Legislator Case Law & Legislation
2030/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on liability cap exceeding statutory insurance limits for personal injury claims.

Case Number 2030/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two anonymous insurance companies against a lower court judgment. The appellants argued that the first-instance court erred by awarding damages exceeding the statutory liability cap of 350,000 euros for personal injuries. The court found that the appellate court had correctly recognized the applicable insurance coverage limit of 1,000,000 euros per incident, which legally absorbed the disputed amount. Consequently, the Supreme Court rejected the appeals as unfounded and ordered the appellant companies to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's finding that the applicable insurance liability limit per incident exceeds the claimed damages renders the appeal regarding the liability cap unfounded.

Keywords

AI generated
insurance liability cap personal injury damages appeal dismissal statutory limits litigation costs allocation Code of Civil Procedure insurance coverage

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2030 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2030/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

A. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Θ. Π. του Α., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Δ. συζύγου Θ. Π., το γένος Ν. Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Α. Π. του Θ., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Δ. συζύγου Θ. Π., το γένος Ν. Κ., καθώς και του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Π. του Η., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Αντωνιάδη που ανακάλεσε την από 26/9/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 4) α) Θ. Π. του Α. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Π. του Η., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, β) Σ. Π. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Π. του Η., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βύρωνα Αντωνιάδη που ανακάλεσε την από 26/9/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, γ) Λ. συζύγου Α. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Π. του Η., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Λ. χήρας Α. Π., το γένος Θ. Σ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποίηση: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Βασιλόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των υπό στοιχεία ... ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι: α) ο υπό στοιχεία ... αναιρεσίβλητος Θ. Π. του Α. απεβίωσε στις 6/7/2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό ...2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Α.

Π. του Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, β) η υπό στοιχεία ... αναιρεσίβλητη Λ. χήρα Α. Π. απεβίωσε στις 10/12/2015 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό .../2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής Θ.

Π. του Α. και Σ. Π. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2007 αγωγή, την από 10/10/2008 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/2/2009 πρόσθετη παρέμβαση της υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 729/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1897/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 29/12/2015 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 8/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 29/12/2015 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Β παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, ο δε πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της από 8/5/2017 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι: Α. ...-05-2016 και, Β. ...-05-2017 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 1897/2015, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια κατά την αυτή σειρά και αρίθμηση η βασιμότητα των λόγων τους με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

II. Α. Επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως.

α) Κατά το άρθρο 80 του ΚΠολΔ αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, κατά δε το άρθρο 81 παρ.3 του ίδιου ΚΠολΔ ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει την δίκη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 και 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο προσθέτως παρεμβάς ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και αυτός έχει κληθεί να παραστεί στη συζήτηση από τον επισπεύδοντα διάδικο, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του κλητευθέντος παρεμβάντος (ΑΠ 274/2014).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η εκ των διαδίκων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που είχε ασκήσει ενώπιον του Εφετείου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης εταιρείας "...", δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Όπως δε προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../07-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η τελευταία είχε καλέσει την απούσα ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα στην παρούσα δικάσιμο, με επίδοση σ’ αυτήν αντιγράφου της από 20-10-2009 κλήσεώς της και της κάτω από αυτήν πράξης περί ορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως και, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η συζήτηση της αιτήσεως αυτής είναι παραδεκτή, και θα προχωρήσει παρά την απουσία της προσθέτως παρεμβάσας.

β) Κατά την διάταξη του άρθρου 62 § 1 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 313 §1 εδάφ. δ’ Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573§1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.

α’ Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

Α.Π. 27/1987, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 1318/2010, ΑΠ 923/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η υπόψη αίτηση αναίρεσης, απευθύνεται (και) κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης Λ. χήρας Α. Π., το γένος Θ. Σ., η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, έχει αποβιώσει στις 10-12-2015, ήτοι μετά το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (στις 17-03-2014) προς έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά και πριν την άσκηση της ένδικης αναίρεσης (στις 16-05-2016). Από τα αυτά δε στοιχεία, τα όσα προβάλλονται από τους διαδίκους και, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός για γνωστοποίηση στην αναιρεσείουσα του θανάτου τούτου κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της αναίρεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους της ως άνω θανούσης διαδίκου και να απευθύνει την αναίρεση κατ’ αυτών. Οι κληρονόμοι της αυτοί, ωστόσο, ήτοι ο Θ. Π. του Α. και η Σ. Π. του Α. έχουν κληθεί και παρίστανται, ως ανωτέρω, στην παρούσα δικάσιμο. Κατά συνέπεια, αναφορικά με τους ως άνω διαδίκους, είναι έγκυρη και ισχυρή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, παρόλο που αυτή στρέφεται και κατά προσώπου, το οποίο είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α’ , 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) Τις α. .../2015 και β. ...2016 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τις οποίες έχουν συντάξει οι Ληξίαρχοι της Δημοτικής ... του ... και της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ..., αντίστοιχα. 2) Τα πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών .../2015 του ...

του Νομού Δράμας και, .../2016 του Δήμου ... Νομού Θεσσαλονίκης. 3) Τα πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης .../2016. Και, 4) τα πιστοποιητικά περί μη αποποιήσεως κληρονομίας .../2015 του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Δράμας και, .../2016 του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι στις 10.12.2015 και στις 06.07.2016 απεβίωσαν, αντίστοιχα, οι αρχικώς αναιρεσίβλητοι:

Λ. χήρα Α. Π., το γένος Θ. Σ. (πριν ασκηθεί η ένδικη αναίρεση) και Θ. Π. του Α. και της Λ. (μετά την άσκησή της). Η πρώτη κατέλειπε ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τον εγγονό της Α. Π. του Θ. και την θυγατέρα της Σ. Π. του Α., ενώ ο δεύτερος κατέλειπε ως μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, τον υιό του ως άνω Α. Π. του Θ., που αποδέχθηκαν τις κληρονομίες τους.

Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι των ως άνω αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στην παρούσα δικάσιμο, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Β. Α., τον θάνατο των εν λόγω αρχικώς αναιρεσιβλήτων και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βιαίως, λόγω του θανάτου αυτών.

Κατόπιν τούτου και, αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων των παραπάνω θανόντων, δευτέρου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς.

γ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της κοινής εναγωγής των από αδικοπραξία εις ολόκληρον ενεχομένων προστήσαντος και προστηθέντος (άρθρα 481, 914, 922 και 926 ΑΚ), η εκ μέρους του ενός από αυτούς ασκούμενη αίτηση αναίρεσης είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αίτησης αναίρεσης. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15 - 16/1996, Ολ.ΑΠ 1241/1979, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 1215/2014, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 785/2010, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 1227/2007, ΑΠ 269/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της .../10.07.2007 αγωγής των 2ου - 5ου αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης, λόγω θανάτου του αναφερομένου σ’ αυτήν συγγενούς τους, οφειλομένου στην ιστορούμενη στην αγωγή αυτή αδικοπραξία των εναγομένων, εκδόθηκε η απόφαση 729/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την ήδη αναιρεσείουσα, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη δεύτερο έως πέμπτη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ’ αυτή χρηματικά ποσά, για την παραπάνω αιτία.

Ακολούθως, ύστερα από την άσκηση αντίθετων εφέσεων, εκ μέρους της πρώτης, ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, αλλά και αυτών κατά της πρώτης και της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης (ως προς την οποίαν η αγωγή τους είχε απορριφθεί), εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, αφού απορρίφθηκε, κατ’ ουσίαν, η έφεση της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση των λοιπών, που στρεφόταν και κατά ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε κατά το κεφάλαιο αυτό η πρωτόδικη απόφαση και υποχρεώθηκε αυτή (αναιρεσείουσα) να καταβάλει, εις ολόκληρον με την συνεναγομένη της, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά, για την παραπάνω αιτία (χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, συνεναγομένης της αναιρεσείουσας και σε απλή ομοδικία μ’ αυτήν τελούσας, στην, εναντίον τους, ένδικη αγωγή των λοιπών αναιρεσιβλήτων, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη.

δ). Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ’ εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 174/2005, 831/2005, 118/2006).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στον δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού, επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1796/2012).

Περαιτέρω, από την διάταξη του αρθρ. 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του αρθρ. 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΑΠ 1237/2014).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο, γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 944/2017, 517/2017, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 949/2015, ΑΠ 759/2015, ΑΠ 81/13).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1419, 1763, 1764/2007, 1906/2006, 481/2005, 376/2004).

ε). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Βάσει του άρθρου 5 παρ. 6 έως 19 του ν. 2229/1994, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Δ14α/02/69/ΦΝ380/10.11.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β’ 846/14.11.1994), ιδρύθηκε η πρώτη εναγόμενη της κύριας αγωγής, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", το καταστατικό της οποίας εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. Δ1/0/12/121/8.8.1995 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με σκοπό κατά το εν λόγω καταστατικό την μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εξοπλισμό και εκμετάλλευση του οδικού άξονα με τον τίτλο "...", καθώς και του οδικού δικτύου γενικά, το οποίο άμεσα ή έμμεσα συνδέεται ή εξυπηρετεί τον παραπάνω άξονα, την ολική ή μερική ανάθεση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε τρίτους της μελέτης, κατασκευής, επέκτασης του παραπάνω έργου ή τμημάτων αυτού, με παραχώρηση, καθώς και της επίβλεψης και παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών, την ανάληψη της εκτέλεσης των εκχωρούμενων σε αυτήν από το δημόσιο, συμβάσεων κατασκευής τμημάτων του άνω έργου και την παροχή συμβουλών και τις εισηγήσεις σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω (ΦΕΚ 5016/25.8.1995 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του Ν. 3212/2003, αρμοδιότητες σχετικές με την ευθύνη συντήρησης, λειτουργίας ή εκμετάλλευσης οδικών δικτύων, οι οποίες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αν αφορούν την Εγνατία Οδό, ανήκουν αποκλειστικώς στην εταιρία "...

Α.Ε." και ασκούνται από αυτήν.

Συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η αρμοδιότητα για την συντήρηση των οδικών δικτύων που αφορούν την Εγνατία Οδό, ανήκει αποκλειστικά στην πρώτη εναγόμενη "... ΑΕ" και ασκείται από αυτήν. Με την από 27.1.2006 Σύμβαση Κατασκευής Δημοσίου Έργου, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγόμενης "... Α.Ε." και της δεύτερης αρχικά εναγόμενης "....", η δεύτερη εναγόμενη εταιρία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "...:

Στοιχειώδης συντήρηση και λειτουργία του τμήματος από ... (2005-2009)" (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ως άνω σύμβασης). Αντικείμενο της εργολαβίας που ανέλαβε η δεύτερη εναγόμενη, ήταν: Α) η τεχνική αστυνόμευση και στοιχειώδης συντήρηση οδού και σηράγγων, Β) η λειτουργία του αυτοκινητόδρομου που περιλαμβάνει:

α) τις εργασίες χειμερινής συντήρησης, β)την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών και γ) τον έλεγχο της κυκλοφορίας σε ανοιχτή οδοποιία και στις σήραγγες και Γ) οι εργασίες βελτίωσης για την κάλυψη αναγκών λειτουργίας της οδού (κατασκευή σταθμών αποχιονισμού, αναδιαγράμμιση της οδού και εγκατάσταση μετρητών κυκλοφοριακών δεδομένων).

