Legislator Case Law & Legislation
2030/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal by co-accused and extends favorable ruling to silent accomplice.

Case Number 2030/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted appeals filed by three co-accused against a first-instance judgment regarding fraud. The court found that the grounds for appeal, specifically the lack of detailed reasoning and incorrect application of criminal law, were not personal to the appellants but benefited all co-defendants. Consequently, the favorable outcome of the appeal was extended to a fourth accomplice who had not filed an appeal, and the case was remitted for retrial before a new panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) and (e) of the Criminal Procedure Code; The Supreme Court extends the favorable result of an appeal filed by one co-accused to other co-accused and accomplices who did not appeal, provided the grounds are not exclusively personal to the appellant.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal by co-accused Extension of favorable ruling Silent accomplice Remittal for retrial Joint criminal liability Detailed reasoning requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(d) and (e) of the Criminal Procedure Code
Article 469 of the Criminal Procedure Code
Article 512(1)(c) of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2030 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2030/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Σ. - Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Άννα Τσιράκη - Γιαβή, 2. Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπαρουξή, 3. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπαρουξή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7285/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και θεωρείται απών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην α) από 16.7.2019 αίτησή του πρώτου αναιρεσείοντος (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19.7.2019) και β) στην από 18.7.2019 αίτηση του 2ου και 3ου αναιρεσείοντος, (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19.7.2019), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1185/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει για τους κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Π.Κ. λόγους αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στην μη ασκήσασα αναίρεση Β. Γ. και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 16-7-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-7-2019) του Σ.-Α. Γ., κατοίκου ... και β) η από 18-7-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-7-2019) του Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., και του Σ.

Μ. του Γ., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 7285/2018 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.

α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου εμφανιστεί ο αναιρεσείων και δεν εμφανιστεί ο πολιτικώς ενάγων, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση της υπόθεσης διεξάγεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (15-11-2019) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα, εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν νόμιμα οι ως άνω αναιρεσείοντες. Αντίθετα, δεν εμφανίστηκε με συνήγορο, ούτε εκπροσωπήθηκε από νόμιμα διορισμένο συνήγορο, αλλά (εμφανίστηκε) αυτοπροσώπως χωρίς συνήγορο και, συνεπώς, θεωρείται ως δικονομικώς απών, ο Γ.

Π., ο οποίος είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά τη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά την οποία εκδόθηκε η προμνημονευθείσα προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, όπως προκύπτει από το από 18-10-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Λ.

Χ., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, με το οποίο του επιδόθηκε η κλήση …/17-9-2019 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστεί με συνήγορο στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως, αφού ο πολιτικώς ενάγων ερημοδικεί, καίτοι έχει κλητευθεί νόμιμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και αυτός παρών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' περ. α' του Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού πλέον απειλείται, για την προβλεπόμενη από αυτή αξιόποινη πράξη της απάτης, ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ.

δ' του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4620/2019) νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, συνιστώσα επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε.

Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά (ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα), τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις.

Αν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.

Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος.

Χρόνος τέλεσης της απάτης, κατά την έννοια του άρθρου 17 του ΠΚ, είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο ενήργησε ο δράστης και εκδήλωσε την απατηλή συμπεριφορά του, πρέπει δε να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση ο συγκεκριμένος χρόνος των ψευδών παραστάσεων κλπ και, αν είναι περισσότερες, ο χρόνος της κάθε μιας, ενώ είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος, η επέλευση της βλάβης του οποίου πρέπει να είναι μεταγενέστερη των ψευδών γεγονότων ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης των αληθινών, για να υπάρχει έτσι ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του παθόντος και περαιτέρω μεταξύ της τελευταίας και της συμπεριφοράς, στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς.

Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους απόφασης και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα.

Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους απόφασης αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Όμως, τελείται μία πράξη απάτης και όταν γίνονται συνεχιζόμενες ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, ο δε χρόνος τέλεσης της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη.

Περαιτέρω, από το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση άμεσης συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου κατά τη διάρκεια της τέλεσης και στην τέλεση της κύριας πράξης του αυτουργού, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του άμεσου συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε και δ) δόλος του άμεσου συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην τέλεση της κύριας πράξης.

Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Ως χρόνος τέλεσης της πράξης του άμεσου συνεργού νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση. Μορφές συνδρομής προγενέστερες της κύριας πράξης μπορεί να αποτελούν απλή συνέργεια, ενώ οι μεταγενέστερες της κύριας πράξης είτε τιμωρούνται ως άλλο έγκλημα είτε μένουν ατιμώρητες.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 Ποινικού Κώδικα, "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83).

Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη και, συνεπώς, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ και 511 εδ.

δ' του νέου ΚΠοινΔ, έναντι της ως άνω αντίστοιχης για την άμεση συνέργεια του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, καθόσον, κατ' αρχήν, η συνέργεια, χωρίς διάκριση πλέον σε απλή ή άμεση (κατά τις διακρίσεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα), αντιμετωπίζεται ενιαία και τιμωρείται με ποινή μειωμένη, κατά το άρθρο 83 του ΠΚ.

Κατ' εξαίρεση μόνο το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμεσης, κατά το εδάφιο β', συνέργειας ("...άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού"), στην έννοια της οποίας εμπίπτουν πλέον, με βάση τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης (εδαφίου β'), τέτοιες πράξεις συνδρομής που προσεγγίζουν εγγύτατα την αυτουργική τέλεση του εγκλήματος.

Δηλαδή, με τη διάταξη του άρθρου 47 του νέου Ποινικού Κώδικα, αφενός μεν προβλέπεται μειωμένη ποινή και για την περίπτωση της άμεσης συνέργειας, αφετέρου δε ορίζεται ότι η επιβολή από το δικαστήριο της ποινής του αυτουργού, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις του εδαφίου β', είναι δυνητική, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν άρθρο 46 παρ.1 περ.

β' του ΠΚ, που προέβλεπε υποχρεωτικά και όχι δυνητικά μόνο την ποινή του αυτουργού. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά.

Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο από αυτά κατ' επιλογή, όπως τούτο επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα και ανενδοιάστως, ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα, που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να θεωρείται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευθείσας προσβαλλόμενης απόφασής του 3275/2018 το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "....Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2011 ο πρώτος κατηγορούμενος ανήρτησε στην ιστοσελίδα www....

αγγελία για την πώληση του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως οχήματος μάρκας "Μόρις Μίνι Κούπερ" με πρώτη άδεια κυκλοφορίας την 31-5-1969. Μετά από συνεννόηση ο εγκαλών που ενδιαφερόταν για την αγορά ενός οχήματος της ως άνω μάρκας επισκέφθηκε την οικία του πρώτου προκειμένου να δει το πωλούμενο το οποίο ήταν σταθμευμένο σε στεγασμένο χώρο στάθμευσης.

Ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού απέτρεψε τον εγκαλούντα αφενός μεν να οδηγήσει το όχημα με τη δικαιολογία ότι είχαν κάποιο πρόβλημα τα φρένα και αφετέρου να αφήσει τη μηχανή αναμμένη για λίγο περισσότερο χρόνο με την πρόφαση να μην γεμίσει ο χώρος καυσαέρια, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Γ. Π. του Ι. ότι το όχημα αυτό βρισκόταν σε καλή κατάσταση και ήταν ασφαλές για οδική χρήση, αποκρύπτοντάς του δολίως ότι το ανωτέρω όχημα έφερε πολλές χρόνιες βλάβες ήτοι τις εξής:

α) βλάβη κινητήρα, β) κομμένη γέφυρα εμπρός δεξιά, γ) βλάβη στα φρένα, σιαγόνες, κυλινδράκια, δ) βλάβη σε ρουλεμάν τροχού δεξιά και φούσκα ημιαξονίου, ε) βλάβη στην κρεμαγιέρα, στ) βλάβη στα ακραξώνια, στ) βλάβη σε αμορτισέρ και ζ) βλάβη σε διαφράγματα και κατά συνέπεια δεν ήταν ασφαλές για οδική χρήση, αλλά επικίνδυνο.

