2031/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2013 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2031/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2031 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2031/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη που ανακάλεσε την από 19/9/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χουλιάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2013 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 10/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 5-11-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 254/2013 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία και όσον αφορά τους εδώ διαδίκους, αφού έγινε δεκτή η έφεση κατά της 111/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Ξάνθης, εξαφανίστηκε εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 18-3-2010 αγωγή κατά την κυρία βάση της ως προς τους 5° και 6η των εναγομένων (εδώ 1° και 2η αναιρεσείοντες), τους οποίους υποχρέωσε να καταβάλουν στην ενάγουσα (εδώ αναιρεσίβλητη), καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 80.657,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 15/2006, Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013 , ΑΠ 69/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, μεταξύ άλλων, και από την αρχή της καλής πίστης που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ. Καλή πίστη κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.
Συνιστά δε κριτήριο συμπεριφοράς, που έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα εκείνης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 10/1991). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό αίσθημα του "κοινωνικού ανθρώπου", δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής. 'Οσαν αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρέωσης για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθεαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 2067/2013, ΑΠ 900/2011).
Ill) Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα ... είναι ετερόρρυθμη εταιρία με έδρα την πόλη της Δράμας και έχει ως σκοπό την κατασκευή κτιρίων πάσης φύσεως επί ιδιοκτήτων ακινήτων, ή ανηκόντων σε τρίτους με το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και την αγορά και πώληση ακινήτων γενικώς σε όλη την Ελλάδα ..
Στα πλαίσια της άνω δραστηριότητός της, η ενάγουσα εταιρία ανήγειρε στην πόλη της Ξάνθης και επί της οδού Α. Παπανδρέου συγκρότημα πέντε (5) πολυωρόφων οικοδομών. Αποπερατωθείσης της κατασκευής των οικοδομών και δη περί τον μήνα Μάιο του έτους 2009 επισκέφθηκε τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας η (μη διάδικος στην παρούσα δίκη 2η εναγομένη), Α.
Π., η οποία του ... δήλωσε ότι κατ' εντολήν του (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη 1ου εναγομένου), Α. Σ., αναζητεί διαμέρισμα προς αγορά στην πόλη της Ξάνθης .... Οι ανωτέρω συμφώνησαν κατ' αρχήν στην πώληση ενός αποπερατωμένου διαμερίσματος κειμένου στον δεύτερο όροφο της οικοδομής με το χαρακτηριστικό στοιχείο Ε' επί της ανωτέρω οδού, μικτής επιφανείας 94,4 μ2 και με στοιχείο εσωτερικής αριθμήσεως "Β3".
Πρόκειται για διαιρεμένη και αυτοτελή ιδιοκτησία, η οποία συμπεριλαμβανόταν στο ποσοστό της οικοδομής που θα ελάμβανε η ενάγουσα από τους κυρίους του έργου ως εργολαβική αμοιβή. Μετά από λίγες ημέρες εμφανίσθηκαν στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας αμφότεροι οι άνω αναφερόμενοι, ο δε 1ος εξ αυτών (Α.
Σ.), αφού επισκέφθηκε το διαμέρισμα, επιβεβαίωσε την βούλησή του να το αγοράσει. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 105.000,00 €, το οποίο θα προερχόταν από στεγαστικό δάνειο που θα εχορηγείτο στον άνω αγοραστή από το υποκατάστημα της 6ης εναγομένης (Ε.Τ.Ε.) στην Αλεξανδρούπολη. Κατά τον χρόνο εκείνο η ενάγουσα είχε πωλήσει ήδη δέκα τέσσερα (14) διαμερίσματα σε αγοραστές που λάμβαναν στεγαστικά δάνεια από την Ε.Τ.Ε.