Η πρώτη εναγομένη (κυρία του έργου) διατήρησε το δικαίωμα αναπροσαρμογής ή προσθήκης νέων οδηγιών λειτουργίας και συντήρησης και λειτουργικών διαδικασιών, οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά την διάρκεια της σύμβασης, ενώ, επιπλέον, διατήρησε το δικαίωμα, για λόγους απρόσκοπτης και ασφαλούς λειτουργίας της οδού, να προβαίνει σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις και αιτιολογημένα, σε εργασίες και αποκατάσταση βλαβών που ενδέχεται να απαιτηθούν στην περιοχή του έργου, με δικά της μέσα ή δίνοντας εντολή σε άλλους αναδόχους συντήρησης, που εργάζονται σε παρακείμενα τμήματα της Εγνατίας οδού (βλ.

Την από Ιούλιο 2005 Τεχνική Περιγραφή του Έργου, παρ. 1 και 1.1 αυτής). Η τεχνική αστυνόμευση από την δεύτερη εναγόμενη, περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών και δράσεων για την επισήμανση των φθορών των στοιχείων της οδού και τον εντοπισμό επικείμενων κινδύνων για τους χρήστες, ενώ η στοιχειώδης συντήρηση περιλαμβάνει τις εργασίες συντήρησης που εκτελούνται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στα πλαίσια της απρόσκοπτης λειτουργίας της οδού, μεταξύ των οποίων, πέραν του καθαρισμού της οδού, της συντήρησης σήμανσης, στηθαίων και άλλων, περιλαμβάνεται και η συντήρηση της επιφάνειας του οδοστρώματος της οδού που παρουσιάζει φθορές και η αποκατάσταση μικροφθορών στην επιφάνεια του οδοστρώματος, όπως λακκούβες, ρηγματώσεις κλπ (βλ.

την ως άνω Τεχνική Περιγραφή παρ. 2.1.2.2.). Μεταξύ των φθορών που εντοπίζονται από την τεχνική αστυνόμευση της οδού, εντάσσονται και οι φθορές που χρήζουν άμεσης προσοχής καθώς συνεπάγονται άμεσο ή επικείμενο κίνδυνο για τους χρήστες του αυτοκινητοδρόμου, όπως, μεταξύ άλλων, τα λιμνάζοντα ύδατα και οι φθορές στα στηθαία ασφαλείας, οι οποίες πρέπει να αποκαθίστανται αμέσως, εάν είναι πρακτικά εφικτό, ενώ αν δεν είναι δυνατή η άμεση αποκατάσταση τους, τότε πρέπει να σημαίνονται αμέσως, να επισκευάζονται προσωρινά εντός 24 ωρών και να επιθεωρούνται μέχρι τη μόνιμη επισκευή τους (βλ.

την ως άνω Τεχνική Περιγραφή παρ. ...). Για το σκοπό αυτό, ήτοι τον εντοπισμό προφανών κινδύνων, διεξάγονται καθημερινά, περιπολίες ασφαλείας στον αυτοκινητόδρομο από έναν τεχνικό της δεύτερης εναγόμενης, καθώς και

εβδομαδιαίως, επιθεωρήσεις ασφαλείας από τεχνικούς και όταν εντοπίζονται φθορές που προκαλούν άμεσο ή επικείμενο κίνδυνο για τους χρήστες, πρέπει, εάν είναι πρακτικά εφικτό, να αποκαθίστανται, να απομακρύνεται ο κίνδυνος ή να προβλέπονται άλλα μέτρα προστασίας από το προσωπικό που διενεργεί την επιθεώρηση (βλ.

την ως άνω Τεχνική Περιγραφή παρ. ....). Επίσης, διεξάγονται και λεπτομερείς επιθεωρήσεις, κατόπιν, όμως, ειδικής εντολής της "... Α. Ε.", στις οποίες εντάσσεται και η αποχέτευση. Ειδικότερα, οι λεπτομερείς επιθεωρήσεις αποχέτευσης διεξάγονται δύο φορές κάθε χρόνο, κατόπιν της ως άνω ειδικής εντολής, στις σχετικές δε εργασίες περιλαμβάνονται οι εργασίες αντικατάστασης σχαρών, πλαισίων και καλυμμάτων φρεατίων, αντικατάστασης προκατασκευασμένων σωλήνων φρεατίων, καθαρισμού φρεατίων, τάφρων κλπ.

καθώς και εκκένωσης μονάδων ελέγχου ρύπανσης (βλ. την ως άνω Τεχνική Περιγραφή παρ. ...). Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 8.10.2006, ο Ν. Π., υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου και εγγονός των λοιπών εξ αυτών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινείτο στην Εγνατία Οδό, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Βέροια προς Θεσσαλονίκη.