Στις αρχές 2012 ο εγκαλών (ενν. ο εκκαλών-πρώτος κατηγορούμενος) διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα για την άριστη κατάσταση του οχήματος και μάλιστα του παρέδωσε έγγραφο από το οποίο προέκυπτε ότι ελέγχηκε για ΚΤΕΟ την 20-12-2010 από την εταιρεία ... στην Κηφισιά. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες επανέλαβε σε επόμενη επίσκεψη του εγκαλούντα, παρέπεισε τον τελευταίο να συμφωνήσει προφορικά στην αγορά του ως άνω αυτοκινήτου έναντι του ποσού των 3.500 ευρώ και να προβεί στην καταβολή μέρους του τιμήματος ως εξής:

την 22-5-2012 ποσό 800 ευρώ και στη συνέχεια την 5-7-2012 ποσό 400 ευρώ, την 6-8-2012 ποσό 600 ευρώ και την 5-9-2012 ποσό 400 ευρώ, ήτοι συνολικά 2.200 ευρώ. Ακολούθως, στις 6-9-2012 ο πρώτος κατηγορούμενος προκειμένου να ολοκληρώσει την πράξη του και συγκεκριμένα να πείσει τον εγκαλούντα να προβεί στην εμπράγματη περί της μεταβιβάσεως της κυριότητας δικαιοπραξία σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις και να εισπράξει και το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος με την συνδρομή των λοιπών κατηγορουμένων Γ.

Π., Σ. Μ. και Β. Γ., και συγκεκριμένα με το από 6.9.2012 και υπ' αριθμόν ... δελτίο τεχνικού ελέγχου οχήματος, στο οποίο δεν διαπιστωνόταν καμία βλάβη στο όχημα αποκρυπτομένων των πραγματικών ελαττωμάτων έπεισε τον εγκαλούντα και έτσι αυτός προέβη την προηγούμενη ημέρα στον κατά τα άνω συστατικό τύπο της εμπράγματης δικαιοπραξίας για την μεταβίβαση της κυριότητας.

Επίσης, ο εγκαλών την 5-9-2012 αποδέχθηκε δυο συναλλαγματικές ποσού 600 ευρώ η κάθε μία και λήξης την 5-10-2012 και 5-11-2012. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι κατά την διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, "αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τον δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο".

Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με την διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρέωσης από τον οφειλέτη, όπως είναι και η αποδοχή συναλλαγματικής προς ικανοποίηση του δανειστή (ή η οπισθογράφηση τέτοιου πιστωτικού τίτλου.....), δεν επιφέρει πριν από την είσπραξη αυτής την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με την σύσταση της νέας.

Μόνη η παράδοση της συναλλαγματικής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με αυτήν υπόσχεται στον δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.

Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την συναλλαγματική δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για τον λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής....Έτσι με τις παραπάνω συναλλαγματικές ο εγκαλών δεν εξόφλησε το συμφωνηθέν τίμημα αλλά υποσχέθηκε την εξόφλησή του μετά την διενεργηθησόμενη εμπράγματη μεταβίβαση.

Και πράγματι την 5-10-2012 κατέβαλε έναντι της πρώτης συναλλαγματικής λήξης την 5-10-2012 το ποσό των 500 ευρώ, ενώ στη συνέχεια δεν προέβη σε καμία καταβολή, επειδή διαπιστώθηκαν τα ελαττώματα και η σοβαρότητά τους μετά από έλεγχο την 21-10-2012 σε συνεργείο αυτοκινήτων και σε ΚΤΕΟ. Ειδικότερα, οι δεύτερος τρίτος και τέταρτη των κατηγορουμένων ενεργώντας από κοινού και μετερχόμενοι κοινό δόλο, εκ προθέσεως παρείχαν άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια της κυρίας πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και συγκεκριμένα παρείχαν υποστήριξη, διευκόλυνση και υποβοήθηση στον Σ.

Α. Γ. κατά την διάρκεια της άδικης πράξης που τέλεσε, όπως αυτή αναφέρεται αναλυτικώς στο υπό στοιχείο A του παρόντος διατακτικού και τον ενίσχυσαν αμέσως και αποφασιστικά στην εκτέλεση της πράξης αυτής διά της συμβολής τους. Ειδικότερα, στις 6.9.2012 ενεργούντες ο μεν Γ. Π. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Ιδιωτικό Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου ...

Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" με τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" και ο Σ. Μ. ως τεχνικός διευθυντής της εταιρείας, καίτοι διενήργησαν έλεγχο στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως όχημα μάρκας "Μόρις Μίνι Κούπερ" ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορούμενου, το οποίο επρόκειτο να πωληθεί στον εγκαλούντα, εκ προθέσεως απέκρυψαν την ύπαρξη των πραγματικών και επικινδύνων βλαβών που έφερε αυτό ως εκτίθενται αναλυτικώς ανωτέρω, αλλά αντιθέτως, εξέδωσαν το από 6.9.2012 και υπ' αριθμόν ...

δελτίο τεχνικού ελέγχου οχήματος, στο οποίο δεν διαπίστωναν καμία σοβαρή βλάβη στο όχημα (παρά μόνο δευτερεύουσες), παρέχοντας έτσι υποβοήθηση και διευκόλυνση στον πρώτο κατηγορούμενο, η δε εκ των κατηγορουμένων Β. Γ. ενήργησε ως διαμεσολαβητής, καθώς την ανωτέρω ημεροχρονολογία επέλεξε και κόμισε το ανωτέρω όχημα προς έλεγχο στην εταιρεία "...

ΕΠΕ", γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποκρυβούν τα πραγματικά ελαττώματα αυτού από τους συγκατηγορουμένους της. Από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων και ιδίως των Γ. Μ. και Μ. Π. σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα πραγματογνωμοσύνη του πρώτου και το από Μάρτιο 2013 έγγραφο ΚΤΕΟ του δεύτερου και όλα εν γένει τα έγγραφα προκύπτει αφενός μεν ότι τα πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος υπήρχαν κατά τον χρόνο πώλησης και μεταβίβασης αυτού και αφετέρου ότι αυτά τα γνώριζαν πλήρως τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος όσο και οι λοιποί κατηγορούμενοι οι μεν δεύτερος και τρίτος ως εκ της ιδιότητάς τους, η δε τέταρτη, διότι αυτά δεν ήταν δυνατόν να μην γίνουν αντιληπτά από την τελευταία που, κατά τα λεγόμενά της, το οδήγησε προκειμένου να το πάει στον εν λόγω ΚΤΕΟ, το οποίο μάλιστα επέλεξε η ίδια, παρότι απείχε ικανή απόσταση από την οικία του πωλητή.

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι και το ότι παρά το ότι κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων το αυτοκίνητο μπορούσε ευχερώς να μετακινηθεί και δεν είχε σοβαρά ελαττώματα που το καθιστούσαν μη ασφαλές για κυκλοφορία: α) το ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων έπεισε τον εγκαλούντα να παραλάβει το όχημα με γερανό β) τελικά με τη με αρ. ...15-11-2017 απόφαση της Γενικής Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών αφαιρέθηκε η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες του εν λόγω αυτοκινήτου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω Α) ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της πράξεως της κατ' εξακολούθηση απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της απλής απάτης, η οποία τελέσθηκε με ψευδείς παραστάσεις το διάστημα από 5-5-2012 έως 6-9-2012 οπότε και ολοκληρώθηκε στο εξαπατηθέν πρόσωπο-εγκαλούντα η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της επελθούσης πλάνης, ο τελευταίος προέβη σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις ήτοι στις μερικές καταβολές συνολικού ποσού 2700 ευρώ έναντι του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος, στην αποδοχή συναλλαγματικών και στην εμπράγματη συστατικού τύπου δικαιοπραξία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου.

Σημειώνεται επίσης ότι δεν προκύπτει πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος κατά κεφάλαιο και τόκους ούτε και δήλωση αυτού περί της ικανοποιήσεως αυτής, ώστε να υπάρξει, κατά τα άνω εκτεθέντα, η κατ' άρθρο 393 παρ. 1 και 2 ΠΚ απαλλαγή του υπαιτίου της απάτης. β) οι λοιποί κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της άμεσης συνέργειας οι β' και γ' και της απλής συνέργειας η τέταρτη στην ως άνω πράξη του πρώτου απορριπτομένων όλων των προβληθέντων αυτοτελών και μη ισχυρισμών".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε: α) τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Σ.-Α. Γ. ένοχο για την αξιόποινη πράξη της απλής απάτης, β) τους τότε δεύτερο και τρίτο από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες Γ. Π. και Σ. Μ. ενόχους για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην προαναφερόμενη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και γ) την τότε τέταρτη κατηγορούμενη, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα κατ' αναίρεση δίκη, ήτοι τη Β.