και ο διαχειριστής της είχε εισπράξει το ποσόν των άνω δανείων από το υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην πόλη της Ξάνθης, με το οποίο, μεταξύ άλλων, συνεργαζόταν. Πρόκειται για τις πωλήσεις που έγιναν με τα υπ' αριθμ. ... πωλητήρια συμβόλαια .... Στα ανωτέρω συμβόλαια δεν ετίθετο διαλυτική αίρεση για την περίπτωση μη εμπροθέσμου καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος, ούτε και συνεφωνείτο εκχώρηση του προϊόντος του στεγαστικού δανείου προς την ενάγουσα.
Σε όλες τις ανωτέρω πωλήσεις, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ζητούσε από την 3η εναγομένη (Ε. Β.), που ήταν η αρμόδια υπάλληλος επί των στεγαστικών δανείων του υποκαταστήματος της E.Τ.E. στην πόλη της Ξάνθης, να ενημερώνεται για την ημερομηνία εκταμιεύσεως του αντιστοίχου στεγαστικού δανείου και η ανωτέρω εναγομένη πράγματι τον ειδοποιούσε, ώστε να μεταβαίνει στο εν λόγω υποκατάστημα, να παρευρίσκεται κατά την εκταμίευση του ποσού του δανείου μαζί με τον δανειολήπτη - αγοραστή και να εισπράττει το εκταμιευόμενο ποσόν του δανείου, είτε με οπισθογράφηση επιταγής, είτε με κατάθεση του ποσού σε λογαριασμό που τηρούσε στο υποκατάστημα αυτό, είτε με είσπραξη μετρητών, αναλόγως των τρεχουσών οικονομικών υποχρεώσεων της ενάγουσας εταιρίας προς τρίτους.
Τις περισσότερες φορές ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας μετέβαινε στο άνω υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. και παρευρισκόταν κατά την εκταμίευση του ποσού του δανείου, οσάκις δε αυτός απουσίαζε, η 3η εναγόμενη ενεργούσε, ώστε το ποσόν του εκταμιευθέντος δανείου να κατατεθεί στον λογαριασμό της ενάγουσας, ειδικότερα δε υπεδείκνυε στον δανειολήπτη να υπογράψει ταυτοχρόνως τα έγγραφα της εκταμιεύσεως με τα έγγραφα της καταθέσεως του αναληφθέντος ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό που είχε δώσει προηγουμένως στον δανειολήπτη ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας.
Κατά τον ανωτέρω τρόπο διαμορφώθηκε μια πάγια πρακτική στις σχέσεις μεταξύ ενάγουσας και Ε.Τ.Ε., ευλόγως δε ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης θεωρούσε εαυτόν εξοικειωμένο με την διαδικασία της εκταμιεύσεως του ποσού των στεγαστικών δανείων και της συνακόλουθης εισπράξεώς τους, αφού, ακόμη και εν απουσία του, ουδέποτε δημιουργήθηκε κάποιο πρόβλημα.
Δηλονότι δημιουργήθηκε μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης περί του ότι, οσάκις θα γίνεται εκταμίευση στεγαστικού δανείου στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην πόλη της Ξάνθης, τα συμφέροντα της ενάγουσας θα προστατευόταν έναντι των αγοραστών, είτε δια της ειδοποιήσεως και παρουσίας κατά την εκταμίευση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, είτε, εν απουσία αυτού, δια της παρεμβάσεως της αρμοδίας υπαλλήλου (εδώ 3ης εναγομένης) ώστε το εκταμιευθέν ποσό του δανείου να κατατεθεί στον ως άνω λογαριασμό.
Η μεταξύ της ενάγουσας και της Ε.Τ.Ε., σχέση εμπιστοσύνης, που διαμορφώθηκε με την ανωτέρω πρακτική, ενισχύθηκε έτι περαιτέρω με την, από 15-5-2008, έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαμεσολαβήσεως, που είχε συνάψει ατομικώς ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας με την Ε.Τ.Ε., με αντικείμενο την προώθηση στεγαστικών δανείων, η οποία στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση μεσιτείας, με αντικείμενο την προώθηση των στεγαστικών δανείων της Ε.Τ.Ε.
