Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of lack of standing as a denial of claim basis, not a procedural defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued the lower court erred by failing to consider a claim of lack of active standing, which they claimed should have been treated as a procedural defect under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that a lack of standing is not a procedural objection but a denial of the claim's substantive basis, meaning it does not constitute a 'matter' capable of affecting the trial's outcome under the cited statute. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; A lack of active or passive standing constitutes a denial of the claim's basis rather than a procedural objection, and therefore does not qualify as a 'matter' under Article 559(8) that can affect the trial's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2030 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2030/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Μάριου Στασινούλα του Φιλίππου, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαμπράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την υπ' αριθ. 307/2015 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την υπ' αριθ. ... πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 20.1.2015 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... [εκ παραδρομής αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη και στο αναιρετήριο ως ημεροχρονολογία της αγωγής η 27.1.2014, που αφορά προγενέστερη όμοια αγωγή του αναιρεσιβλήτου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση], επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη και των τεσσάρων εναγομένων (εκ των οποίων η πρώτη εξ αυτών τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα), ζήτησε να του επιδικαστεί αποζημίωση προς αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας του, πρόσθετη, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, αποζημίωση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Παράλληλα, η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), με το από 7.4.2015 δικόγραφο, προσεπικάλεσε στη δίκη την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", στο οποίο ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά της τελευταίας, η οποία, με τη σειρά της, άσκησε την από 15.5.2015 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας, κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Κατόπιν συνεκδίκασης των ως άνω δικογράφων, εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. ... οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η προσεπίκληση με την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κύρια αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη (χωρίς να περιλαμβάνεται στο διατακτικό η σχετική απορριπτική διάταξη), έγινε δεκτή εν μέρει η κύρια αγωγή ως προς τους λοιπούς τρεις εναγομένους και αναγνώρισε ότι οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, το συνολικό ποσό των 81.900 ευρώ για τις άνω αιτίες.
Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εν μέρει ηττηθείσα πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 8.5.2018 έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ..., στρεφόμενη κατά του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, και κατά της προσεπικληθείσας-παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας.
Το Εφετείο, με την, εκδοθείσα αντιμωλία, υπ' αριθ. ... απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, έτσι, την κρίνασα ομοίως πρωτόδικη απόφαση. Με την αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη μόνο κατά του ενάγοντος-πρώτου εφεσιβλήτου, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου στο σύνολό της, ήτοι και κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση ως προς την προσεπικληθείσα-παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προς βεβαίωση λόγου αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Το δικαστήριο, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, που αποτελούν την ιστορική της βάση, προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της.
Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 34/2015).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που είναι αναγκαία για το, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο του περιεχομένου της και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής, και δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη παρά την αοριστία της, ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής και τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Τούτο διότι, το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ή να μη κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 308/2015, ΑΠ 502/2014). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015).
Περαιτέρω, τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδ. β' ΑΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι της περιγραφής των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 387/2016, ΑΠ 1513/2014).
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η δε υποχρέωσή του μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη (ΑΠ 1341/2018, ΑΠ 179/2015). Οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).
Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1220/2010, ΑΠ 387/2016, ΑΠ 1097/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία.
Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά η πρόστηση μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να γίνεται ευκαιριακά για μία μόνο συγκεκριμένη πράξη. Έτσι, δεν έχει σημασία ο τρόπος της προσλήψεως του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψή του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, όντος αδιάφορου του τρόπου παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 379/2012).
Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 797/2014, ΑΠ 1021/2012).
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή δίδει οδηγίες και εντολές γι` αυτούς (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 179/2015, ΑΠ 1021/2012).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 681, 688 - 691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο.
Επομένως, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωσή της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.
