Legislator Case Law & Legislation
2030/2014 AI generated

Appeal dismissed; appellate court rejected claim that lower court erred in admitting evidence against one defendant when it found the claim valid against both.

Case Number 2030/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a defamation case involving three corporate parties. The appellant argued that the lower court erred by failing to summon the first defendant for sworn statements, claiming the evidence only implicated the second defendant. The court held that even if the evidence exclusively targeted the second defendant, the appellate court's finding that the claim was substantiated against both parties meant the omission had no material impact on the trial's outcome. Consequently, the appeal was rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 117, 118, 559(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of an appeal regarding the admissibility of evidence is limited to determining whether the lower court's failure to consider specific evidence materially affected the final judgment when the substantive claim remains valid.

Keywords

AI generated
appeal admissibility defamation case evidence admissibility material impact Code of Civil Procedure appellate review corporate liability

Cited Legislation

AI generated
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2030 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2030/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Β. Β. Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Τσιάγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "VSM DEUTSCHLAND GmbH" που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ & ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18059/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 855/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 4/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθ. 117,118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 6, 8 παρ. 1 14 παρ. 1 εδ. β'και 18 του ν. 2239/1994 "περί σημάτων" συνάγεται ότι το δικαίωμα πάνω στο σήμα αποκτάται με την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, αφού γίνει δεκτό με αμετάκλητη απόφαση της αρμόδιας Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, όμως θεωρείται ότι καταχωρήθηκε αναδρομικά από την ημέρα που υποβλήθηκε η δήλωση.

Η καταχώρηση του σήματος δημιουργεί απόλυτο δικαίωμα του δικαιούχου για αποκλειστική χρήση του σήματος ως διακριτικού γνωρίσματος των προϊόντων ή των υπηρεσιών του, που του παρέχει το σύστημα προστασίας αστικά και ποινικά. Κατά δε το άρθρο 26 παρ. 1 του παραπάνω νόμου (2239/1994), όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλον μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή για αποζημίωση ή για αμφότερα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ιδίου νόμου με έγγραφη συμφωνία που καταχωρείται μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων, επιτρέπεται η αποκλειστική ή μη χρήση του σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα του ελληνικού εδάφους, με τον όρο ότι η χρήση του σήματος δεν δημιουργεί κινδύνους παραπλανήσεως του κοινού ούτε αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, τις αγωγές παραλείψεως και αποζημιώσεως με έγγραφη συναίνεση του δικαιούχου έχει αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσεως του σήματος.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, ο αδειούχος χρήσεως του σήματος δεν χρησιμοποιεί το σήμα ως διακριτικό προέλευσης των προϊόντων από την επιχείρησή του, αλλά ως ένδειξη ότι τα προϊόντα, τα οποία προέρχονται από την επιχείρησή του είναι ταυτόσημα ή ομοειδή με τα προϊόντα που προέρχονται από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος και τίθενται στην αγορά με τη συναίνεσή του.

Για τον αδειούχο δηλαδή το σήμα δεν λειτουργεί ως διακριτικό προέλευσης, αλλά ως ένδειξη ταύτισης. Όριο οποιασδήποτε πιθανής διαφοροποίησης τίθεται απ` ευθείας από το νόμο η πιθανότητα παραπλάνησης, γι` αυτό απαιτείται σχετική απόφαση της Δ.Ε.Σ., ενώ κάθε τρίτος με έννομο συμφέρον για τον ίδιο λόγο μπορεί να επιδιώξει τη διαγραφή της άδειας (παρ. 5).

Έτσι, ο αδειούχος του σήματος αποκτά ενοχικό μόνο δικαίωμα και όχι δικαίωμα πάνω στο σήμα. Το δικαίωμά του αυτό γεννάται με τη σύμβαση και ενεργοποιείται με την καταχώρηση της απόφασης της Δ.Ε.Σ. στα βιβλία σημάτων. Η απόφαση δηλαδή της Δ.Ε.Σ., η οποία απαιτείται, αποτελεί όρο του ενεργού της δικαιοπραξίας.

Μέχρι την απόφαση της Δ.Ε.Σ., την πλήρωση δηλαδή του όρου του ενεργού της δικαιοπραξίας, η σύμβαση είναι μετέωρη.