σε υποψηφίους αγοραστές διαμερισμάτων αντί προμήθειας ποσοστού 1% επί του εκταμιευομένου ποσού. Από το περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως αποδεικνύεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας δεν είχε συναλλακτική επαφή με την Ε.Τ.Ε. μόνον με πρωτοβουλία των αγοραστών των διαμερισμάτων της ενάγουσας, αλλά συνδεόταν με την τράπεζα και με χωριστή σύμβαση, η οποία θεμελίωσε μονιμότερη συνεργασία τους.
Δεν αποδείχθηκε όμως ο ισχυρισμός της ενάγουσας, περί του ότι οι καταβολές του πιστωθέντος τιμήματος των, πωλουμένων από την ενάγουσα ακινήτων, γινόταν σε όλες τις περιπτώσεις με την ταυτόχρονη προσκόμιση συμβολαιογραφικής πράξεως εξοφλήσεως του τιμήματος. Ειδικότερα η ενάγουσα, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, προσκομίζει με επίκληση αναλυτικές καταστάσεις της Εμπορικής Τράπεζας που αφορούν τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό (όψεως εταιρίας του υποκαταστήματος Ξάνθης), και της Ε.Τ.Ε. που αφορούν τους υπ' αριθμ. ... και ... (προσωπικούς) λογαριασμούς του υποκαταστήματός της στην Ξάνθη. Από τις εν λόγω καταστάσεις προκύπτει ότι, ναι μεν συντασσόταν συμβολαιογραφικές πράξεις εξοφλήσεως την ίδια ημέρα με την καταβολή των οφειλομένων ποσών ....
όμως η πρακτική αυτή δεν ετηρείτο παγίως, αφού συντασσόταν συμβολαιογραφικές πράξεις εξοφλήσεως και μετά την καταβολή των οφειλομένων ποσών.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ενόψει της πωλήσεως του ανωτέρω διαμερίσματος (στον μη διάδικο 1° εναγόμενο) και επειδή η ενάγουσα δεν είχε συνεργαστεί ποτέ με το υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε.
στην Αλεξανδρούπολη και ως εκ τούτου ο νόμιμος εκπρόσωπός της δεν γνώριζε εάν και εκεί ακολουθούνταν η ίδια διαδικασία εκταμιεύσεως του ποσού των στεγαστικών δανείων, ζήτησε τις σχετικές πληροφορίες από την 3η εναγόμενη (Ε. Β.), με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατ' επανάληψη συνεργάστηκε, και της ζήτησε να μεσολαβήσει στην ομόλογή της υπάλληλο του υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε.
στην Αλεξανδρούπολη, που ήταν η 4η εναγομένη (Ε. Μ.), ώστε να ειδοποιηθεί για την ημερομηνία εκταμιεύσεως του δανείου από τον αγοραστή (εδώ - μη διάδικο - 1° εναγόμενο) και να μεταβεί ο ίδιος στην Αλεξανδρούπολη, προκειμένου να εισπράξει το τίμημα της πωλήσεως. Η 4η εναγόμενη (Ε. Μ.) διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς, αρχικώς την 3η εναγόμενη (Ε.
Β.) και εν συνεχεία τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ότι και στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην Αλεξανδρούπολη ετηρείτο η αυτή διαδικασία εκταμιεύσεως των στεγαστικών δανείων και ότι θα τον ειδοποιούσε για την ημερομηνία της εκταμιεύσεως, ώστε να παρευρίσκεται. Οι ανωτέρω τηλεφωνικές συνομιλίες έλαβαν χώρα τις τελευταίες ημέρες του μηνός Μαΐου του έτους 2009, οι δε παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις της 4ης εναγομένης (Ε.
Μ.) στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, συνετέλεσαν ώστε ναι πειστεί ο τελευταίος για την πώληση του άνω διαμερίσματος στον Α. Σ. (1° εναγόμενο), τον οποίο δεν γνώριζε και ήταν εύλογο να εμμένει στην τήρηση της αυτής διαδικασίας όπως και στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην Ξάνθη, ώστε να εξασφαλίσει την καταβολή του τιμήματος.
