Supreme Court dismisses appeal where court of first instance correctly characterized negative action as invalid for property claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued their lawsuit was a positive claim for ownership, but the lower court correctly identified it as a negative action seeking removal of structures. The court ruled that without proof of ownership and possession at the time of filing, the negative action was legally insufficient to challenge the defendants' rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1094 and 1108 of the Civil Code; A lawsuit seeking removal of structures constitutes a negative action rather than a positive claim for ownership unless the plaintiff proves title and possession at the time of filing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2031 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2031/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2 οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Παπαγγελή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Γεωργάτο και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11552/1995 μη οριστική, 5160/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2483/2005 του Εφετείου Αθηνών που αναπέμπει την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ αριθ. 4188/2006 απόφαση. Στη συνέχεια ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 3088/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-2-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου με ακριβή περιγραφή αυτού, για να μη προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά του και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής παρέχεται δε η αγωγή αυτή στον κύριο του πράγματος για την περίπτωση καθολικής προσβολής της κυριότητας.
Έτσι, χωρίς νομή ή κατοχή του εναγομένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, από την απλή αντιποίηση της κυριότητας απ' αυτόν, δεν νομιμοποιείται η έγερση κατ' αυτού της διεκδικητικής αγωγής. Η αγωγή δε αυτή πρέπει να περιέχει και αίτημα αποδόσεως του διεκδικούμενου πράγματος στον ενάγοντα, στο οποίο βέβαια εμπεριέχεται και το αίτημα περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επ' αυτού (ΑΠ 230/1993).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 1062/2006).
Ειδικότερα, θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει ειδικότερα και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 1717/2006).
Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του ακινήτου, εκτός από την άρση της διατάραξης και την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει την κυριότητα του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του, αν αμφισβητείται από τον εναγόμενο που προβάλλει ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, οπότε η αγωγή του έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητας του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος της κυριότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί στην εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 981 ίδιου Κώδικα, η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.
Παροδικό από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ, προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελές πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και οι λόγοι έφεσης.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτου ότι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριες κατά ποσοστά 3/4 η πρώτη και 1/4 η δεύτερη του ακινήτου (οικοπέδου), που περιγράφουν σ'αυτή ( αγωγή) εκτάσεως 6.650 μ2, ότι το απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομιά του αληθούς κυρίου αυτού ..., πατέρα της πρώτης και συζύγου της δεύτερης και μοναδικών εξ αδιαίρετου κληρονόμων του, ο οποίος πέθανε στις 9-1-1945, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ότι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και συγκεκριμένα την αποδέχθηκαν ρητώς με τη συμβολαιογραφική πράξη που αναφέρουν και ότι οι εναγόμενοι τον Ιανουάριο του έτους 1985, αυθαίρετα και παράνομα εγκατέστησαν στο προς τον αγροτικό δρόμο βόρειο μέρος του οικοπέδου ένα κοτέτσι και στη συνέχεια "έκτισαν μικρή οικία δύο περίπου δωματίων, προσβάλλοντας έτσι ....την επί του οικοπέδου τους κυριότητα, νομή και κατοχή τους".
Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούν οι ενάγοντες, με απειλή χρηματικής ποινής για μη συμμόρφωση, την άρση της προσβολής της κυριότητάς τους και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, καθώς και "να εκκενωθούν και κατεδαφιστούν τα κτίσματα αυτά και να εκβληθεί εξ αυτών κάθε πρόσωπο που κάνει καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση" τούτων.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ενόψει και του σαφούς εν λόγω αιτήματός της, φέρει το χαρακτήρα αρνητικής αγωγής και όχι διεκδικητικής αγωγής, αφού σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, αποτελεί διαταρακτική ενέργεια η παράλειψη των προσβολέων εναγομένων να άρουν τα διαταρακτικά κατασκευάσματα, δηλαδή τον ορνιθώνα και τη μικρή οικία, η διατήρηση των οποίων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην οποία δεν αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι, αμφισβητούντες την κυριότητα των εναγουσών επί του επιδίκου τις έχουν αποβάλει από τη νομή τους επ' αυτού, συνεπάγεται όχι αφαίρεση και κατακράτηση του τμήματος του ακινήτου, επί του οποίου τα πιο πάνω κατασκευάσματα και το οποίο (τμήμα), άλλωστε, σε σχέση με το μείζον ακίνητο, ελλειπώς περιγράφεται, αλλά διαρκεί και εξακολουθητική παρενόχληση των εναγουσών στην άσκηση της νομής τους επί του επιδίκου.
Επομένως, το Εφετείο που χαρακτήρισε την ένδικη αγωγή, ως αρνητική αγωγή, αλλά την απέρριψε, υπό τον χαρακτηρισμό αυτόν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι έκρινε ότι, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, "πρόκειται για ολική προσβολή" της κυριότητας των εναγουσών επί του τμήματος του μείζονος ακινήτου, επί του οποίου τα πιο πάνω κατασκευάσματα, η οποία συντελέστηκε με την αφαίρεση και κατακράτηση του τμήματος αυτού, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέσθηκαν οι ενάγουσες, προς θεμελίωση της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, τα οποία αν ελάμβανε υπόψη του θα δεχόταν ότι η ένδικη αγωγή έχει το χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο της, δεν φέρει το χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής, αλλά αρνητικής αγωγής, την οποία, ακολούθως, υπό τον χαρακτηρισμό αυτόν, έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 3.088/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