Μόλις δε, περί ώρα 05.00, έφθασε ... χιλιομετρικό σημείο της ως άνω οδού, μετά τον … κόμβο προς τον … (στο τμήμα ...), μετά από αριστερή στροφή του δρόμου, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, λόγω συσσωρευμένης ποσότητας ομβρίων υδάτων που είχαν καλύψει όλο το πλάτος του οδοστρώματος, ήτοι και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, με συνέπεια το οδηγούμενο από αυτόν αυτοκίνητο να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά, να προσκρούσει στο διαχωριστικό διάζωμα και εν συνεχεία να εκτραπεί προς τα δεξιά, να διέλθει από το κενό που υπήρχε στις μεταλλικές μπάρες, οι οποίες είχαν καταπέσει λόγω προηγηθέντων τροχαίων ατυχημάτων καl να επιπέσει τελικώς σε πρανές βάθους 5 μέτρων, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού (βλ.

την από 8-10-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της αρμόδιας αστυνομικής αρχής με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά). Μία ώρα περίπου πριν το επίδικο ατύχημα, σημειώθηκαν στο ίδιο σημείο, με τον ίδιο τρόπο, άλλα δύο ατυχήματα, με αυτοκίνητα που οδηγούσαν οι Α.

Κ. και Γ. Θ., αντίστοιχα, οι οποίοι επίσης απώλεσαν τον έλεγχο των οχημάτων τους λόγω της ύπαρξης μεγάλης ποσότητας υδάτων επί του οδοστρώματος και μάλιστα το αυτοκίνητο του τελευταίου διήλθε από το ίδιο κενό που υπήρχε στις μεταλλικές μπάρες, οι οποίες είχαν καταπέσει λόγω προηγηθέντων τροχαίων ατυχημάτων και επέπεσε στο ίδιο πρανές (βλ.

την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Α. Κ., στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά). Επίσης αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, αν και κατά την περιπολία που αυτή πραγματοποίησε πριν το επίδικο ατύχημα, ήτοι τις εργάσιμες ώρες της προηγούμενης ημέρας (δοθέντος ότι αυτό έλαβε χώρα την πέμπτη πρωινή ώρα της 8.10.2006) δεν υπήρχαν τα λιμνάζοντα ύδατα, ώστε να λάβει μέτρα προστασίας των χρηστών της οδού, όπως σήμανση κλπ, όμως ήδη πριν από το ένδικο ατύχημα στο ίδιο σημείο είχαν προηγηθεί, όπως προαναφέρθηκε, δύο ατυχήματα εξαιτίας της συσσώρευσης των υδάτων στο οδόστρωμα λόγω βροχόπτωσης, των οποίων είχε λάβει γνώση και μάλιστα αυτοκίνητο της είχε μεταβεί το σημείο, το οποίο αποχώρησε χωρίς να λάβει τα απαιτούμενα και σύμφωνα με την μεταξύ των εναγομένων σύμβαση μέτρα για την προσωρινή σήμανση της οδού και ειδικότερα να τοποθετήσει πριν και σε απόσταση από το επικίνδυνο σημείο προσωρινά πινακίδες ...

με φωτεινές ενδείξεις λόγω νύκτας που να επισημαίνουν τον κίνδυνο ολισθηρότητας του οδοστρώματος και ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-32 που να περιορίζουν το όριο ταχύτητας ώστε να μειώνουν οι οδηγοί την ταχύτητά τους και να μην αιφνιδιάζονται. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο που συνέβη το ως άνω ατύχημα, είχαν ήδη καταπέσει οι ευρισκόμενες στο δεξιό άκρο της οδού μεταλλικές μπάρες ασφαλείας, σε χρόνο που ακριβώς μεν δεν προέκυψε, αλλά σε κάθε περίπτωση πριν από τα προηγηθέντα κατά τα ως άνω στο ίδιο σημείο ατυχήματα, γεγονός το οποίο σε κάθε περίπτωση διεπίστωσαν οι υπάλληλοι της όταν αυτοκίνητο της είχε μεταβεί το σημείο προηγουμένως εξ αφορμής των προηγούμενων ατυχημάτων, και δεν τοποθετήθηκε σχετική σήμανση, όπως από την σχετική σύμβαση είχε υποχρέωση αφού δεν ήταν εφικτό κατά τη διάρκεια της νύκτας να αποκατασταθούν αμέσως, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα σχετικό όρο της μεταξύ τους σύμβασης (Τεχνική Περιγραφή παρ. ...). 0 ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι τοποθέτησε προσωρινή σήμανση σε απόσταση 300 μ.

πριν από το σημείο συσσώρευσης των υδάτων στο οδόστρωμα αντικρούεται πλήρως από την σαφή κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α. Κ., ο οποίος προηγουμένως είχε στο ίδιο σημείο παρόμοιο ατύχημα και ανέμενε μαζί με τον Γ. Θ., το αυτοκίνητο του οποίου είχε επίσης καταπέσει στο πρανές κατά τα προαναφερθέντα, ο οποίος ρητά καταθέτει ότι η πρόσθετη σήμανση τοποθετήθηκε την επόμενη του ατυχήματος ημέρα (βλ.

κατάθεσή του σελ. 4 και 9 των πρακτικών). Επίσης, αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο είχαν γίνει και στο παρελθόν πολλά ατυχήματα, για τα οποία είχε ενημερωθεί η πρώτη εναγόμενη "... Α.Ε." με σχετικά έγγραφα του Τμήματος Τροχαίας Βέροιας. Συγκεκριμένα, το Τμήμα Τροχαίας Βέροιας, με το από 4.7.2006 έγγραφο προς την πρώτη εναγόμενη, την ενημέρωνε ότι την 3.7.2006 κατά την διάρκεια βροχόπτωσης, έλαβαν χώρα πέντε τροχαία ατυχήματα και την καλούσε να εξετάσει την πιθανή σχέση της κατασκευής του συγκεκριμένου σημείου του οδοστρώματος με τα προκληθέντα ατυχήματα, πραγματοποιώντας τις ανάλογες επεμβάσεις προς αποτροπή μελλοντικών παρόμοιων ατυχημάτων.