Αποδείχθηκε δε ότι, αν δεν ελάμβανε τις άνω διαβεβαιώσεις, ως εκφραστής της βουλήσεως της ενάγουσας εταιρίας την οποία εκπροσωπούσε δεν θα δεχόταν να προβεί στην πώληση του εν λόγω διαμερίσματος προς τον 1° εναγόμενο με εξόφληση του τιμήματος από στεγαστικό δάνειο του οποίου η εκταμίευση θα γινόταν από το υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε.
στην Αλεξανδρούπολη. Πράγματι την 3η-6-2009 υπεγράφη το υπ' αριθμ. .../3-6.-2009 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Μωϋσή Τσελεπίδη ... με το οποίο η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον 1° εναγόμενο το προπεριγραφέν διαμέρισμα με τα παρακολουθήματά του, δηλαδή μία αποθήκη .... και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως μίας θέσεως σταθμεύσεως οχήματος ....
στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής. Στο εν λόγω συμβόλαιο ανεγράφη ως τίμημα της πωλήσεως το ποσό των 76.635,43 €, όση δηλαδή ήταν και η αντικειμενική αξία του πωληθέντος διαμερίσματος μετά των παρακολουθημάτων αυτού, καταβλητέο από δάνειο που θα ελάμβανε ο αγοραστής από την Ε.Τ.Ε. μέχρι την 3η-8-2009. Επίσης συμφωνήθηκε ότι, έως την αποπληρωμή του τιμήματος, απαγορευόταν στον αγοραστή να πωλήσει ή να υποθηκεύσει το διαμέρισμα και ότι επιτρεπόταν μόνον η υποθήκευσή του υπέρ της Ε.Τ.Ε.
για την εξασφάλισή της για την χορήγηση του δανείου. Μολονότι δεν προκύπτει ότι συντάχθηκε κάποιο αντέγγραφο που να αποδεικνύει το, επί πλέον, συμφωνηθέν τίμημα, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί τούτου, καθ' όσον την 19η-6-2009 υπεγράφησαν μεταξύ της Ε.Τ.Ε. (υποκατάστημα Αλεξανδρουπόλεως) και του ως άνω αγοραστή οι υπ' αριθμ. ...
και ... δυο (2) δανειακές συμβάσεις για ποσά 76.636,00 € και 29.764,00 €, αντιστοίχως (ήτοι συνολικώς 106.400,00 €). Στο κείμενο της πρώτης εκ των ανωτέρω συμβάσεων αναγράφεται ως σκοπός του δανείου η αγορά πρώτης κατοικίας, ενώ στο κείμενο της δεύτερης αναγράφεται ως σκοπός του δανείου η βελτίωση της πρώτης κατοικίας ταυτοχρόνως με την αγορά της.
Τούτο έγινε, εν γνώσει των αρμοδίων υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. του υποκαταστήματός της στην Αλεξανδρούπολη, διότι το στεγαστικό δάνειο δεν μπορούσε να υπερβεί το, αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο, ως συμφωνηθέν και πιστωθέν τίμημα (76.636,43 €), οπότε με το δεύτερο δάνειο θα γινόταν η εξόφληση του μη αναγραφέντος στο άνω συμβόλαιο τιμήματος ύψους 28.363,57 € (105.000-76.636).
Συμφωνήθηκε επίσης ότι η πληρωμή του πιστωθέντος τιμήματος θα αποδεικνυόταν αποκλειστικώς με εξοφλητική πράξη, συντασσόμενη ενώπιον συμβολαιογράφου, ότι ο αγοραστής έλαβε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του το διαμέρισμα με τα παρακολουθήματά του, ενώ σε κανένα σημείο του συμβολαίου δεν αναφέρεται ότι το δάνειο θα έπρεπε να εκταμιευθεί υπό τον όρο προσκομίσεως συμβολαιογραφικής πράξεως για την εξόφληση του τιμήματος στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε.