Τα περιστατικά αυτά, ως στηρίζοντα κατά νόμο την αγωγή, συνιστούν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και, επομένως, η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη τέτοιων πραγμάτων μολονότι αυτά δεν εκτέθηκαν στην αγωγή, όπως η τελευταία μπορεί να συμπληρωθεί και να διευκρινιστεί με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 224 ΚΠολΔ), θεμελιώνει το σχετικό αναιρετικό λόγο, καθώς και τον από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 191/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 20.1.2015 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος ιστορούσε ότι, στις 21.12.2007 στην ..., υπογράφηκε μεταξύ του Δήμου ..., ως αναθέτουσας αρχής, και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ήδη αναιρεσείουσας, ως αναδόχου, κύρια σύμβαση ανάθεσης έργου προμήθειας - εγκατάστασης ευρυζωνικού μητροπολιτικού δικτύου οπτικών ινών του εν λόγω Δήμου, αντί εργολαβικής αμοιβής 1.235.000,11 ευρώ, ότι, κατά ρητούς όρους της σύμβασης (9.4, 9.5, 9.15, 10.1), η αναθέτουσα αρχή ουδεμία ευθύνη και υποχρέωση είχε από τυχόν ατύχημα, η εναγόμενη ανάδοχος, ήδη αναιρεσείουσα, είναι αυτή που θα είχε την αποκλειστική ευθύνη για τυχόν ζημίες ή ατυχήματα που (τυχόν) θα προκαλούνταν σε οποιονδήποτε τρίτο από πράξεις ή παραλείψεις της ίδιας ή των προστηθέντων της και η ίδια εγγυήθηκε και έφερε όλες τις απορρέουσες, από την άνω σύμβαση και το νόμο, υποχρεώσεις και ευθύνες, έχοντας, παράλληλα, και τη δυνατότητα να αναθέτει σε τρίτους υπεργολάβους τμήματα του συμβατικού αντικειμένου.
Ότι στα πλαίσια αυτής της δυνατότητάς της, που είχε από την κύρια σύμβαση, η ως άνω εναγομένη στις ... συμβλήθηκε με τη δεύτερη εναγόμενη τεχνική εταιρεία, προκειμένου η τελευταία, ως υπεργολάβος, να εκτελέσει, αντί αμοιβής, μέρος των προβλεπόμενων από την κύρια σύμβαση εργασιών (εκσκαφή χανδάκων, τοποθέτηση πλαστικών σωλήνων ..., εγκιβωτισμό των σωλήνων κλπ), ότι στη μεταξύ τους αυτή σύμβαση προβλέφθηκε ρητά οι εργασίες να εκτελεστούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και τους όρους της κύριας σύμβασης μεταξύ αναθέτουσας αρχής και αναδόχου πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, υπό τις οδηγίες και υποδείξεις της τελευταίας, ότι την ευθύνη έναντι αυτής θα είχε η δεύτερη εναγομένη ανεξάρτητα εάν αυτή εκτελούσε το έργο ή, για λογαριασμό της, το εκτελούσε εργολαβικά τρίτος.
Ότι, ακολούθως, η δεύτερη των εναγομένων συμβλήθηκε με την τρίτη τούτων, τεχνική εταιρεία, η οποία νομίμως εκπροσωπούνταν από τον τέταρτο εναγόμενο, να εκτελέσει (ως υπεργολάβος της δεύτερης συνεναγομένης της) αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, όλες τις εργασίες που η δεύτερη των εναγομένων είχε συμφωνήσει, κατά τα ανωτέρω, με την πρώτη εξ αυτών ανάδοχο, ήδη αναιρεσείουσα, να εκτελέσει για λογαριασμό της τελευταίας στα πλαίσια της κύριας σύμβασης, που αυτή είχε υπογράψει με το Δήμο ..., και ότι η τρίτη εναγομένη θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την αποκατάσταση κάθε ζημίας σε τρίτους κατά την εκτέλεση του έργου, απαλλάσσοντας την αντισυμβαλλόμενή της δεύτερη εναγομένη από κάθε είδους ευθύνη.
Ότι η πρώτη εναγόμενη ανάδοχος, ήδη αναιρεσείουσα, κατά ρητή επιταγή της κύριας σύμβασης, ασφάλισε ολόκληρο το έργο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά την εκτέλεση αυτού, στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη-προσθέτως παρεμβαίνουσα ασφαλιστική εταιρεία. Ότι στις 27.2.2009 και ώρα 23.15, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως διανομέας έτοιμου φαγητού, οδηγώντας δίκυκλο μοτοποδήλατο στην ..., επί της οδού ..., στο οδόστρωμα της οποίας υφίστατο επιμήκης τομή, που είχε διανοιγεί στα πλαίσια εκτέλεσης του άνω έργου, μεταβαλλόμενου πλάτους και βάθους, συνεπεία κακοτεχνιών του εργολάβου, που άφησε αυτήν ακάλυπτη και χωρίς νόμιμη σήμανση, ο εμπρόσθιος τροχός του μοτοποδηλάτου εγκλωβίστηκε επί της επιμήκους τομής, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το μοτοποδήλατο, να καταπέσει ο ενάγων στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί σοβαρά στο δεξιό του γόνατο, εξ αυτού δε να υποστεί περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη.