Επίσης, με το από 21.8.2006 έγγραφο του, την ενημέρωνε ότι το οδόστρωμα στο σημείο εκείνο συγκεντρώνει νερά και την καλούσε και πάλι να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση του προβλήματος. Τέλος, με το από 8.10.2006 έγγραφο του (ημερομηνία που συνέβη το επίδικο ατύχημα), υπενθυμίζοντας σε αυτήν τα δύο προηγούμενα έγγραφα και επισημαίνοντας την εκ μέρους της παράλειψη να προβεί σε αποκατάσταση της κακοτεχνίας, την καλούσε να λάβει επειγόντως μέτρα προστασίας των διερχόμενων οδηγών, όπως αναλυτικά αναφέρονται αυτά στο εν λόγω έγγραφο και να φροντίσει για την ουσιαστική επιδιόρθωση του προβλήματος το συντομότερο δυνατό (βλ.

αντίγραφα των υπ’ αριθμ.πρωτ. .../4.7.2006, ...-...8.2006 και ...-β/8.10.2006 εγγράφων του Τμήματος Τροχαίας Βέροιας προς την "... Α.Ε."). Η πρώτη εναγόμενη, μετά την λήψη και του ως άνω τρίτου εγγράφου, με το από 31.10.2006 έγγραφο της προς την Τροχαία Βέροιας, δηλώνει ότι κατόπιν έρευνας στην οποία προέβη για να διαπιστωθεί αν υφίσταται πρόβλημα συγκέντρωσης ομβρίων υδάτων στο εν λόγω σημείο, καταδείχθηκε ότι υπήρχε μικρή τοπική καθίζηση στην αριστερή (ταχεία) λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος, οφειλόμενη στην επί εικοσιπενταετία κυκλοφορία του εν λόγω κλάδου, που αποτελούσε την παλαιά εθνική οδό ..., με συνέπεια να παρουσιάζεται χρονική υστέρηση στην αποστράγγιση στο τμήμα αυτό της οδού και ότι για το λόγο αυτό, κατά τις ημέρες έντονων βροχοπτώσεων, πραγματοποιούνται συνεχείς περιπολίες τεχνικής αστυνόμευσης του τμήματος, μέσω της εργολαβίας στοιχειώδους συντήρησης, πέραν της τακτικής ημερήσιας περιπολίας όλου του αυτοκινητοδρόμου και σε περίπτωση συγκέντρωσης έστω και μικρής ποσότητας υδάτων στο συγκεκριμένο σημείο, τοποθετείται πρόσθετη προσωρινή σήμανση ολισθηρού οδοστρώματος και μειωμένου ορίου ταχύτητας (βλ.

αντίγραφο του υπ’ αριθμ. πρωτ. ...31.10.2006 εγγράφου της πρώτης εναγόμενης προς την Τροχαία Βέροιας).

Συνεπώς, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, το πρόβλημα συγκέντρωσης υδάτων στο συγκεκριμένο σημείο, εξαιτίας του οποίου προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα, οφείλεται στην καθίζηση του οδοστρώματος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, για τη συντήρηση του οποίου, είναι υπεύθυνη η πρώτη εναγόμενη "... Α.Ε.", διότι, όπως προαναφέρθηκε, η αρμοδιότητα για τη συντήρηση των οδικών δικτύων που αφορούν την Εγνατία Οδό, ανήκει αποκλειστικά σε αυτήν και ασκείται από αυτήν.

Με την προαναφερόμενη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων, η πρώτη εξ αυτών ανέθεσε στη δεύτερη "....", μόνο τη στοιχειώδη συντήρηση του προαναφερόμενου τμήματος της Εγνατίας Οδού, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε (την αποκατάσταση μικροφθορών, όσον αφορά το οδόστρωμα) και όχι τη συντήρηση αυτού, στην οποία περιλαμβάνεται και η προκειμένη περίπτωση της αποκατάστασης της καθίζησης της οδού στο συγκεκριμένο σημείο.

Επίσης, αποδείχθηκε κατά τα προαναφερόμενα, ότι η πρώτη εναγόμενη γνώριζε ήδη πολύ πριν τα επίδικα ατυχήματα, το πρόβλημα που δημιουργούνταν στο συγκεκριμένο σημείο, αφού είχε ενημερωθεί επανειλημμένως από την Τροχαία Βέροιας και είχε κληθεί να το αντιμετωπίσει. Ωστόσο αυτή παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια όχι μόνο προς επιδιόρθωση του, αλλά ούτε και προς αντιμετώπιση της επικίνδυνης κατάστασης που γνώριζε ότι δημιουργείται σε περίπτωση βροχόπτωσης.

Μόνο μετά το επίδικο ατύχημα, με το από 23.10.2006 έγγραφο που απέστειλε στη δεύτερη εναγόμενη, με θέμα την επαύξηση περιπολιών και τη λήψη εκτάκτων μέτρων σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης στο έργο, ζήτησε από αυτήν συνεχείς περιπολίες στο εν λόγω τμήμα της οδού, σε περίπτωση βροχόπτωσης, καθώς και την τοποθέτηση πρόσθετης σήμανσης, και αν τα φαινόμενα είναι ιδιαίτερα έντονα, τον αποκλεισμό της λωρίδας ταχείας κυκλοφορίας με εφαρμογή κατάλληλης σήμανσης, θεωρώντας τα παραπάνω ως μόνιμη εντολή προς την ήδη συνεναγομένη της, που θα ακολουθείται κάθε φορά που θα εμφανίζεται έντονη βροχόπτωση (βλ.