στην Αλεξανδρούπολη, ο δε, περί του αντιθέτου ισχυρισμός της ενάγουσας, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα η, αναγραφόμενη στην 1η σελίδα του 13ου φύλλου του υπ' αριθμ. .../3-6-2009 πωλητηρίου συμβολαίου, συμφωνία: "Η πληρωμή του πιστωμένου τιμήματος θα αποδεικνύεται αποκλειστικά με εξοφλητική πράξη που θα συνταχθεί ενώπιον συμβολαιογράφου με έξοδα του αγοραστή..." δεν αφορά τις σχέσεις του αγοραστή με την Ε.Τ.Ε., αλλά αυτές των συμβαλλομένων.
Επηκολούθησε η σύνταξη του υπ' αριθμ..../17-6-2009, συμβολαίου ..., με το οποίο τροποποιήθηκε το ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο και η ενάγουσα επέτρεψε στον αγοραστή να συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της Ε.Τ.Ε. για την λήψη και άλλου δανείου (του δευτέρου) πλην του προαναφερθέντος (πρώτου) δανείου. 'Ετσι, αυθημερόν (την 17η-6-2009), δυνάμει της υπ' αριθμ. 478/19-6-2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), επετράπη η εγγραφή στο πωληθέν διαμέρισμα δύο (2) προσημειώσεων υποθήκης υπέρ της Ε.Τ.Ε., της πρώτης μέχρι του ποσού των 99.626,80 € και της δεύτερης μέχρι του ποσού των 38.693,20 €.
Η πρώτη προσημείωση ενεγράφη για την εξασφάλιση του πρώτου δανείου που αντιστοιχούσε στο, αναγραφέν στο συμβόλαιο, τίμημα της πωλήσεως, ενώ η δεύτερη προσημείωση ενεγράφη για την εξασφάλιση του δευτέρου δανείου που αντιστοιχούσε, κατά τα προεκτεθέντα, τύποις μεν στην βελτίωση της πρώτης κατοικίας ταυτοχρόνως με την αγορά της, κατ' ουσίαν όμως στο μη αναγραφέν τίμημα ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η 4η εναγομένη (Ε. Μ.) για λόγους υγείας και ειδικότερα λόγω προβλήματος στη σπονδυλική στήλη επρόκειτο να λείψει από την εργασία της κατά τις ημέρες που πιθανολογείτο ότι θα εκταμιευόταν το πρώτο δάνειο. Για τον λόγο αυτό ενημέρωσε τον 50 εναγόμενο (Γ. Γ.), ο οποίος ήταν υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε.
στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και την υπάλληλο Μ. Μ., η οποία θα την αντικαθιστούσε, για τις επαφές της με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, καθώς και για την υποχρέωση που είχε αναλάβει η ίδια (4η εναγομένη), ως υπάλληλος της Ε.Τ.Ε., για την τήρηση της αυτής διαδικασίας εκταμιεύσεως, όπως και στο υποκατάστημα της Ξάνθης.
Εν τω μεταξύ ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας τηλεφωνούσε στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην Αλεξανδρούπολη, για να πληροφορηθεί την ημερομηνία εκταμιεύσεως του δανείου και για να υπενθυμίσει να τον ειδοποιήσουν εκείνη την ημέρα, η δε υπάλληλος Μ. Μ., ενημερωμένη ως ανωτέρω σημειώνεται, τον διαβεβαίωνε ότι επέκειτο σύντομα η εκταμίευση και ότι θα τηρηθεί η, παγίως ακολουθουμένη, πρακτική, όπως στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε.
στην Ξάνθη. Την 23η-6-2009 εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε. στην Αλεξανδρούπολη ο 1ος εναγόμενος (αγοραστής), ο οποίος κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτί που ανέγραφε τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας. Η υπάλληλος Μ. Μ., αφού επιβεβαίωσε ότι πράγματι επρόκειτο για λογαριασμό της ενάγουσας, ενημέρωσε τον 5ο εναγόμενο ότι πρόκειται να γίνει εκταμίευση του δανείου.