Ότι ο τραυματισμός του και, συνακόλουθα, η ζημία του, περιουσιακή και μη, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) αναδόχου-εργολάβου και των συνεναγομένων της υπεργολάβων, που παρέλειψαν, δια των προστηθέντων υπαλλήλων τους, κατά την εκτέλεση των εργασιών επί του οδοστρώματος της άνω δημοτικής οδού, τη λήψη και τήρηση των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας των συννόμως κινούμενων επ' αυτής και ανύποπτων χρηστών της οδού, όπως η τοποθέτηση επ' αυτής κατάλληλης σήμανσης, τα οποία υποχρεούνταν εκ του νόμου και των άνω συμβάσεων να λάβουν, με αποτέλεσμα να επέλθει το ατύχημα, το οποίο άλλως θα είχε αποφευχθεί, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται το πταίσμα εκάστου των εναγομένων στην ένδικη αγωγή.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα ανάδοχος εργολάβος του έργου, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, λόγω της κοινής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, η δε εναγόμενη ανάδοχος και ως προστήσασα τους συνεναγομένους της υπαίτιους του ατυχήματος υπεργολάβους, τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με το ως άνω περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή διαλαμβάνει με πληρότητα τα απαιτούμενα στοιχεία για θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της αναδόχου εργολάβου πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά της, με το να παραλείψει, δια των προστηθέντων οργάνων/υπαλλήλων της, τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας από την εκτέλεση του έργου στο οδόστρωμα της άνω δημοτικής οδού, την πρόκληση, από την εν λόγω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ζημίας στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας στον αναιρεσίβλητο ζημίας.
Δεν ήταν απαραίτητο δε, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, να διαλαμβάνονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής, προκειμένου να προσδιοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό της αιτούμενης από τον ήδη αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση της αναιρεσείουσας, που δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Ούτε ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνονται στην αγωγή για τη θεμελίωση της, κατά τα ανωτέρω, ευθύνης της πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας και, συνεπώς, για το ορισμένο αυτής (αγωγής), τα πραγματικά περιστατικά της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου από την ίδια, αφού η τελευταία δεν ενάγεται μόνο με την ιδιότητα της προστήσασας την υπαίτια για το ατύχημα υπεργολάβο, ώστε να υπέχει μόνο γνήσια αντικειμενική ευθύνη, αλλά, πρωτίστως και κυρίως, ως υπέχουσα πρωτογενώς αδικοπρακτική ευθύνη για την πρόκληση της σωματικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου, επειδή, κατά τα σαφώς εκτιθέμενα στην αγωγή, παρέλειψε να λάβει τα αναφερόμενα, αποτρεπτικά του ατυχήματος, μέτρα ασφαλείας, παρά τη σχετική προς τούτο ρητή υποχρέωσή της από την ως άνω κύρια σύμβαση με τον κύριο του έργου Δήμο ..., με την οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου ως ανάδοχος εργολάβος.
Ωστόσο, η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα, και κατά την επικαλούμενη εκ του άρθρου 922 ΑΚ αντικειμενική ευθύνη της εξ αδικοπραξίας των υπεργολάβων, είναι ορισμένη, καθόσον εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής η, από τη σύμβαση με τη δεύτερη εναγόμενη υπεργολάβο, με την οποία ανέθεσε στην τελευταία την υπεργολαβική εκτέλεση τμημάτων του έργου, διατήρηση του δικαιώματος της πρώτης εναγομένης για παροχή οδηγιών και υποδείξεων ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των ανατεθέντων τμημάτων του έργου.
Έτσι, στην αγωγή εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου και την ευθύνη (μεταξύ άλλων και) της αναιρεσείουσας για την αποκατάσταση της ζημίας του, ώστε η αγωγή να είναι ορισμένη. Είναι διαφορετικό το ζήτημα αν θα προκύψει από τις αποδείξεις η βασιμότητα των περιστατικών αυτών, ώστε να κριθεί η αγωγή βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε (έστω σιγή) το σχετικό περί αοριστίας της αγωγής προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό και επαναφερθέντα με τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω μη απορρίψεως της ένδικης αγωγής ως αόριστης ως προς την αναιρεσείουσα και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά (ΑΠ 666/2014).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1210/2010).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 125/2019, ΑΠ 1420/2013).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Την 21.12.2007 ο Δήμος ... κατήρτισε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "... ..." (ήδη αναιρεσείουσα) σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει το "... ...", αντί της εργολαβικής αμοιβής του 1.235.000,11 ευρώ.