Γ., ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην προαναφερόμενη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και επέβαλε σε καθένα από τους τρεις πρώτους (αναιρεσείοντες) ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, και στην τέταρτη (Β. Γ.) ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα, επίσης, επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1ο κατηγορούμενο Σ.-Α.

Γ. ένοχο κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σε απλή απάτη, τελεσθείσα στην Αθήνα....του ότι: Έχοντας σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 3.500 €, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθών γεγονότων.

Ειδικότερα με ψευδείς παραστάσεις κατά το διάστημα από 5-5-2012 έως 6-9-2-2012 παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Γ. Π. του Ι., ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει από αυτόν το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως όχημα μάρκας "Μόρις Μίνι Κούπερ" ιδιοκτησίας του, ότι το όχημα αυτό βρισκόταν σε καλή κατάσταση και ήταν ασφαλές για οδική χρήση, αποκρύπτοντας του δολίως ότι το ανωτέρω όχημα έφερε πολλές χρόνιες βλάβες ήτοι τις εξής:

α) βλάβη κινητήρα, β) κομμένη γέφυρα εμπρός δεξιά, γ) βλάβη στα φρένα, σιαγόνες, κυλινδράκια, δ) βλάβη σε ρουλεμάν τροχού δεξιά και φούσκα ημιαξονίου, ε) βλάβη στην κρεμαγιέρα, στ) βλάβη στα ακραξώνια, στ) βλάβη σε αμορτισέρ και ζ) βλάβη σε διαφράγματα και κατά συνέπεια δεν ήταν ασφαλές για οδική χρήση, αλλά επικίνδυνο και έτσι ολοκλήρωσε στο εξαπατηθέν πρόσωπο-εγκαλούντα την επιδιωκόμενη πλάνη, και τον έπεισε να του καταβάλλει για την αγορά του ανωτέρω οχήματος εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο τελευταίος προέβη σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις, ήτοι στις μερικές καταβολές συνολικού ποσού 2.700 ευρώ έναντι του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος, στην αποδοχή συναλλαγματικών και στην εμπράγματη συστατικού τύπου δικαιοπραξία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του κατηγορούμενου, ο οποίος εισέπραξε το ποσό αυτό και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του άνευ νομίμου αιτίας.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους 2ο, 3ο και 4η κατηγορουμένους Γ. Π., Σ. Μ. και Β. Γ. ενόχους....του ότι: Ενεργώντας από κοινού και μετερχόμενοι κοινό δόλο, εκ προθέσεως παρείχαν άμεση οι δεύτερος και τρίτος και απλή συνδρομή η τέταρτη στον δράστη κατά την διάρκεια της κυρίας πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και συγκεκριμένα παρείχαν υποστήριξη, διευκόλυνση και υποβοήθηση στον Σ.

Α. Γ. κατά την διάρκεια της άδικης πράξης που τέλεσε όπως αυτή αναφέρεται αναλυτικώς στο υπό στοιχείο A του παρόντος και τον ενίσχυσαν αμέσως και αποφασιστικώς στην εκτέλεση της πράξης αυτής διά της συμβολής τους. Ειδικότερα, στις 6.9.2012 ενεργούντες ο μεν Γ. Π. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Ιδιωτικό Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου ...

Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" με τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" και ο Σ. Μ. ως τεχνικός διευθυντής της εταιρείας, καίτοι διενήργησαν έλεγχο στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως όχημα μάρκας "Μόρις Μίνι Κούπερ" ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορούμενου το οποίο επρόκειτο να πωληθεί στον εγκαλούντα, εκ προθέσεως απέκρυψαν την ύπαρξη των πραγματικών και επικινδύνων βλαβών που έφερε αυτό ως εκτίθενται αναλυτικώς στο υπό στοιχείο A του παρόντος, αλλά αντιθέτως, εξέδωσαν το από 6.9.2012 και υπ' αριθμόν ...