Ο τελευταίος, μολονότι είχε ενημερωθεί από την 4η εναγομένη και γνώριζε σαφώς την υποχρέωση που αυτή είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας, ως υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. (και όχι ατομικώς), ρητώς αρνήθηκε να ειδοποιήσει τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση από το νόμο ή εγκύκλιο της τράπεζας, ούτε από τις δανειστικές συμβάσεις, που στο άρθρο "4" αυτών προβλέπεται ότι "...το ποσό του δανείου πιστώνεται σε συνδεδεμένο καταθετικό λογαριασμό..." του δανειολήπτη.
Έτσι εκταμιεύθηκε το ποσό των 76.635,00 €, δηλαδή ολόκληρο το ποσόν του πρώτου δανείου πλην ενός ευρώ (01,00 €), καθώς και το ποσόν των 25.165,00 € από το δεύτερο δάνειο, απέμενε δε υπόλοιπο 4.599,00 € από το δάνειο αυτό (συνολική εκταμίευση: 101.800,00 €) και πιστώθηκε σε καταθετικό λογαριασμό του δανειολήπτη, όπως προέβλεπε το προαναφερθέν άρθρο "4" αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων.
Εν συνεχεία, όταν η υπάλληλος Μ. Μ. ζήτησε από τον δανειολήπτη να αναμένει ώστε να κατατεθεί το εκταμιευθέν ποσό στον λογαριασμό της ενάγουσας, αυτός της είπε ότι θα κατέθετε τα χρήματα σε ένα από τα ταμεία του ισογείου, στο οποίο, θα απευθυνόταν, διότι είχε και άλλες συναλλαγές που έπρεπε να γίνουν στα εν λόγω ταμεία.
Κατευθυνθείς δε σε ένα από τα ταμεία του ισογείου, κατέθεσε στον λογαριασμό της ενάγουσας μόνον το ποσόν των 27.000,00 €. Περίπου δύο (2) μήνες αργότερα, δηλαδή την 19n-8-2009, και ενώ η 4η εναγομένη (Ε. Μ.) είχε επιστρέψει στην εργασία της, εκταμιεύθηκε με δική της ενέργεια το ποσόν των 4.599,00 € από το δεύτερο δάνειο, από το οποίο ο δανειολήπτης (1ος εναγόμενος), με την μέριμνα της 4ης εναγομένης και εν απουσία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, κατέθεσε στο λογαριασμό της τελευταίας το ποσόν των 4.500,00 €, ήτοι συνολικώς κατέθεσε στον λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 31.500,00 € (27.000+4.500), ενώ εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος (αναγραφέντος και μη στο συμβόλαιο) τιμήματος ύψους 73.500,00 € (105.000-31.500).
Από τα ανωτέρω επιβεβαιώνεται η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι, μολονότι το δεύτερο δάνειο εκταμιεύθηκε τύποις για την βελτίωση του αγορασθέντος διαμερίσματος, εντούτοις όλοι οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε. στην Αλεξανδρούπολη γνώριζαν ότι αφορούσε την εξόφληση του, μη αναγραφέντος στο συμβόλαιο, τιμήματος.
Σημειώνεται ότι ο 5ος εναγόμενος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας την 23η-6-2009, όμως μετά την, κατά τα ανωτέρω γενομένη, (πρώτη) εκταμίευση των ποσών των δανείων ...... Η άνω συμπεριφορά του 5ου εναγομένου και δη, κατ' αρχήν η, εν γνώσει της αναληφθείσας υποχρεώσεως του υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε.
στο οποίο ήταν υποδιευθυντής, παράληψη ειδοποιήσεως του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και η, εν συνεχεία, εκταμίευση των ποσών των δανείων χωρίς να τηρηθεί, έστω και εν απουσία του (μη ειδοποιηθέντος) νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, η υποσχεθείσα και παγίως ακολουθούμενη στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε.
