία προέβη στη σύναψη σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης του παραπάνω ακινήτου με την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...", ήδη μετονομασθείσα σε "...". Αντικείμενο της μίσθωσης ήταν και όλος ο πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος του πτηνοσφαγείου, εκτός από το γραφείο, το οποίο συνορεύει ανατολικά με άλλο γραφείο και δυτικά εν μέρει με κλιμακοστάσιο, εν μέρει με ρεσεψιόν, επιφανείας περίπου 68 τ.μ., το οποίο παρακράτησε η εκμισθώτρια για ιδία της χρήση με μηνιαίο μίσθωμα 2.500,00€, η διάρκεια δε της μίσθωσης είχε δικαιοπρακτικά οριστεί 12ετης αρχόμενη την 5.2.2010 και λήγουσα την ...

με διάρκεια παράτασης για δώδεκα (12) ακόμη έτη. Ακολούθως, η μισθώτρια εταιρεία, στις 17.1.2016, ("...") προέβη σε υπομίσθωση του ανωτέρω ακινήτου στην εταιρεία "..." δυνάμει σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού χωρίς ωστόσο οι συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης να έχουν υποβληθεί σε διατυπώσεις δημοσιότητας με την μεταγραφή αυτών στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Θηβών …...

Η σύμβαση υπομίσθωσης ορίστηκε ότι θα διαρκούσε μέχρι την ... (λήξη της κύριας μίσθωσης), το δε μίσθωμα ορίστηκε ισόποσο με το ποσό του μισθώματος της κύριας μίσθωσης, ήτοι το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500,00) Ευρώ €. Επιπλέον, προέκυψε ότι η εκκαλούσα Εταιρεία με την από 19-9-2016 δήλωση της προέβη σε καταγγελία της κατά τα παραπάνω σύμβασης μίσθωσης του εν λόγω ακινήτου, επιδοθείσα αυτή στη σύνδικο της πτώχευσης ως εκμισθώτρια και στην κύρια μισθώτρια, στις 20.9.2016, καθώς η κύρια μισθώτρια Εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., με την οποία σύνδικος της πτώχευσης ορίστηκε η Β. Α., Δικηγόρος ..., ενώ, στις 7.10.2016, η εκκαλούσα Εταιρεία επέδωσε τη δήλωση καταγγελίας και στην υπομισθώτρια Εταιρεία ("..."), με τις οποίες καλούσε αυτές καθώς και όποιον τρίτο έλκει δικαιώματα από αυτές να παραδώσουν ελεύθερη τη χρήση του ως άνω περιγραφόμενου μισθίου, διαφορετικά θα επέσπευδε αναγκαστική εκτέλεση, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 943 Κ.ΠολΔ. (...).

Οι παραπάνω Εταιρείες όμως δεν απέδωσαν τη χρήση του μισθίου ακινήτου, με συνέπεια η εκκαλούσα Τράπεζα να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα να επισπεύσει τη διαδικασίας αναγκαστικής αποβολής της μισθώτριας και υπομισθώτριας εταιρείας με την επίδοση σε αυτές της από 9-5-2017 επιταγής προς απόδοση του μίσθιου ακινήτου, στις 29-5.2017.

Κατά της επιταγής η εφεσίβλητη Εταιρεία άσκησε: (α) την από 01-06-2017 ...ανακοπή της και (β) το από 10-07-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής ... επικαλούμενη μεταξύ των άλλων λόγων και ότι η εκκαλούσα και καθ' ης η ανακοπή δεν είχε το προς τούτο δικαίωμα, καθώς οι κατά τα παραπάνω υποθήκες εγγράφηκαν όχι με τίτλο την ιδιωτική βούληση (συμβολαιογραφική πράξη σύστασης υποθήκης).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτό τον έκτο (60) κατά σειρά λόγο της κατά παραπάνω ανακοπής, με το σκεπτικό ότι οι ανωτέρω υποθήκες δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 4112/1929, κατά την έννοια, που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και ως εκ τούτου δεν είχε το προς τούτο σχετικό δικαίωμα καταγγελίας ως ενυπόθηκη δανείστρια...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια και δέχθηκε τον ανωτέρω κύριο λόγο ανακοπής της εφεσίβλητης Εταιρείας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από την καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα Τράπεζα με το σχετικό λόγο της κρινομένης εφέσεως της, ο οποίος κατ' ακολουθίαν των παραπάνω παραδοχών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ...".

Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απόφασή του, την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση της αναιρεσείουσας τράπεζας.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι άκυρη η από 29-5-2017 επιταγή προς εκτέλεση της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, διότι οι τίτλοι, με βάση τους οποίους ενέγραψε τις επίδικες υποθήκες η αναιρεσείουσα, σε βάρος της οφειλέτιδας της, δεν στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση, ώστε να εμπίπτουν στο ν. 4112/1929 και να έχει δικαίωμα καταγγελίας και αποβολής της μισθώτριας του ενυπόθηκου ακινήτου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του νόμου 4112/1929, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 2538/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 ν. 4332/1929, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις τους, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη, αφού απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους από εκείνα που απαιτούν οι ανωτέρω κανόνες δικαίου και δη την εγγραφή υποθήκης με ιδιωτική βούληση, καίτοι, κατά τη μείζονα σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ.1 και 2 του γ.2538/1997 διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής της καταγγελίας τής μίσθωσης από την ενυπόθηκη αναιρεσείουσα τράπεζα, ανεξάρτητα από τον τίτλο εγγραφής υποθήκης για την εξασφάλιση της απαίτησης από σύμβαση δανείου ή πίστωσης, δηλαδή είτε αυτή γίνεται με τίτλο που στηρίζεται στην ιδιωτική βούληση είτε με βάση τίτλο από δικαστική απόφαση ή από το νόμο και ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση με βάση το άρθρο 12 του ν.4332/1929, τα δε ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:

α) ότι η επίδικη μίσθωση καταρτίστηκε μετά την ισχύ του ν.2538/1997 (χρόνος έναρξής της 5-2-2010), β) ότι η δανειολήπτρια ανώνυμη εταιρεία κατάρτισε τη μίσθωση πριν την εξόφληση της απαίτησης της αναιρεσείουσας που ήταν ενυπόθηκη δανείστρια, δυνάμει του άρθρου 12 του ν.4332/1929, γ) ότι η ανωτέρω μίσθωση της παραγωγικής μονάδας και του ενυπόθηκου αγρού έγινε χωρίς συναίνεση της αναιρεσείουσας, αφού δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί του αντιθέτου (ότι δηλαδή προηγήθηκε προς τούτο έγγραφη συναίνεση της τράπεζας), συγκροτούσαν το πραγματικό των διατάξεων και δικαιολογούσαν την εγκυρότητα της καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης και εντεύθεν την εγκυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση για την αποβολή της αναιρεσίβλητης μισθώτριας από το ενυπόθηκο ακίνητο.

Συνεπώς ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η εκδίκασή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), vα διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ?

Αναιρεί την ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