δελτίο τεχνικού ελέγχου οχήματος, στο οποίο δεν διαπίστωναν καμία βλάβη στο όχημα, παρέχοντας τοιουτοτρόπως υποβοήθηση και τη διευκόλυνση στον πρώτο κατηγορούμενο, η δε εκ των κατηγορουμένων Β. Γ. ενήργησε ως διαμεσολαβητής καθώς την ανωτέρω ημεροχρονολογία επέλεξε και κόμισε το ανωτέρω όχημα προς έλεγχο στην εταιρεία "...

ΕΠΕ", γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποκρύψουν τα πραγματικά ελαττώματα αυτού οι συγκατηγορούμενοί της". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά στους αναιρεσείοντες, την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων Σ.-Α.

Γ., και της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας κατά συναυτουργία στην απάτη, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι λοιποί αναιρεσείοντες, ενώ, παράλληλα, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 περ. β' και ήδη 47, 98, 386 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης αυτών.

Ειδικότερα, ενώ στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι ο τότε πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Σ.-Α. Γ. έπεισε, στην οικία του, τον εγκαλούντα Γ. Π. να συμφωνήσει στην αγορά του ως άνω μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με τις αναφερόμενες σ' αυτό (σκεπτικό) ψευδείς παραστάσεις προς εκείνον (εγκαλούντα), οι οποίες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τοποθετούνται χρονικά στις αρχές του 2012 και οι οποίες επαναλήφθηκαν σε επόμενη, μη προσδιοριζόμενη χρονικά, επίσκεψη του εγκαλούντος, ο δε τελευταίος, κατά τις αναφερόμενες σ' αυτό (σκεπτικό) ημερομηνίες προέβαινε σε σταδιακή καταβολή μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος, στη συνέχεια δέχεται ότι "στις 6-9-2012 προκειμένου να ολοκληρώσει την πράξη του και συγκεκριμένα να πείσει τον εγκαλούντα να προβεί στην εμπράγματη περί της μεταβίβασης της κυριότητας δικαιοπραξία και να εισπράξει και το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος με τη συνδρομή των λοιπών κατηγορουμένων Γ.

Π., Σ. Μ. και Β. Γ. και συγκεκριμένα με το από 6.9.2012 και υπ' αριθμόν ... δελτίο τεχνικού ελέγχου οχήματος, στο οποίο δεν διαπιστωνόταν καμία βλάβη στο όχημα αποκρυπτομένων των πραγματικών ελαττωμάτων, έπεισε τον εγκαλούντα και έτσι αυτός προέβη την προηγούμενη ημέρα στον κατά τα άνω συστατικό τύπο της εμπράγματης δικαιοπραξίας για την μεταβίβαση της κυριότητας.

Επίσης, ο εγκαλών την 5-9-2012 αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές ποσού 600 ευρώ η κάθε μία λήξης την 5-10-2012 και 5-11-2012" και τελικά (δέχεται) ότι ο τότε πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Σ.-Α. Γ. πρέπει "να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της απλής απάτης, η οποία τελέσθηκε με ψευδείς παραστάσεις το διάστημα από 5-5-2012 έως 6-9-2012 οπότε και ολοκληρώθηκε στο εξαπατηθέν πρόσωπο-εγκαλούντα η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της επελθούσης πλάνης, ο τελευταίος προέβη σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις ήτοι στις μερικές καταβολές συνολικού ποσού 2700 ευρώ έναντι του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος, στην αποδοχή συναλλαγματικών και στην εμπράγματη συστατικού τύπου δικαιοπραξία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου".

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ασάφεια ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τελικά την τέλεση από τον αναιρεσείοντα Σ.-Α. Γ. της αξιόποινης πράξης της απάτης άπαξ ή κατ' εξακολούθηση, διότι: α) ενώ δέχεται ότι οι ψευδείς παραστάσεις έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από την 5η-5-2012 έως την 6η-9-2012 και ότι την 6η-9-2012 ολοκληρώθηκε η επιδιωχθείσα πλάνη, δεν αναφέρει με σαφήνεια το χρόνο της τελικής ολοκλήρωσης της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος Σ.-Α.

