Legislator Case Law & Legislation
2031/2007 AI generated

2031/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2031/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/2/2001 και 19/2/2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 28/12/2001 και 5/4/2002 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2831/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2031/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2031 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2031/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Κούγια, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Σαλαβράκου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκπροσωπεί το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ως ειδικό διάδοχο εκ του Νόμου, λόγω ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης το οποίο συνεχίζει τη διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/2/2001 και 19/2/2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 28/12/2001 και 5/4/2002 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2831/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την κατ΄ άρθρο 286 στοιχ. Β΄ βίαια διακοπή της δίκης, που επήλθε με την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, νομίμως ήδη συνεχίζεται η δίκη ως προς αυτή ύστερα από δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξουσίας δικηγόρου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12β παρ. 13 του ΝΔ 400/1970, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 2170/1993, υποκατέστησε την αναιρεσίβλητη εταιρεία στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της (ΑΠ 90/1997).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 335 και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ΄ αυτές, η μη λήψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που πρόβαλε, ως επιχειρήματα, προκύπτοντα από τις αναφερόμενες αποδείξεις, η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε η ίδια, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν "πράγματα" με την έννοια της αμέσως ανωτέρω διατάξεως.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο τραυματισμός της αναιρεσείουσας οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ίδιας, η οποία, προτιθέμενη να διασχίσει το οδόστρωμα, δεν πρόσεξε τις φθορές και ανωμαλίες που υπήρχαν στο πεζοδρόμιο με αποτέλεσμα να γλιστρήσει και να πέσει ανάσκελα στον πίσω αριστερό τροχό του διερχομένου τη στιγμή εκείνη ..... αυτοκινήτου. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων ήτοι της κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας ( αναιρεσείουσας) και του κατά την πρωτόδικη δίκη διαδίκου ....., των υπ΄ αριθ. 3524, 3525, 3538/2002 ενόρκων βεβαιώσεων των αναφερομένων σ΄ αυτές που συντάχθηκαν νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Κατόπιν τούτου, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, γιατί η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ΄ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 2 στοιχ. β΄ και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από διάδικο. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση (Ολ. ΑΠ 14/2005 Δ/νη 46. 702). Σημειώνεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 66, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και ένορκες ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου βεβαιώσεις (άρθρ. 671 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν κατηγορία εγγράφων, αλλ΄ αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, η μη λήψη υπόψη του οποίου δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη την συνταχθείσα νομότυπα, μετά από προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσίβλητης υπ΄ αριθ. 2525/2002 ένορκη βεβαίωση του αναφερομένου σ΄ αυτή που νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα και από την οποία αποδεικνύεται η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα του οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη.

Όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου τις υπ΄ αριθ. 3524/2002, 3525/2002 και 3538/2002 ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων ....., Μ1 και ....., αντίστοιχα, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά και οι οποίες, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και όπως αδιστάκτως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της ελάσσονος αυτής, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του .....

ΙΧΦ αυτοκινήτου. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη των υπ΄ αριθ. 2525/2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά του εξετασθέντος Μ1, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε. Όμως, ένορκη βεβαίωση με τον ως άνω αριθμό δεν προσκόμισε ούτε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, η δε αναγραφή στο αναιρετήριο του αριθμού 2525/2002 αντί του αριθμού 3525/2002 που φέρει η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση του εξετασθένος Μ1, η οποία και ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο, οφείλεται, προφανώς, σε παραδρομή της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, αναφορικά με τις συνθήκες του τραυματισμού της αναιρεσείουσας. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή έχει για το ως άνω ζήτημα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού σ΄ αυτή αναφέρονται και περιγράφονται λεπτομερώς οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα και ο τραυματισμός της αναιρεσείουσας. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 2831/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αν αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