στην Ξάνθη, πρακτική, ήτοι χωρίς, ταυτοχρόνως με την κατάθεση των εκταμιευθέντων ποσών των δανείων στον λογαριασμό του δανειολήπτη, να μεριμνήσει ώστε να υπογραφούν παραλλήλως από τον τελευταίο και τα απαραίτητα έγγραφα για την κατάθεση αμφοτέρων των ποσών (συνολικώς 101.800,00 €) στον λογαριασμό της ενάγουσας, συνιστά υπαίτια παράλειψη θετικής ενεργείας, οφειλομένης από την προηγηθείσα διαβεβαίωση προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, αντίκειται δε στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου επί των οποίων στηρίζεται το θετικό δίκαιο.
Επί πλέον ο 5ος εναγόμενος, μολονότι κατά τους όρους των δανειστικών συμβάσεων θεώρησε ότι είχε το δικαίωμα ή την ευχέρεια να ενεργήσει όπως ενήργησε, εντούτοις όντας ενημερωμένος από την συνάδελφό του Ε. Μ. (4η εναγομένη) περί του ότι συμφωνήθηκε να τηρηθεί η προμνησθείσα πρακτική που ετηρείτο στο υποκατάστημα της Ε.Τ.Ε.
στην Ξάνθη, εντούτοις προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από την συμπεριφορά του στην ενάγουσα και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την άνω παράλειψη, ένεκα της οποίας, κατ' αιτιώδη συνάφεια, επήλθε η ζημία ποσού 73.500,00 € στην ενάγουσα .... Την αδικοπραξία αυτή ο 5ος των εναγομένων την τέλεσε υπό την ιδιότητά του ως προστηθέντος από την Ε.Τ.Ε ...
η οποία συνεπώς ευθύνεται εις ολόκληρον για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την υπ' αριθμ. Α2009εγχ/4975/64/27-6-2012 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ξάνθης, που προσκομίζουν οι άνω εναγόμενοι, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε εν μέρει (ήτοι καθ' όσον αφορούσε τους 3η, 4η και 5° των εναγομένων), η, από 22-12-2009, έγκληση της ενάγουσας για την αξιόποινη πράξη της αμέσου συνεργείας σε απάτη με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσης από κοινού ....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, αν εισέπραττε το ποσό των 73.500,00 € από την 3η-8-2009 θα το κατέθετε σε τράπεζα και επί επτά (7) μήνες ήτοι έως και τον Μάρτιο του έτους 2010, με μέσο όρο επιτοκίου 3% ετησίως, θα εισέπραττε τόκους (αφαιρουμένου του φόρου ποσοστού 10%) ποσού ...1.157,66 € (165,38X7), κατά το οποίο επίσης ζημιώθηκε.
Στην επέλευση της άνω ζημίας συνολικού ποσού 74.657,66 € (73.500+1.157,66) δεν συνετέλεσε πταίσμα της ενάγουσας, η οποία, κατά την επίμαχη μεταβίβαση, τήρησε την πρακτική που παγίως εφαρμοζόταν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το τίμημα θα προερχόταν από προϊόν δανείου εκταμιευομένου από την Ε.Τ.Ε., ενώ εξάλλου, οι υπάλληλοι της τελευταίας στο υποκατάστημά της στην Αλεξανδρούπολη, ως προεκτέθηκε, γνώριζαν ότι, εκτός από αναγραφόμενο στο συμβόλαιο (εικονικώς) τίμημα ποσού 76.635,43 €, είχε συμφωνηθεί και εκτός συμβολαίου τίμημα ποσού 28.363,57 € και για τον λόγο αυτό η Ε.Τ.Ε., δια του ανωτέρω υποκαταστήματός της, κατήρτισε με τον αγοραστή τις προαναφερθείσες υπ' αριθμ. ...