Γ., ο οποίος (χρόνος) θα ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και ο χρόνος τέλεσης της απάτης, αν είχε δεχθεί την τέλεση της απάτης άπαξ και β) ενώ δέχεται ότι η επιδιωχθείσα με την απατηλή συμπεριφορά του ίδιου αναιρεσείοντος πλάνη ολοκληρώθηκε την 6η-9-2012, ταυτόχρονα δέχεται ότι, εξαιτίας της ολοκληρωθείσας την 6η-9-2012 πλάνης, ο εγκαλών προέβη:

βα) σε περιουσιακές διαθέσεις προς τον αναιρεσείοντα Σ.-Α. Γ. (καταβολή μερών του συμφωνηθέντος τιμήματος, αποδοχή συναλλαγματικών), οι οποίες, όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβαν χώρα πριν από την 6η-9-2012 και ββ) στην τήρηση του συστατικού τύπου για τη μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω αυτοκινήτου την 5η-9-2012, κατά τις ίδιες παραδοχές, με αποτέλεσμα οι πράξεις αυτές του εγκαλούντος να εμφανίζονται ως προγενέστερες της ολοκλήρωσης της επιδιωχθείσας πλάνης και έτσι να ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επελθούσας, από την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος Σ.-Α.

Γ., πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπλανήθηκε ο εγκαλών. Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει ασάφεια ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται τελικά την τέλεση από τον αναιρεσείοντα Σ.-Α. Γ. της αξιόποινης πράξης της απάτης άπαξ ή κατ' εξακολούθηση και, κατά συνέπεια, και ως προς το χρόνο τέλεσης της απάτης, καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για το ζήτημα αν η συνδρομή που παρασχέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αναιρεσείοντες Γ.

Π. και Σ. Μ. με την έκδοση του ως άνω δελτίου τεχνικού ελέγχου οχήματος, σύμφωνα με το οποίο, κατά τις ίδιες παραδοχές, δεν διαπιστώθηκε καμία βλάβη στο εν λόγω όχημα, έλαβε χώρα πριν, κατά ή μετά την κύρια πράξη της απάτης. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Σ.-Α. Γ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 386 του ΠΚ, καθώς και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Γ.

Π. και του Σ. Μ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1 περ. β' και ήδη 47, 386 του ΠΚ, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των υπόλοιπων λόγων που περιέχονται στα αναιρετήρια, πρέπει, κατά παραδοχή των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στους αναιρεσείοντες (Σ.-Α.

Γ., Γ. Π. και Σ. Μ.), και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από τον νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες από αυτή περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο, που είχε δικαίωμα να το ασκήσει, και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε είχαν μεν δικαίωμα, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.

Έτσι, καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι, κατά τα ανωτέρω, από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σ' αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σ' αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης των αναιρεσειόντων Σ.-Α. Γ., Γ. Π. και Σ. Μ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίοι έγιναν δεκτοί, δεν προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο των ως άνω αναιρεσειόντων, αλλά και στο πρόσωπο της τότε τέταρτης εκκαλούσας, συγκατηγορούμενης με αυτούς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, Β.

Γ. του Γ., η οποία καταδικάστηκε για την πράξη της απλής συνέργειας στην φερόμενη ως τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα Σ.-Α. Γ. ως άνω πράξη της απάτης και δεν έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να επεκταθεί και στην εν λόγω ωφελούμενη, κατά το άρθρο 469 του ΚΠοινΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 7285/2018 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στους αναιρεσείοντες (Σ.-Α. Γ., Γ. Π. και Σ. Μ.). Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης και στην καταδικασθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση τότε τέταρτη εκκαλούσα-κατηγορούμενη Β. Γ. του Γ. για την πράξη της απλής συνέργειας στην φερόμενη ως τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα Σ.-Α. Γ. πράξη της απάτης.

Παραπέμπει στο σύνολό της την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