Κατά τον ουσιώδη, εν προκειμένω, όρο (άρθρ. 9.5) "Ο Ανάδοχος θα έχει την αποκλειστική ευθύνη για τυχόν ζημιές ή ατυχήματα που, από πράξεις ή παραλείψεις του ιδίου ή των προστηθέντων του, προκληθούν στην Αναθέτουσα Αρχή, στον ίδιο, στο προσωπικό του ή σε οποιονδήποτε τρίτο κατά την εκτέλεση της σύμβασης... Εν συνεχεία την ...
η εναγομένη "..." κατήρτισε σύμβαση με την δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "..." δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει υπεργολαβικώς μέρος του έργου και κυρίως εκσκαφή χανδάκων, τοποθέτηση σωλήνων ..., τοποθέτηση πολυσωληνίων συστημάτων. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως το έργο θα εκτελεσθεί υπό τις οδηγίες και υποδείξεις της "...".
Ακολούθως δυνάμει του από 29.09.2008 συμφωνητικού η ... ανέθεσε το έργο υπεργολαβικώς στην τρίτη εναγομένη εταιρεία "...", της οποίας ο τέταρτος εναγόμενος Γ. Μ. τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία, η οποία ήθελε προξενηθεί σε τρίτους κατά την εκτέλεση του έργου.
Την ... και περί ώρα 23.15 μμ ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του ψητοπωλείου "..." όπου εργαζόταν ως διανομέας έτοιμου φαγητού. Ενώ εκινείτο με πολλή μικρή ταχύτητα επί της οδού ..., πλάτους 5,40 μέτρων, αντελήφθη να υφίσταται επί του οδοστρώματος επιμήκης τομή, απέχουσα ένα (1) μέτρο από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, μεταβαλλόμενου πλάτους και βάθους συνεπεία κακοτεχνιών του εργολάβου, χωρίς μάλιστα σήμανση.
Εν συνεχεία και παρά την προσπάθεια του ενάγοντος να κινηθεί προς τα αριστερά και να αποφύγει τις ανωμαλίες του οδοστρώματος ο εμπρόσθιος τροχός του μοτοποδηλάτου εγκλωβίσθηκε επί της επιμήκους τομής, πλάτους στο συγκεκριμένο σημείο από 0,25 έως 0,30 εκατοστά, βάθους 0,13 εκατοστά και μήκους 0,70 εκατοστά. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να καταπέσει επί του οδοστρώματος.
Το ατύχημα αυτό οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της προστηθείσης τρίτης εναγομένης, η οποία άφησε ακάλυπτη την επιμήκη τομή και δεν μερίμνησε για την νόμιμη σήμανση αυτής.
Συνεπώς ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα ο ενάγων διεκομίσθη στο Γ.Ν. ..., όπου διεγνώσθη ότι υπέστη συντριπτικό κάταγμα κνημιαίου πλατώ δεξιού γόνατος, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά, υπό ολική νάρκωση,...
και ενοσηλεύθη στην ορθοπεδική κλινική έως την 7.03.2009. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο παρέμεινε στην οικία του σε πλήρη ακινησία επί τέσσερις (4) μήνες και εν συνεχεία για έξι (6) μήνες εχρησιμοποίησε βακτηρίες μασχάλης. Την 20.05.2010 εισήχθη και πάλιν στην ορθοπεδική κλινική του Γ.Ν. ..., όπου υπεβλήθη σε χειρουργική αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης και ενοσηλεύθη έως την 25.05.2010. [...].
Το ποσοστό αναπηρίας του είναι προς το παρόν άνω του 45% και το οποίο θα αυξηθεί με την πάροδο των ετών και θα φθάσει το 67% οπότε και θα χειρουργηθεί. [...]. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δαπάνησε α) ...κατά την διάρκεια της αρχικής οκταήμερης νοσηλείας του, κατ' αναπλήρωση αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, το ποσόν των 1.200 ευρώ β) για τον ίδιο λόγο για το διάστημα τεσσάρων μηνών της κατ' οίκον νοσηλείας το ποσόν των 2.700 ευρώ.
Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από την 2.02.2009 έως την 27.01.2014, οπότε κατέστη ανίκανος προς εργασία τόσον ως διανομέας ετοίμου φαγητού όσον και ως εργαζόμενος εκ παραλλήλου στην συγκομιδή εσπεριδοειδών, απώλεσε... το ποσόν των 28.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επεδίκασε τα ποσά αυτά, δεν έσφαλε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως. [...] το Δικαστήριο τούτο, εκτιμώντας [...], κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτού, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη,..., το ποσόν των 20.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ..., δεν έσφαλε απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως. Περαιτέρω λαμβάνοντας υπ' όψιν την διαγνωσθείσα αναπηρία του ενάγοντος, [...] κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 931 του Α.Κ, ως εύλογη αποζημίωση... το ποσόν των 30.000 ευρώ.
Τα ίδια αφού είπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν έσφαλε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως. [...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της γνήσιας αντικειμενικής ευθύνης της ήδη αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, ως προστήσασας την υπαίτια του ατυχήματος υπεργολάβο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 8.5.2018 έφεση της αναιρεσείουσας (που στρεφόταν και κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου εν προκειμένω) κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, επικυρώνοντας, έτσι, αυτήν, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την από 20.1.2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου (και) κατά της αναιρεσείουσας.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922, 681, 688-691 και 698 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας αναδόχου εργολάβου, ως προστήσασας, και της υπαίτιας του ατυχήματος υπεργολάβου, ως (υπο)προστηθείσας, και της εξ αυτής της σχέσεως απορρέουσας αντικειμενικής ευθύνης της πρώτης (αναιρεσείουσας) εξ αδικοπραξίας της προστηθείσας, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές της απόφασης ότι η αναιρεσείουσα ανάδοχος 1) σύμφωνα με τον ουσιώδη όρο 9.5 της σύμβασης έργου, που συνήψε με το Δήμο ... (αναθέτουσα αρχή), θα είχε την αποκλειστική ευθύνη για τυχόν ζημίες ή ατυχήματα που τυχόν θα προκαλούνταν, από πράξεις ή παραλείψεις της ιδίας ή των προστηθέντων της, στην αναθέτουσα αρχή ή σε οποιονδήποτε τρίτο κατά την εκτέλεση της σύμβασης και 2) με την καταρτισθείσα σύμβαση στις ...
με τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικο στην προκείμενη δίκη), δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει υπεργολαβικώς μέρος του έργου (εκσκαφή χανδάκων, τοποθέτηση σωλήνων ..., τοποθέτηση πολυσωληνίων συστημάτων κλπ), η αναιρεσείουσα διαφύλαξε το δικαίωμα για παροχή οδηγιών και υποδείξεων στην υπεργολάβο κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος τμήματος του έργου, το οποίο, ακολούθως, η άνω υπεργολάβος το ανέθεσε υπεργολαβικώς στην (υπαίτια του ατυχήματος) τρίτη εναγόμενη εταιρεία "..." (μη διάδικο στην προκείμενη δίκη).
Πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, καθώς οι ως άνω παραδοχές καλύπτουν, με επάρκεια και σαφήνεια, το πιο πάνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας αναδόχου και της υπαίτιας του ατυχήματος υπεργολάβου, και της εκ της σχέσεως αυτής αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, υπόχρεης, ως εκ τούτου, σε αποζημίωση του αναιρεσίβλητου παθόντος, αφού προς εκτέλεση της κύριας σύμβασης εργολαβίας, που κατήρτισε με το Δήμο ..., δυνάμει της οποίας ανέλαβε την αποκλειστική ευθύνη για τυχόν ζημίες ή ατυχήματα που, από πράξεις ή παραλείψεις της ιδίας ή των προστηθέντων της, θα προκαλούνταν σε οποιονδήποτε τρίτο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, κατήρτισε, στη συνέχεια, με τη δεύτερη εναγόμενη υπεργολάβο την ένδικη σύμβαση υπεργολαβίας, με την οποία ανέθεσε σ' αυτήν την υπεργολαβική εκτέλεση τμημάτων του έργου και με την οποία επιφύλαξε για τον εαυτό της την εν γένει διεύθυνση και επίβλεψη του έργου με την παροχή οδηγιών και υποδείξεων προς την ανωτέρω εναγομένη, ευθυνόμενη έτσι ως προστήσασα τόσο για τις παράνομες παραλείψεις της δεύτερης εναγομένης (προστηθείσας) όσο και για τις παράνομες παραλείψεις της τρίτης εναγομένης (υποπροστηθείσας), εφόσον με τη βούλησή της η προστηθείσα δεύτερη εναγομένη ανέθεσε την εκτέλεση του έργου στην τρίτη εναγομένη, έστω και αν η ίδια δεν ασκούσε έλεγχο ή δεν έδινε οδηγίες και εντολές σ' αυτήν, αφού κάτι τέτοιο δεν προσαπαιτείται, στην ως άνω περίπτωση της υποπρόστησης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ της ίδιας και της υπαίτιας υπεργολάβου, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη σχέσης πρόστησης, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 398/2020).