και ... δυο (2) δανειακές συμβάσεις για ποσά 76.636,00 € και 29.764,00 €, αντιστοίχως, προκειμένου δηλαδή να καλύψει και το, εκτός συμβολαίου, τίμημα, ως προς το οποίο η σύμβαση πωλήσεως ήταν άκυρη .... Τέλος αποδείχθηκε ότι, λόγω της προπεριγραφείσας αδικοπραξίας, τρώθηκε η εμπορική φήμη της ενάγουσας, διότι στον κατασκευαστικό κλάδο, στον οποίο δραστηριοποιείται, ιδίως δε στην πόλη της Ξάνθης, εμφανίσθηκε ανίκανη να εξουσιάζει την περιουσία της και εκ του γεγονότος αυτού υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, καθοριζόμενης στο εύλογο ποσό των 6.000,00 €, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, της βαρύτητος του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος, του είδους και των συνεπειών της γενομένης προσβολής, την έλλειψη πταίσματος της ζημιωθείσας, της κοινωνικής θέσεως του υπαιτίου και της οικονομικής καταστάσεως των μερών...
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ... κρίνοντας ότι δεν υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως η 6η εναγομένη (Ε.Τ.Ε.) και ο προστηθείς απ' αυτήν, υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της στην Αλεξανδρούπολη (5ος εναγόμενος), λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεως του τελευταίου και της επελθούσας στην ενάγουσα ζημίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων και δεν εκτίμησε ορθώς τις, ενώπιον του, προσαχθείσες αποδείξεις.
Επομένως, .... πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανιστεί εν μέρει ... Περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και δικαστεί η αγωγή κατά την κυρία (αδικοπρακτική) βάση αυτής .... απορριπτόμενης εν συνεχεία ως κατ' ουσίαν αβασίμου της νομίμου (άρθ. 300 ΑΚ) ενστάσεως περί του συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας ....
που προέβαλαν πρωτοδίκως οι 5ος και 6η των εναγομένων και επαναφέρουν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τις προτάσεις τους, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή (η αγωγή) ως βάσιμη κατ' ουσίαν καθ' όσον αφορά τον 5° (Γ. Γ.) και την 6η (Ε.Τ.Ε.) των εναγομένων, υποχρεουμένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 80.657,66 € (73.500+1.157,66+6.000), νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής".
IV) Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, καλύπτεται το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 919 , 298 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Η παράθεση δε και άλλων στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του 5ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσείοντος, όπως και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού και της ζημίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ειδικότερα, το Εφετείο εκθέτει με σαφήνεια τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την υπαιτιότητα του 5ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι αυτός, αν και ενημερώθηκε για την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της Τράπεζας (2ης αναιρεσείουσας) όπως ειδοποιήσει τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρείας για την εκταμίευση του ποσού του στεγαστικού δανείου και προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση της ζημίας σε περίπτωση μη ενημέρωσής του, παράλειψε την υποχρέωση αυτή παρά την προηγηθείσα για το αντίθετο διαβεβαίωση, καθώς και ότι η συμπεριφορά του αυτή είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και αντίκειται στην κοινωνική ηθική και τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου επί των οποίων στηρίζεται το θετικό δίκαιο.
Επίσης, το Εφετείο εκθέτει γιατί η παράλειψη του 5ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσείοντα να ειδοποιήσει τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρείας όπως παρευρίσκεται κατά την εκταμίευση του ποσού του στεγαστικού δανείου συνέβαλε αιτιωδώς στο να μην εισπράξει η αναιρεσίβλητη πωλήτρια το τίμημα αγοράς του ακινήτου, εκθέτοντας ότι με την εκεί παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της θα ανάγκαζε τον δανειολήπτη αγοραστή να καταβάλει σ' αυτόν (νόμιμο εκπρόσωπο) ή να καταθέσει το εκταμιευθέν ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί ιδιαίτερα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε ποια συγκεκριμένη ενέργεια θα προέβαινε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης σε περίπτωση άρνησης του δανειολήπτη να καταβάλει σ' αυτόν ή να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης το εκταμιευθέν πoσό ώστε να αποτρέψει την επέλευση της πρόκλησης ζημίας από την παράλειψη αυτή.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή πρoστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση του Γ. Γ. του Ν. και της εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της 254/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