αντίγραφο του υπ’ αριθ. πρωτ. ...23.10.2006 εγγράφου της πρώτης εναγόμενης προς την δεύτερη). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το υπάρχον στο σημείο εκείνο φρεάτιο ήταν αποφραγμένο, ώστε να καθιδρύεται ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, σε κάθε δε περίπτωση, δεν προέκυψε ότι εάν το φρεάτιο ήταν καθαρισμένο, θα αρκούσε αυτό για το μη σχηματισμό λιμναζόντων υδάτων στο εν λόγω σημείο, ενόψει της προϋπάρχουσας καθίζησης του οδοστρώματος.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τμήμα της οδού δεν κατασκευάστηκε εξ αρχής από την πρώτη εναγομένη αλλά αποτελούσε τμήμα της παλαιάς Εθνικής οδού ...

και ενσωματώθηκε στην Εγνατία Οδό, δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν αίρει την ευθύνη της καθόσον αφ’ ενός μεν κατά την ενσωμάτωση του εν λόγω τμήματος της παλαιάς οδού στην νέα έγιναν εργασίες διαπλάτυνσης και εργασίες βελτίωσης από την κυρία του έργου δια των προστηθέντων από αυτή εργολάβων και έπρεπε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να διαπιστωθεί η καθίζηση του οδοστρώματος, αφ’ ετέρου δε γνώριζε τουλάχιστον από την 4.7.2006, όταν το πρώτον ενημερώθηκε από την Τροχαία κατά τα προεκτεθέντα, την ύπαρξη του προβλήματος από τη συσσώρευση των υδάτων κατά τις βροχοπτώσεις και παρέλειψε υπαιτίως να προβεί στην αποκατάσταση της καθίζησης και σε κάθε περίπτωση να δώσει τις δέουσες οδηγίες στην δεύτερη εναγομένη, που αστυνόμευε το τμήμα αυτό, για τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβαίνει σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης, ενέργεια στην οποία προέβη το πρώτον μετά το επίδικο ατύχημα, με το από 23.10.2006 έγγραφο, που απέστειλε στη δεύτερη εναγόμενη, όπως παραπάνω αναφέρθηκε.

Από τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται στη συσσώρευση ομβρίων υδάτων επί του οδοστρώματος, εξαιτίας των οποίων το ανωτέρω όχημα ολίσθησε ακυβέρνητο και δεν υπάκουσε στους χειρισμούς του οδηγού του, η δε συσσώρευση των υδάτων οφείλεται στην καθίζηση του οδοστώματος αλλά και στις προαναφερθείσες παραλείψεις της δεύτερης εναγομένης, που είχε συμβατικά αναλάβει την αστυνόμευση της οδού, ως προς την σήμανση της επικινδυνότητας της οδού στο σημείο εκείνο.

Με βάση τα προαναφερθέντα το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε εξ αιτίας της συγκλίνουσας αμέλειας των εναγομένων και συγκεκριμένα αφ’ ενός μεν λόγω της συσσώρευσης ομβρίων υδάτων επί του οδοστρώματος, η οποία (συσσώρευση) οφειλόταν στην καθίζηση του οδοστρώματος, για την αποκατάσταση του οποίου ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη η πρώτη εναγομένη, αφ’ ετέρου δε από τις παραλείψεις της δεύτερης εναγομένης, που είχε προστηθεί από την πρώτη εναγομένη στην αστυνόμευση της οδού, και ειδικότερα στο ότι αυτή δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα πρόσθετης σήμανσης, που να επισημαίνουν τον κίνδυνο ολισθηρότητας του οδοστρώματος και ρυθμιστικές πινακίδες που να περιορίζουν το όριο ταχύτητας ώστε να μειώνουν οι οδηγοί την ταχύτητά τους και να μην αιφνιδιάζονται καθώς και σχετική προσωρινή σήμανση για το ότι είχαν καταπέσει οι μεταλλικές μπάρες ασφαλείας.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο με βάση τόσο τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, η αξιοπιστία του οποίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι και ο ίδιος έχει αξιώσεις για αποζημίωσή του από το προγενέστερο και για την ίδια αιτία ατύχημα του ίδιου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη όσο και την υπ’ αριθμ. ...2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο μηχανολόγος-μηχανικός Κ.

Σ., ο οποίος ορίσθηκε πραγματογνώμονας στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας, με βάση την οποία το εν λόγω τροχαίο ατύχημα δεν οφείλεται σε μηχανική βλάβη του οχήματος, όλα τα συστήματα του οποίου λειτουργούσαν κανονικά, ούτε σε σύγκρουση αυτού με άλλο όχημα, αλλά στην ύπαρξη συσσωρευμένων ομβρίων υδάτων (νεροπαγίδα) επί του οδοστρώματος, συνεπεία των οποίων απωλέσθη ο έλεγχος του αυτοκινήτου (βλ.

το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. ...2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης). Σημειώνεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, διότι είχε αναθέσει την αστυνόμευση της οδού στην δεύτερη εναγομένη, η οποία φέρει και την αποκλειστική ευθύνη για την αστική αποζημίωση τρίτων για τις πράξεις ή παραλείψεις της, βάσει της μεταξύ τους σύμβασης, πρέπει, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη να απορριφθεί, καθόσον η πρώτη εναγόμενη, ως κυρία του έργου, η οποία ανέθεσε τη συντήρηση σε ανάδοχο εταιρία φέρει ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις της αναδόχου εταιρίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 17 έχει την αποκλειστική ευθύνη συντήρησης της οδού, εξακολουθούσε δε να έχει το δικαίωμα επίβλεψης αυτής και διέθετε και τις τεχνικές γνώσεις και όφειλε να τον πράξει.