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006), ούτε όμως και συνιστά μη λήψη υπόψη αυτών όταν το δικαστήριο από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον τότε πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 34/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τις, νομίμως προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, υπ' αριθ. 1-13 φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται ότι στο οδόστρωμα της οδού, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, πέραν της ύπαρξης της επίμαχης τομής του δικτύου οπτικών ινών, της οποίας οι διαστάσεις, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι μικρότερες από τις προαναφερόμενες που δέχθηκε το Εφετείο, υφίστατο και έτερη τομή, εκείνη του δικτύου ύδρευσης (μη έχοντος σχέση με το άνω κατασκευαζόμενο έργο), παράλληλης με την τομή οπτικών ινών και έχουσας τις άνω μεγαλύτερες διαστάσεις που δέχθηκε το Εφετείο για την τομή όπου έπεσε ο αναιρεσίβλητος, γεγονός που υποδηλώνει, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έπεσε εντός της τομής του δικτύου οπτικών ινών, της οποίας το μικρό πλάτος απέκλειε την εντός αυτής πτώση του οδηγούμενου από αυτόν μοτοποδηλάτου, αλλά εντός της, μεγαλύτερων διαστάσεων, τομής του δικτύου ύδρευσης, που δεν είχε σχέση με το ως άνω εκτελούμενο έργο, του οποίου ανάδοχος είχε οριστεί η αναιρεσείουσα.
Όμως, από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα (ως τέτοια δε, θεωρούνται και οι φωτογραφίες), αλλά και από το σύνολο του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης, καθίσταται, αναμφίβολα, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις επίδικες φωτογραφίες.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, διότι οι ως άνω φωτογραφίες, ενόψει των όσων (κατά τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα) αποδεικνύουν, τα οποία, κατά την άποψή της, αποκλείουν την πτώση του οδηγούμενου από τον αναιρεσίβλητο μοτοποδηλάτου εντός της τομής οπτικών ινών και, άρα, υποδηλώνουν έλλειψη υπαιτιότητάς της (αναιρεσείουσας), δεν είναι χρήσιμες στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη της βασιμότητας της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, καθώς, σύμφωνα με τα, κατά την αναιρεσείουσα, απεικονιζόμενα σ' αυτές, η έρευνα για συντρέχον πταίσμα του αντιδίκου της καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Έτσι, δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση αγωγής ή ενστάσεως, ούτε επιχειρήματα προς στήριξη της αγωγής.
