Supreme Court dismisses appeal on procedural ground of non-payment of court stamp duty, ruling no substantive review occurred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's final judgment. The appellants argued the lower court failed to consider their claim that the defendant submitted false evidence with malicious intent. The court ruled this appeal inadmissible because the original appeal was rejected solely due to the appellants' failure to pay the required court stamp duty, meaning no substantive examination of the case facts took place.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 2(2) of the Code of Civil Procedure; The failure to pay the court stamp duty renders the appeal inadmissible and the appeal judgment void, precluding any review of the substantive merits or alleged procedural errors regarding evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2031 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2031/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Κ. του Γ., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Πουλαράκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22/12/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 23/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ’ αριθ. 352/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 2-5-2014 έφεση των αναιρεσειουσών, κατά της επίσης αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσης υπ’ αριθμ. 6/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, καθ’ ο μέρος με αυτήν απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, η από 10-11-2011 αγωγή των τελευταίων κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία, κατά περιορισμό του αναγνωριστικού αιτήματος σε καταψηφιστικό, ζητούσαν να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος είναι υποχρεωμένος, να καταβάλει σε εκάστη αυτών, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ποσό των 200.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την υπερημερία του.- Η αίτηση αυτή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΙΙ. Με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αναφερομένων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με τα άρθρα 2 ν.
ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ. 1544/1942. Περαιτέρω, μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2) σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η περί του οποίου διάταξη, σημειωτέον, δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 491/2015, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1320/2010), δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και η αγωγή απορρίπτεται κατ’ ουσίαν και γι’ αυτό, σε περίπτωση παραβάσεως των σχετικών διατάξεων δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνον αυτός που προβλέπεται απ’ το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ’ αντιμωλία (ΑΠ 116/2016, ΑΠ 491/2015, Α.Π. 936/2011, ΑΠ 2365/2009, ΑΠ 219/2005).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του το Εφετείο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος, τα εξής: "Η υπό κρίση αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στις ενάγουσες το πιο πάνω χρηματικό ποσό είχε ασκηθεί αρχικά ως καταψηφιστική αγωγή, (κατάθεση στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τούτου στις 29-11- 2012 ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3994/2011, (ΦΕΚ Α’ 165/25-7- 2011), ενώ ακολούθως κατά τη συζήτηση της αγωγής την 17-5-2013 με τις κατατεθείσες προτάσεις και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγουσών που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μετατράπηκε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής εν όλω σε αναγνωριστικό, και ως εκ τούτου υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου σύμφωνα με τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Ωστόσο το αναλογούν δικαστικό ένσημο δεν καταβλήθηκε από τις ενάγουσες και η αγωγή τους έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη για το λόγο αυτό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε ομοίως την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα, η δε τα αντίθετα υποστηρίζουσα έφεση αποβαίνει αβάσιμη κατ’ ουσία και πρέπει να απορριφθεί, αφού αντικατασταθούν δεόντως οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, σύμφωνα με το προδιαληφθέν σκεπτικό.".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, με σχετικό λόγο της οποίας, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, παρεπονούντο για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, διαλαμβάνουσες, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 2 του ν.
ΓΠΟΗ/1912 "περί καταβολής δικαστικού ενσήμου", κατά τρόπο που αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, με τις οποίες καθιερώνεται το δικαίωμα του πολίτη για την παροχή εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια, δέχθηκε ότι η από 10-11-2011 αγωγή τους, ως αναγνωριστική, υπέκειτο σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και ακολούθως, λόγω μη καταβολής του τέλους αυτού και κατά την ενώπιον του δευτεροβάθμια δίκη, την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας, μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της, την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι η αγωγή αυτή των αναιρεσειουσών δεν υπέκειτο, ως έχουσα τραπεί από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, σε τέλος δικαστικού ενσήμου και την είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη.
Όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, καθ’ όσον η ανωτέρω διάταξη περί καταβολής δικαστικού ενσήμου, είναι κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, και, επομένως, επί παραβιάσεώς της, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως. Με τη σημείωση δε ότι οι αναιρεσείουσες στο Εφετείο δικάσθηκαν κατ’ αντιμωλία και όχι ερήμην, η όποια απόπειρα θεμελίωσης του λόγου αυτού στον αριθ. 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς προϋποθέσεως, ως αβάσιμη..-
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 1299/2009). Περαιτέρω, όπως υπό την παράγραφο (
ΙΙ) της παρούσας αναφέρθηκε, κατά το άρθρο 2 εδαφ. τελευταίο του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου αυτός δικάζεται ερήμην, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της και η αγωγή, χωρίς έρευνά της, απορρίπτεται κατ’ ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 (β) ΚΠολΔ, προβάλλοντας, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους τον προταθέντα και θεμελιούντα την αγωγή τους ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσίβλητος εν γνώσει της αναλήθειας των διαλαμβανομένων στην αγωγή του κατ’ αυτών (αναιρεσειουσών) περιστατικών και με πρόθεση να τις συκοφαντήσει άλλως δυσφημήσει κατέθεσε αυτήν στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Σπάρτης και την επέδωσε σ’ αυτές.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα σχετικώς προαναφερθέντα, η υπόψη αγωγή των αναιρεσειουσών, μετά την αντικατάσταση των σχετικών αιτιολογιών της εκκαλουμένης αποφάσεως από το δικάσαν Εφετείο, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν λόγω της μη καταβολής από αυτές του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου και όχι μετά από έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.
V. Επομένως, αφού δεν υπάρχει για να εξετασθεί άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 352/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της. Ελλείψει δε σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά του έξοδα (106 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/12/2015 αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 352/2015, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