Ο σχετικός δε όρος περί αποκλειστικής ευθύνης της αναδόχου που περιλαμβάνεται στη σύμβαση και στην ειδική συγγραφή υποχρεώσεων αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να προβληθεί έναντι των εναγόντων, η δε εξ αναγωγής ευθύνη αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης.

Εξάλλου, οι αποφάσεις που προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη εναγόμενη αναφέρονται σε εργατικά ατυχήματα, κατά τα οποία κρίθηκε ότι η αυτή ως κυρία του έργου δεν φέρει εκ του νόμου την ευθύνη της τήρησης των μέτρων ασφαλείας και δεν θεωρείται εργοδότης της αναδόχου εταιρίας και των υπεργολάβων αυτής και όχι σε ατυχήματα που οφείλονται στη συντήρηση της οδού, στα οποία, η ευθύνη της πρώτης εναγομένης, είναι γνήσια αντικειμενική, λόγω της μεταξύ τους σχέσης πρόστησης, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο Ν. Π. συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην πρόκληση του ατυχήματος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός κινούνταν με ταχύτητα 80 περίπου χλμ/ώρα, ήτοι εντός του επιτρεπομένου ορίου των 120 χλμ/ώρα, καθώς και ότι τα συσσωρευμένα όμβρια ύδατα, που κάλυπταν όλο το πλάτος του οδοστρώματος, δεν ήταν ορατά από απόσταση, αφού βρίσκονταν αμέσως μετά από αριστερή στροφή, όπως ρητά κατέθεσε ο προαναφερθείς μάρτυρας απόδειξης, με συνέπεια να μην καθίσταται δυνατή η εκ μέρους του πραγματοποίηση οποιασδήποτε ενέργειας, αποφευκτικής του ατυχήματος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ανωτέρω στην πρόκληση του ατυχήματος, που προέβαλλαν οι εναγόμενες και παραδεκτά επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο από αυτές.". Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των λοιπών, πλην της πρώτης, ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή τους και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα - εναγομένη, να καταβάλει, εις ολόκληρον με την συνεναγομένη της ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή χρηματικά ποσά.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 330, 914 και 922 του ΑΚ, όπως, επίσης, ορθά ερμήνευσε και αρνητικά εφάρμοσε εν προκειμένω το άρθρο 300 ΑΚ, (ως προς το ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας του ως άνω παθόντος). Κατά συνέπεια, και οι τρεις αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την ειδικότερη αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, κατά την υπαγωγή σ’ αυτές των ως άνω πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως, αναιρετικά, δέχθηκε και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, χωρίς να παραβεί τα διδάγματα της κοινής πείρας, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, διέλαβε στις αιτιολογίες της απόφασής του:

α) ποια ήταν τα συγκεκριμένα μέτρα που παρέλειψε, μολονότι όφειλε και μπορούσε, να λάβει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εναγομένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της και δη, ως έχουσα την ευθύνη της αστυνόμευσης της ως άνω οδικής αρτηρίας, να μεριμνήσει, για τον εντοπισμό υπαρχόντων κινδύνων για τους χρήστες της, όπως η συσσώρευση λιμναζόντων υδάτων, σε όλο το πλάτος του οδοστρώματος και το κενό στις προστατευτικές μπάρες στο επίμαχο σημείο, λόγω καταπτώσεως τμήματός τους, εξαιτίας προηγηθέντων ατυχημάτων, των οποίων αυτή είχε λάβει, γνώση πριν συμβεί το ένδικο ατύχημα, καθώς και για την, έγκαιρη, τοποθέτηση, κατάλληλης προειδοποιητικής γι’ αυτούς (χρήστες) σήμανσης των εν λόγω κινδύνων, ώστε αυτοί να ρυθμίζουν ανάλογα την κίνηση και την ταχύτητα των οχημάτων τους, για να μπορούν τους αποφεύγουν.

β) Ότι οι υπαίτιες αυτές παραλείψεις, των προστηθέντων της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συγγενής των ήδη αναιρεσίβλητων, εναγόντων. Και, τέλος, γ) ότι τον ανωτέρω θανόντα δεν βαρύνει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, διότι αυτός έβαινε στο επίμαχο οδικό σημείο με μειωμένη ταχύτητα (80 χλμ/ώρα έναντι 120 χλμ/ώρα του εκεί, ανωτάτου, επιτρεπομένου) και ότι τα συσσωρευμένα ύδατα που κάλυπταν όλο το πλάτος του οδοστρώματος, δεν ήταν ορατά από απόσταση, αφού βρίσκονταν αμέσως μετά από αριστερή στροφή και δεν ήταν δυνατή η πραγματοποίηση, εκ μέρους του, οποιασδήποτε ενέργειας αποφευκτικής του ατυχήματος.

στ). Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, για να εξετασθεί, η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1897/2015 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει ν’ απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που είχε χωριστή υπεράσπιση και των λοιπών αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν κοινή υπεράσπιση και κατέθεσαν (όλοι οι αναιρεσίβλητοι) προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Β. Επί της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως.

α) Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

β) Στην ένδικη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην δίκη επί της από 10/10/2008 παρεμπίπτουσας αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία η πρώτη, επικαλούμενη συναφθείσα μεταξύ αυτής και της δεύτερης, εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας ασφαλιστική σύμβαση, ζήτησε μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού της αιτήματος, ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες της αναφερομένης στην παρ.