Η δικαστική ομολογία, δηλαδή απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 336/2020, ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 685/2014, ΑΠ 325/2007). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την, κατά τα ανωτέρω, προβληθείσα από αυτήν ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου της, χωρίς να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία του τελευταίου, την οποία επικαλέστηκε η ίδια προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της πρωτοδίκως αλλά και στη δευτεροβάθμια δίκη, συνιστάμενη σε αναφορές του αντιδίκου της που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής του, όπου, ιστορώντας και περιγράφοντας τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, φέρεται, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, να ομολογεί:
στη σελίδα 9 της αγωγής του "ότι δεν κινούνταν στο άκρο δεξιό της οδού, προτίμησε να κινηθεί προς το μέσον της οδού και ελαφρώς αριστερότερα αυτής και στρέφοντας το τιμόνι αριστερά επέπεσε στην τομή", στη σελ. 7 της αγωγής "ότι οδηγούσε έχοντας αναμμένη τη μεγάλη σκάλα στον εμπρόσθιο φανό του μοτοποδηλάτου", στη σελ. 8 "ότι η οδός εκείνη τουλάχιστον τη νύχτα ήταν σκοτεινή " και στη σελ. 9 της αγωγής "ότι το οδόστρωμα παρουσίαζε σε όλο το πλάτος του επί πολλά μέτρα, ιδιαίτερες φθορές στον ασφάλτινο τάπητα, όπως μεγάλες λακούβες και έντονα νεροφαγώματα της ασφάλτου που καθιστούσαν ιδιαίτερα επικίνδυνο το οδόστρωμα (λαμβανομένης υπόψη και της κατωφέρειας) για τους χρήστες της οδού, έτι περισσότερο για τους δικυκλιστές".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αναφορές [τις οποίες, μάλιστα, επικαλείται η αναιρεσείουσα εντελώς αποσπασματικά, επιλεκτικά και χωρίς καμία συνοχή και σύνδεση με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αγωγής], δεν αποτελούν δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, περιέχουσα πραγματικά περιστατικά επιβλαβή γι' αυτόν, αλλά επιχειρήματα αυτού προς στήριξη της αγωγής του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 110/2019, ΑΠ 22/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την, κατά τα ανωτέρω προβληθείσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου της, παραλείποντας να λάβει υπόψη, 1) για την κρίση του επί του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος έπεσε σε άλλη τομή και όχι σε εκείνη του δικτύου οπτικών ινών, τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι α) "η τομή του δικτύου οπτικών ινών ανέρχεται, τεχνικά, επιστημονικά και κατασκευαστικά, στα 6-8 εκατοστά και ουδέποτε έχει πλάτος 25-30 εκατοστά, ενώ ούτε το βάθος της ανέρχεται ποτέ στα 0,13 εκατοστά, ανερχόμενο τούτο στα 4-5 εκατοστά", β) "εάν κάποιος κινηθεί προς τα αριστερά (όπως δέχεται, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της η αναιρεσιβαλλόμενη), άρα ο τροχός έχει φορά προς τα πλάγια, δεν είναι δυνατόν ο τροχός του μοτοποδηλάτου να εγκλωβιστεί στην τομή του δικτύου οπτικών ινών (η οποία είναι και τεχνικά, επιστημονικά και κατασκευαστικά στις άνω μικρότερες διαστάσεις), ενώ κάλλιστα μπορεί να εγκλωβιστεί σε τομή πλάτους 25-30 εκατοστών και βάθους 13 εκατοστών, όπως περιγράφεται σε επίπεδο διαστάσεων η τομή επί της οποίας επέπεσε ο παθών, οι οποίες είναι διαστάσεις της τομής του δικτύου ύδρευσης" και 2) αναφορικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού του αντιδίκου της ότι δήθεν κινούνταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με 10 χλμ/ω, το δίδαγμα της κοινής πείρας "για τον επικίνδυνο και γρήγορο τρόπο με τον οποίο κινούνται οι οδηγοί μοτοποδηλάτων που εκτελούν delivery".
Με το περιεχόμενο αυτό, ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση οι ως άνω αναφορές δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η απορρέουσα από το άρθρο 929 ΑΚ αξίωση αποζημιώσεως του ασφαλισμένου κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση.
Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο, και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υποχρέου τρίτου.
Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει, όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους, υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαιτήσεως στο ΙΚΑ (ΑΠ 1549/2021).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Εξ άλλου, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε και ενώπιόν του με λόγο έφεσης, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου ως προς τα αξιούμενα, και επιδικασθέντα με την αναιρεσιβαλλομένη, κονδύλια αποζημίωσης για δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού, καθώς και για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του, διότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το ΙΚΑ, στην ασφάλιση του οποίου υπαγόταν η δραστηριότητα που ασκούσε ο αναιρεσίβλητος, έχει υποκατασταθεί εκ του νόμου στις εν λόγω αξιώσεις αυτού έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης, ο οποίος δεν πλήττει παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπέρ του αναιρεσιβλήτου και σε βάρος της αναιρεσείουσας αλλά πλήττει την προσβαλλομένη κατά το μέρος που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της, μη διαδίκου στην προκείμενη αναιρετική δίκη, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος δε λόγος είναι απαράδεκτος και διότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, αφού και αν ακόμη ήθελε ευδοκιμήσει δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά του (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.12.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ..." και το διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. ... τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