ΙΙ. Α. γ) της παρούσας εναντίον της αγωγής. Η ήδη αναιρεσείουσα - παρεμπιπτόντως εναγομένη, είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατ’ ένσταση, τον ισχυρισμό του περιορισμού της ευθύνης της έναντι της ενάγουσας ασφαλισμένης της, ήδη αναιρεσίβλητης, μέχρι του ποσού των 350.000 ευρώ, ως ανωτάτου ορίου, επικαλούμενη σχετικό όρο της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης για την κάλυψη της αστικής της ευθύνης, για σωματικές βλάβες κατ’ άτομο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε την εναντίον της παρεμπιπτόντως ενάγουσας κύρια αγωγή, απέρριψε και την παρεμπίπτουσα. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, που παραπονούντο, μεταξύ άλλων και για την απόρριψή της ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη, ενώ η τελευταία άσκησε επικουρική έφεση, στραφείσα κατά της ήδη αναιρεσείουσας, παρεμπιπτόντως εναγομένης, δηλαδή, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της παραδοχής της εναντίον της κύριας αγωγής, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά παραδοχή της εναντίον της εφέσεως.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη - προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ως ανάδοχος του έργου "...": Στοιχειώδης συντήρηση και λειτουργία του τμήματος από ... (2005 - 2009) είχε συνάψει εγγράφως με την προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...8-2-2006 συμβολαίου σύμβαση ασφάλισης, με την οποία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης της αναδόχου για ζημιές τρίτων (θάνατο, σωματικές βλάβες, υλικές ζημίες) σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν λόγω συμβάσεως ασφαλίσεως.

Η διάρκεια της σύμβασης, έναντι καταβληθέντος από την δεύτερη εναγομένη ασφαλίσματος, ορίστηκε για το διάστημα από 24-1-2006 μέχρι 24-1-2010 και συνεπώς ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ενώ το ανώτατο όριο ευθύνης της ασφαλιστικής συμφωνήθηκε στο ποσό των 4.500.000,00 ευρώ και ειδικότερα για την κάλυψη της γενικής ασφαλιστικής ευθύνης, μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ ανά περιστατικό.

Υπό αυτά τα δεδομένα, συνάγεται ότι η ως άνω ασφαλιστική εταιρία τυγχάνει πράγματι δικονομικός εγγυητής της δεύτερης εναγομένης εταιρείας και υποχρεούται να καταβάλει σε αυτήν, ως ασφάλισμα, λόγω συνδρομής της ως άνω ασφαλιστικής περίπτωσης, την οφειλομένη στους ενάγοντες αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης, που αποτελεί απόρροια της αστικής ευθύνης της, για τις προαναφερθείσες (εξ αμελείας τελεσθείσες) παραλείψεις της, κατά την αστυνόμευση της οδού.

Επομένως η υπό στοιχείο Γ έφεση της δεύτερης εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιό της που απέρριψε την σωρευόμενη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό και να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της προσεπιικαλουμένης - παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, οιοδήποτε ποσό, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά δαπανήματα, θα καταβάλει η τελευταία δυνάμει της παρούσας στους κυρίως ενάγοντες".

γ) Επομένως, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη, κατά το αναιρετήριο δικόγραφο, στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του το νομίμως και παραδεκτώς προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθέντα ενώπιόν του, με τις προτάσεις της, προς απόκρουση, ως νικήτριας διαδίκου, της εναντίον της επικουρικώς ασκηθείσας εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό της περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του, ανωτάτου, ασφαλιστικού ποσού των 350.000 ευρώ για σωματικές βλάβες κατ’ άτομο, περιλαμβανομένου σε αυτό κεφαλαίου, νομίμων τόκων και εξόδων, με αποτέλεσμα να επιδικάσει, συνολικά, στους ενάγοντες ποσό των 319.850 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 21-07-2007 και τα από 15.000 ευρώ δικαστικά έξοδα, που υπερβαίνει, κατά πολύ, αυτό το όριο, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

Και τούτο, διότι: α) Όπως προκύπτει, από τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας - παρεμπιπτόντως εναγομένης - εφεσίβλητης και τον απέρριψε στην ουσία, εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ότι για την ένδικη ασφαλιστική περίπτωση ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη της γενικής ασφαλιστικής ευθύνης της ήδη αναιρεσίβλητης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ, ως ανωτάτου ορίου, για σωματικές βλάβες ανά περιστατικό και όχι εκείνου των 350.000 ευρώ, κατ’ άτομο, όπως αυτή υποστήριξε και το επιδικασθέν, με την προσβαλλομένη απόφαση, στους ενάγοντες ανωτέρω χρηματικό ποσό, με τους νομίμους τόκους και τα δικαστικά έξοδα δεν υπερβαίνει (ούτε άλλωστε υποστηρίζει κάτι τέτοιο η αναιρεσείουσα), συνολικά, το ποσό, του 1.000.000 ευρώ, που δέχθηκε ότι αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, το ανώτατο όριο της ασφαλιστικής της ευθύνης.

δ) Συνακόλουθα, αφού κρίθηκε απορριπτέος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως πρέπει αυτή ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι.

Απορρίπτει την από 16/05/2016 αίτηση για αναίρεση της 1897/2015 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα: α) της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και, β) των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΙΙ. Απορρίπτει την από 08/05/2017 αίτηση για αναίρεση της 1897/2015 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