Συνεπώς για την εγκυρότητα της παραχώρησης της άδειας χρήσης απαιτείται ως τυπική προϋπόθεση η προηγούμενη απόφαση της Δ.Ε.Σ., πράγμα το οποίο αναφέρεται ρητά στο νόμο, το δικαίωμα δε του αδειούχου χρήσης του σήματος δεν ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης της σχετικής δήλωσης, γιατί ο σκοπός της αναδρομής, που γίνεται για το σήμα, η εξασφάλιση δηλαδή της προτεραιότητας και ο χρόνος χρήσης δεν υφίσταται εδώ.

Τέλος η άδεια χρήσης του σήματος μπορεί να είναι αποκλειστική ή μη, όπως ρητά αναφέρεται στο νόμο, τις αγωγές δε αποζημίωσης ή παράλειψης τις έχει αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσης του σήματος ύστερα όμως από έγγραφη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος, καθώς η απόφαση της Δ.Ε.Σ. αποτελεί όρο του ενεργού της δικαιοπραξίας, χωρίς αυτή η σύμβαση να είναι ανενεργή.

Ωστόσο το δικαίωμα στο σήμα είναι ιδιωτικό δικαίωμα και ο δικαιούχος του σήματος στο βαθμό που κρίνει ότι συγκεκριμένος τρόπος εκμετάλλευσής του δεν είναι αντίθετος με τα συμφέροντά του μπορεί να τον επιτρέψει ή να την επιδιώξει. Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή πίσω από την άδεια χρήσης του σήματος. Η απόφαση της Δ.Ε.Σ.

αφορά τον κίνδυνο παραπλάνησης και το δημόσιο συμφέρον. Διάταξη που επιβάλλει τη διαγραφή παραπλανητικού σήματος υπάρχει και το δημόσιο συμφέρον αφορά συνήθως το δίκαιο του ανταγωνισμού ή χρήση που αντίκειται στα χρηστά ήθη ή είναι καταχρηστική. Υπό τις συνθήκες αυτές η προϋπόθεση της προηγούμενης άδειας της Δ.Ε.Σ.

δεν φαίνεται αναγκαία για τη χρήση του σήματος από τρίτο με τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος. Αυτό φαίνεται να προκύπτει και από την Οδηγία 89/104/ΕΚ και από τον Κανονισμό για το Κοινοτικό Σήμα, στο άρθρο 22 παρ. 5 του οποίου καθιερώνεται υποχρέωση δημοσιοποιήσεως της άδειας με συνέπειες που περιγράφονται στο άρθρο 23 έναντι των τρίτων, αλλά χωρίς η μη δημοσίευση να οδηγεί σε ακυρότητα ή στο μη ενεργό της συμβάσεως παραχώρησης αδείας χρήσης του σήματος.

Η παραπάνω λογική εκφράζεται και στην περίπτωση της άδειας χρήσης διακριτικού γνωρίσματος προϊόντος. Το δικαίωμα εδώ δεν απονέμεται, αλλά αποκτάται από την καθιέρωσή του στην αγορά. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης διακριτικού γνωρίσματος προϊόντος αναλογικά με τις περί σημάτων διατάξεις.

Άδεια χρήσης διακριτικού γνωρίσματος έχουμε στην ουσία σε περίπτωση που καθιερωμένο, ως διακριτικό γνώρισμα προϊόντος, σήμα γίνεται αντικείμενο άδειας χρήσης του σήματος χωρίς απόφαση της Δ.Ε.Σ. Η σύμβαση άδειας χρήσης του σήματος λειτουργεί κατά μετατροπή ως άδεια χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος.

Αυτό σημαίνει ότι ο αδειούχος χρήσης του σήματος δεν θα έχει την προστασία που ο νόμος δίνει στον αδειούχο χρήσης του σήματος ύστερα από απόφαση της Δ.Ε.Σ. και η πιθανότητα της διαγραφής του σήματος παραμένει, αφού ο νόμος περί σημάτων αρκείται σε κίνδυνο παραπλάνησης και δεν απαιτεί ύπαρξη παραπλάνησης.

Η διαγραφή όμως του σήματος δεν συνεπάγεται και την απόσβεση του δικαιώματος επί του διακριτικού γνωρίσματος, που αποκτάται με το ουσιαστικό σύστημα. Προφανώς σε περίπτωση που η Δ.Ε.Σ. δεν επιτρέψει την άδεια χρήσης του σήματος, ούτε η άδεια χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος θα επιτρέπεται, αφού και πάλι θα είναι παραπλανητική κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ν. 146/1914.

Συνεπώς, αναγκαίο στοιχείο για τη νομική θεμελίωση αυτοτελούς αγωγής αδειούχου χρήσης του σήματος, που έχει παραχωρηθεί σ' αυτόν από τον δικαιούχο του, για παράλειψη χρήσης του σήματος και αποζημίωση από τρίτον που χρησιμοποιεί αυτό (σήμα) χωρίς δικαίωμα, αποτελεί η επίκληση στην αγωγή της καταχώρησης της σχετικής συμφωνίας της άδειας χρήσης του σήματος, μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, στα προαναφερόμενα βιβλία σημάτων, ή ότι έχει χορηγηθεί σ' αυτόν έγγραφη συναίνεση για την άσκηση της σχετικής αγωγής από τον δικαιούχο του σήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 25-06-2009 αγωγή που άσκησε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιστορούσε τα ακόλουθα: Ότι δραστηριοποιείται επί σειρά δεκαετιών, στους τομείς της διανομής και εμπορίας ειδών ηλεκτρικού εξοπλισμού, διαθέτοντας ιδιαίτερη τεχνογνωσία στον τομέα των ραπτομηχανών οικιακής και βιομηχανικής χρήσης.

Ότι από το έτος 2003 είναι αποκλειστική διανομέας των προϊόντων, με το διεθνούς φήμης σήμα SINGER, τόσο στην ημεδαπή όσο και στα Βαλκάνια και είναι αδειούχος χρήσης του εν λόγω σήματος στις ανωτέρω γεωγραφικές περιοχές, το οποίο έχει κατωχηρωθεί νόμιμα ως αλλοδαπό σήμα στην ημεδαπή και διακρίνει προϊόντα διαφόρων κλάσεων, μεταξύ των οποίων και ραπτομηχανές οικιακής και βιομηχανικής χρήσεως και προστατεύεται στην Ελλάδα ήδη από το έτος 1994 και μέχρι σήμερα με συνεχείς ανανεώσεις της προστασίας του.

Ότι με τις δικές της συνεχείς προσπάθειες και δαπάνες δημιούργησε ένα επιλεκτικό σύστημα διανομής στην ημεδαπή, με δίκτυο καταστημάτων πώλησης και εξειδικευμένο σύστημα κέντρων παροχής τεχνικής εξυπηρέτησης, ενώ προβαίνει ετησίως σε διαφημιστικές εκστρατείες των προϊόντων SINGER, δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να διατηρηθεί η υψηλή θέση των προϊόντων αυτών στην ημεδαπή αγορά.

Ότι, λόγω της αποκλειστικής ενασχόλησής της με τη διανομή των προϊόντων SINGER, έχει επικρατήσει το σήμα αυτό ως διακριτικό γνώρισμα στις συναλλαγές της. Ότι η πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) αλλοδαπή εταιρεία, η οποία έχει το δικαίωμα αποκλειστικής διανομής των προϊόντων SINGER στη Γερμανία, πώλησε στη δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία διαθέτει δίκτυο καταστημάτων λιανικής πώλησης κυρίως ειδών διατροφής, ρουχισμού και ειδών οικιακής χρήσης, σε χαμηλές τιμές, τεμάχια ραπτομηχανών SINGER τύπου 1120 Edition, τα οποία θα μεταπωλούσε στα καταστήματά της στην Ελλάδα.

Ότι η δεύτερη εναγομένη, στα πλαίσια της πολιτικής προώθησης που ακολουθεί για τα προϊόντα της, να εκθέτει δύο ημέρες της εβδομάδας προϊόντα σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, τα οποία περιλαμβάνονται σε ενημερωτικό φυλλάδιο και καταχωρούνται παράλληλα στην ιστοσελίδα της, στις 13-2-2009, περιέλαβε σε διαφημιστικό φυλλάδιό της τη συγκεκριμένη ραπτομηχανή, με την ένδειξη ότι επρόκειτο να είναι διαθέσιμη στις 19-2-2009, με τιμή προσφοράς 119 ευρώ το τεμάχιο, μολονότι ο συγκεκριμένος τύπος συγκαταλέγεται στα προϊόντα SINGER, που διατίθεται από το δίκτυο επιλεκτικής διανομής SINGER.

Ότι, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας περί χορήγησης προσωρινής διαταγής, απαγορεύτηκε στη δεύτερη εναγομένη να διαθέτει προσωρινά τις ανωτέρω ραπτομηχανές στα καταστήματά της, η δε τελευταία στις 20-2-2009, σε δύο τουλάχιστον καταστήματά της, ανάρτησε επιγραφές στις οποίες ανέγραφε ότι το συγκεκριμένο προϊόν δεν θα ήταν διαθέσιμο προς πώληση, λόγω προβλήματος.

Ότι, με τις ενέργειές τους αυτές, οι εναγόμενες, κατά παράβαση των χρηστών ηθών, προκειμένου να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος, προκάλεσαν εν γνώσει τους ρήγμα στο δίκτυο των προϊόντων SINGER, στην ημεδαπή, με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού της ενάγουσας, τις θυσίες και δαπάνες της οποίας εκμεταλλεύτηκε παράνομα η δεύτερη εναγομένη, με σκοπό να πωλήσει τα προϊόντα που αγόρασε από την πρώτη εναγομένη, τα οποία χρησιμοποίησε ως "κράχτη" για προώθηση των υπολοίπων προϊόντων της.

Ότι με τη διάθεση των προϊόντων SINGER από τη δεύτερη εναγομένη δημιουργήθηκε η εσφαλμένη εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι τα καταστήματα αυτής ανήκουν στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής της ενάγουσας. Ότι η δεύτερη εναγομένη με πράξη της που έλαβε χώρα στις 19-2-2009, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή, διέδωσε ψευδώς ειδήσεις αναφορικά με την ποιότητα των προϊόντων που διανέμει αποκλειστικά η ενάγουσα στην ημεδαπή, θέτοντας σε κίνδυνο την εμπορική της πίστη.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων εταιρειών να της καταβάλουν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής: α) το ποσό των 458.869,77 ευρώ ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, το οποίο συνίσταται στο τίμημα των παραγγελιών που ακυρώθηκαν από τα καταστήματα του δικτύου της επιλεκτικής διανομής, β) το ποσό των 220.000 ευρώ, για αποκατάσταση της ζημίας που θα υποστεί από τις επιπλέον δαπάνες για την αύξηση της διαφημιστικής εκστρατείας της, προκειμένου να ανατρέψει τις συνέπειες που επέφεραν οι εναγόμενες, γ) το ποσό των 150.000 ευρώ η πρώτη εναγομένη και το ποσό των 450.000 ευρώ η δεύτερη, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την προσβολή της φήμης και του κύρους της, ενόψει του ότι επλήγη η εικόνα της ως οικονομικά εύρωστης και φερέγγυας εταιρείας και κλονίστηκε η αξιοπιστία της έναντι των συνεργατών της.

Επίσης, ζήτησε, να παραλείπουν στο μέλλον αμφότερες οι εναγόμενες τις αθέμιτες ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος της, να απαγορευτεί στη δεύτερη εναγομένη να χρησιμοποιεί στα προϊόντα της το σήμα SINGER, να παραλείπει να διαδίδει στο μέλλον ψευδείς ειδήσεις, να διαταχθεί η ανάρτηση στα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης η επιγραφή με το αναφερόμενο περιεχόμενο αποκαταστατικού χαρακτήρα αναφορικά με τις ραπτομηχανές που έθεσε σε προσφορά με το σήμα SINGER, να δημοσιευτεί περίληψη του διατακτικού της απόφασης στον ημερήσιο τύπο και να απειληθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που επιδιώκεται με αυτή η προστασία της ενάγουσας με βάση τις διατάξεις του ν. 2239/1994 "περί σημάτων", είναι νομικά αόριστη, εφόσον η τελευταία (ενάγουσα) δεν εκθέτει σ' αυτήν ότι η έγγραφη συμφωνία την οποία επικαλείται ότι συνήψε με την δικαιούχο του σήματος αλλοδαπή εταιρεία, καταχωρήθηκε, μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, στα βιβλία σημάτων, όπως απαιτείται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2239/1994 "περί σημάτων", για την νομική θεμελίωση της σχετικής αγωγής που ασκεί ο αδειούχος χρήσης σήματος με βάση τις διατάξεις αυτές, ούτε όμως και εκτίθεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα για την άσκηση της ένδικης αγωγής έχει την έγγραφη συναίνεση της δικαιούχου του σήματος αλλοδαπής εταιρείας.

Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2239/1994, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζουν οι διατάξεις αυτές, για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος στις τελευταίες και επομένως, ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 14) του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος.

Κατά μεν το άρθρο 1 ν.146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.

ε` εδ. α' του ιδίου νόμου "απαγορεύεται εις δημοσία γινομένας γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις προοριζομένας δι` ευρύν κύκλον προσώπων πάσα ανακριβής δήλωσις περί σχέσεων αναφερομένων εις τας κατά το άρθρον 1 συναλλαγάς, ιδία δε περί της ποιότητος, της αρχικής προελεύσεως, του τρόπου, της κατασκευής ή της τιμολογήσεως εμπορευμάτων ή βιομηχανικών εργασιών, περί του τρόπου ή της πηγής της προμηθείας, της κατοχής βραβείων ή άλλων τιμητικών διακρίσεων, περί της αιτίας ή του σκοπού της πωλήσεως ή περί του ποσού των προς διάθεσιν εμπορευμάτων ικανή να παραγάγη την εντύπωσιν ιδιαιτέρως ευνοϊκής προσφοράς".

Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ.1 και 4 του ίδιου νόμου "Όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματός τινος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέση σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθή υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως.

Υποχρεούται δε προς τούτοις απέναντι του ζημιωθέντος εις ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας εάν εγνώριζεν ή ώφειλε να γνωρίζη ότι δια της καταχρήσεως ταύτης ηδύνατο να προκληθή σύγχυσις.... Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφ` όσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, β) για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει και γ) για να γεννηθεί υποχρέωση για αποζημίωση (και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) πρέπει εκείνος που χρησιμοποιεί το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα τα οποία άλλος μεταχειρίζεται νόμιμα, να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 571/2011, ΑΠ 1123/2002).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν 146/1914 "Περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού" θεσπίζεται γενική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη, που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη και γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού, δηλαδή με πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς να απαιτείται πρόθεση για πρόκληση ζημίας στους άλλους ανταγωνιστές.

Τέτοια πράξη, η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, καθ` όσον κατ` αρχήν, η απόσπαση πελατών είναι σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού (ΑΠ 1041/2010). Δεν βρίσκεται όμως σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη η προμήθεια από έμπορο της αλλοδαπής, η εισαγωγή στην Ελλάδα και η διάθεση από έμπορο στην κατανάλωση εμπορευμάτων, των οποίων το δικαίωμα αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσωπεύσεως έχει άλλος έμπορος, μολονότι ο πρώτος τελεί σε γνώση του γεγονότος αυτού, παραμερίζοντας τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο και εισαγωγέα και όταν ο τελευταίος με έντονη, συνεχή και δαπανηρή διαφήμιση αγωνίσθηκε και πέτυχε, να επιβάλει στο καταναλωτικό κοινό τα προϊόντα, των οποίων το δικαίωμα της αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσωπεύσεως έχει ο ίδιος στην Ελλάδα.

Στην αγορά δεν μπορεί κανένας να αποκλείει τους άλλους, οι δε συμφωνίες περί αποκλειστικότητας μεταξύ παραγωγού και εισαγωγέα εμπόρου είναι χωρίς σημασία για τους τρίτους, αφού αυτές δημιουργούν ενοχικής φύσεως δέσμευση των συμβληθέντων μερών. Το γεγονός δε κατά το οποίο η υπό τις ως άνω συνθήκες εισαγωγή στην Ελλάδα δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη προκύπτει και από το ότι, ενόψει των άρθρων 85 και 86 της ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης, οι διατάξεις της οποίας, μετά την κύρωση με το Ν. 945/1979 της σχετικής συνθήκης προσχωρήσεως σ` αυτή και της Ελλάδας, αποτελούν, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή αυτής ότι οι ρήτρες περί αποκλειστικής εισαγωγής εμπορευμάτων και μάλιστα όσες απ` αυτές ασφαλίζονται με σύστημα απόλυτης τοπικής προστασίας είναι άκυρες, διότι εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παρ. 1 της ανωτέρω Συνθήκης, ως περιορίζουσες τον ανταγωνισμό τόσο σε κοινοτικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Έτσι, αυτό καθ` εαυτό το γεγονός ότι έμπορος εισάγει παράλληλα, προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διαθέσεως άλλου εμπόρου (αποκλειστικού αντιπροσώπου) με τον παραγωγό, δεν συνιστά πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 146/1914. Ειδικότερα, στα δίκτυα της αποκλειστικής διανομής οι παράλληλες πωλήσεις εξασφαλίζονται με τη διάταξη του άρθρου 4 του κανονισμού 2790/1999 που απαγορεύει την επιβολή γεωγραφικών και πελατειακών περιορισμών στον αγοραστή.

Η απαγόρευση αυτή που αναφέρεται στη συμβατική διαμόρφωση του δικτύου συμπληρώνεται από τις διατάξεις 28 επ. ΕΚ που προστατεύουν τις παράλληλες εισαγωγές από περιορισμούς που προκαλούνται από μέτρα κρατικής προέλευσης. Υπ' αυτήν την έννοια η "διατάραξη" των συστημάτων αποκλειστικής διανομής από τις παράλληλες εισαγωγές μπορεί να αποτελεί παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μέλους του δικτύου που εφοδιάζει τρίτους εμπόρους, αλλά να συνιστά ενδεχομένως και αθέμιτο ανταγωνισμό.

Όμως, η απόκτηση προϊόντων που διατίθενται από δίκτυο αποκλειστικής διανομής δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό για τους εκτός δικτύου εμπόρους χωρίς τη συνδρομή ειδικών προϋποθέσεων. Πράγματι, θα ήταν παράδοξο να αντιμετωπίζεται ως αθέμιτος ανταγωνισμός η παράκαμψη του δικτύου της διανομής του προμηθευτή, όταν η δυνατότητα παράκαμψης αποτελεί προϋπόθεση νομιμότητας του δικτύου από την άποψη του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Πολύ δε περισσότερο δεν συνιστά τέτοια πράξη η παράλληλη εισαγωγή προϊόντων, ως προς τα οποία όμως δεν υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διαθέσεως. Η παράλληλη εισαγωγή προϊόντων παρά τη ρήτρα της αποκλειστικότητας, τότε μόνο μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού, όταν συντρέχουν πρόσθετα στοιχεία, τα οποία προσδίδουν σ` αυτή τον χαρακτήρα της αντιθέσεως στα χρηστά ήθη.

Τέτοιο στοιχείο είναι κατά πρώτο λόγο ο τρόπος κτήσεως των προϊόντων από τον παράλληλο εισαγωγέα, ο δε τρόπος αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη, όταν ο παράλληλος εισαγωγέας συντελεί με τη συμπεριφορά του στην παράβαση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής διαθέσεως, είτε εξωθώντας ευθέως τούτον σ` αυτή, είτε πείθοντας αυτόν διά της εμφανίσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, όπως ότι τα αγοραζόμενα προϊόντα (τα) προορίζει για χώρα, στην οποία δεν υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος.

Επίσης, η παράλληλη εισαγωγή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί με βάση το στοιχείο της διαφημίσεως ως αντιτιθεμένη στα χρηστά ήθη, καθόσον εκείνος που διαφημίζει στην αγορά ορισμένο προϊόν κατά το μέτρο της ιδίας αυτού επιχειρηματικής και οικονομικής ικανότητας πράττει τούτο με βάση δικούς του κερδοσκοπικούς υπολογισμούς και με δικό του κίνδυνο.

Ακόμη, η παράλληλη εισαγωγή δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και δεν είναι πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού ούτε από το γεγονός ότι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος διατηρεί συνήθως ίδιο δίκτυο παροχής υπηρεσιών επισκευής των προϊόντων (Service), καθόσον το δίκτυο αυτό αποτελεί ιδία πρόσθετη επιχείρηση και οι υπηρεσίες επισκευής δεν είναι ποτέ αποκλειστικές, αφού υπάρχει παράλληλα μεγάλος αριθμός ελευθέρων επιχειρήσεων επισκευής των προϊόντων, όπου καταφεύγουν κατά βούληση οι κάτοχοι αυτών.

Τέλος, η εισαγωγή και διάθεση γνησίων εμπορευμάτων από τρίτο μη μέλος του δικτύου της επιλεκτικής διανομής (άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ) είναι πλήρως θεμιτή ανταγωνιστική συμπεριφορά, εφόσον δεν συντρέχουν άλλες ειδικές περιπτώσεις, που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη διάθεση αυτή κατ` εξαίρεση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως συμβαίνει με την απόκτηση των εμπορευμάτων με απάτη ή απατηλή εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής, με την εκμετάλλευση της αθέτησης της συμβάσεως αυτής, με την απειλή σε επιλεκτικό διανομέα να δώσει εμπορεύματα στον διανομέα εκτός δικτύου.

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, εδώ και πενήντα περίπου έτη, δραστηριοποείται στην ημεδαπή, στους τομείς της διανομής και εμπορίας ειδών ηλεκτρικού οικιακού εξοπλισμού.

Δυνάμει του από 8-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "SINGER N.V.", που εδρεύει στη νήσο Κιουρασό των Ολανδικών Αντιλλών και της ενάγουσας, ανατέθηκε στην τελευταία η αποκλειστική διανομή στην ημεδαπή και στις βαλκανικές χώρες, των προϊόντων, μεταξύ των οποίων και οι ραπτομηχανές, με το διεθνώς καταχωρημένο σήμα SINGER.

Ακόμη, με το από 8-1-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας "The Singer Company B.V.", που εδρεύει στο Άμστερνταμ Ολλανδίας και είναι νόμιμος δικαιούχος παγκοσμίως του ως άνω καταχωρημένου σήματος SINGER και της ενάγουσας, παραχωρήθηκε σ' αυτή η άδεια χρήσης του ανωτέρω κατοχυρωμένου σήματος στις ως άνω γεωγραφικές περιοχές.

Με τις από 30-6-2004 συμβάσεις εκχώρησης τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τις ανωτέρω συμβάσεις παραχώρησης της χρήσης του σήματος SINGER και της αποκλειστικής διανομής των προϊόντων με το σήμα SINGER, εκχωρήθηκαν από τις άνω συμβαλλόμενες αλλοδαπές εταιρίες στις εταιρίες "SINGER Sourcing Ltd" και "KSIN Lyxembourg II Sarl" αντίστοιχα.

Η ενάγουσα εταιρία, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την προαναφερόμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, από τις αρχές του έτους 2003, οργάνωσε με δικές της δαπάνες για έρευνα αγοράς και διαφήμισης, ένα δίκτυο επιλελτικής διανομής στην ημεδαπή, αποτελούμενο από επιχειρήσεις λιανικής πώλησης των προϊόντων με το σήμα SINGER, τα οποία εισήγαγε από την προμηθεύτρια αλλοδαπή εταιρία, οι οποίες (επιχειρήσεις λιανικής πώλησης) επιλέγονταν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικής φύσεως, όσον αφορά την επαγγελματική καταλληλότητα, το προσωπικό και τον εξοπλισμό.

Οι εταιρίες δε αυτές είχαν υποχρέωση να τηρούν τις προδιαγραφές που έθετε η ενάγουσα διανομέας. Περαιτέρω, η ενάγουσα οργάνωσε και τη διαφημιστική εκστρατεία των προϊόντων, με καταχωρήσεις στον τύπο και το διαδίκτυο, καθώς και υπηρεσία αντιμετώπισης τεχνικών και ποιοτικών προβλημάτων των προϊόντων (Service), που γίνονταν από ειδικά εξουσιοδοτημένα καταστήματα.

Τα προϊόντα με το διεθνούς φήμης σήμα SINGER είναι γνωστά στη διεθνή αγορά ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ως προϊόντα υψηλής ποιότητας και προδιαγραφών και για το λόγο αυτό η ενάγουσα, με τις προαναφερόμενες προσπάθειές της, αποσκοπούσε στο να διατηρήσει την ιδέα που είχε το καταναλωτικό κοινό γι' αυτά.

Παράλληλα, η ενάγουσα, βάσει σχετικών συμβάσεων χονδρικής, προμηθεύει πολυκαταστήματα πώλησης ηλεκτρικού οικιακού εξοπλισμού, με προϊόντα SINGER, με σκοπό τη λιανική πώληση αυτών, θέτοντας ποιοτικά κριτήρια. Εξάλλου, η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "SINGER Sourcing Ltd", που εδρεύει στο Χάμιλτον των νήσων Βερμούδων, το έτος 2007 προμήθευε με προϊόντα SINGER και την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία " VSM Groyp AB", που εδρεύει στη Σουηδία, η οποία, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε το Δεκέμβριο του έτους 2007, είχε λάβει το δικαίωμα διανομής των προϊόντων που έφεραν το σήμα SINGER, στις χώρες της Ευρώπης, εκτός από την Ελλάδα και τις χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Η ως άνω διανομέας εταιρία "VSM Groyp AB", με ιδιωτικό συμφωνητικό συμβλήθηκε με την πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) αλλοδαπή εταιρία, η οποία είναι θυγατρική της και εδρεύει στην Καρλσρούη Γερμανίας, προκειμένου η τελευταία να διανείμει τα προϊόντα με το σήμα SINGER, στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη, ήρθε σε έγγραφη συμφωνία (από 3-7-2008/13-8-2008) με την εδρεύουσα στη Γερμανία εταιρία με την επωνυμία "LIDL Stiftung & CO.KG" και με τη θυγατρική αυτής δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία εδρεύει στο Δ.Δ... και η τελευταία (με εντολή της μητρικής της εταιρίας με κωδικό 40984), με την από 6-8-2008 σύμβαση πώλησης, συμφώνησε να αγοράσει από την πρώτη εναγομένη, από 19-1-2009, ραπτομηχανές με το σήμα SINGER, τύπου 1120 e και να τις προωθήσει προς λιανική πώληση στα καταστήματά της στην ημεδαπή (υπεραγορές τροφίμων, προσωπικών, οικιακών και λοιπών χρηστικών ειδών υπό την επωνυμία LIDL).

Προς εκτέλεση της σύμβασης πώλησης εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... τιμολόγια, που αφορούσαν την πώληση 3.000 τεμαχίων ραπτομηχανής, με το σήμα SINGER, τύπου 1120 e. Τα εν λόγω προϊόντα παραδόθηκαν στη δεύτερη εναγομένη, η οποία τα προώθησε στα καταστήματα λιανικής πώλησης που διατηρεί σε διάφορες περιοχές της ημεδαπής.

Στη συνέχεια αυτή (δεύτερη εναγομένη) τα διαφήμισε πριν από την ημερομηνία τοποθέτησής τους στις προθήκες των καταστημάτων της, τόσο στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο όσο και στο έντυπο διαφημιστικό της φυλλάδιο, που διανέμει κατ' οίκον ως προϊόν της εβδομάδας, με δελεαστική τιμή 119 ευρώ το τεμάχιο και με έναρξη διάθεσής του στις 19-2-2009.

Την πρακτική αυτή διαφήμισης ακολουθούσε πάγια η δεύτερη εναγομένη, η οποία κάθε εβδομάδα περιλαμβάνει στο διαφημιστικό της φυλλάδιο, το προϊόν της εβδομάδας. Οι ως άνω διαφημιστικές ενέργειες της δεύτερης εναγομένης, προκάλεσαν αναστάτωση στους εμπόρους λιανικής πώλησης των προϊόντων της ενάγουσας και η τελευταία, η οποία παρακολουθεί στενά τη σχετική αγορά, κατέθεσε σε βάρος της δεύτερης εναγομένης τις υπ' αριθ.

κατάθεσης 6425/17-2-2009 (πριν από την ημέρα διάθεσης των ραπτομηχανών) και 7883/26-2-2009 αιτήσεις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και συγχρόνως πέτυχε την έκδοση εναντίον της προσωρινής διαταγής, με την οποία απαγορεύτηκε η διάθεση των ραπτομηχανών στο καταναλωτικό κοινό, από τη δεύτερη εναγομένη. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε, η υπ' αριθ. 15.859/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν αυτές δεκτές και απαγορεύτηκε η χρήση του σήματος SINGER από τη δεύτερη εναγομένη καθώς και η διαφήμιση και πώληση των ραπτομηχανών με το σήμα SINGER, τύπου 1120 e. Ωστόσο, η δεύτερη εναγομένη ήδη πριν από τη συζήτηση των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, συμμορφούμενη προς την απαγόρευση διάθεσης που είχε διαταχθεί με την ανωτέρω προσωρινή διαταγή, είχε αποσύρει τα προϊόντα από τις προθήκες των καταστημάτων της.

Συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η ενάγουσα, ως εισαγωγέας των προϊόντων με το σήμα SINGER, η χρήση του οποίου της είχε επιτραπεί εγγράφως, είχε οργανώσει ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής των καταστημάτων λιανικής πώλησης των ειδών αυτών, θέτοντας τους δικούς της κανόνες κατά τρόπο ομοιόμορφο έναντι όλων των πωλητών, οι οποίοι παρείχαν εγγυήσεις για τον τρόπο έκθεσης των προϊόντων και της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών.

Η προμήθεια όμως εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης εταιρίας των ραπτομηχανών με το σήμα SINGER, από την πρώτη εναγομένη, η οποία έχει το δικαίωμα αποκλειστικής εισαγωγής και διανομής τους και η διάθεση αυτών στην κατανάλωση, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, αυτό καθ' εαυτό το γεγονός ότι έμπορος εισάγει παράλληλα προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται ακόμη και συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διάθεσης άλλου εμπόρου (αποκλειστικού αντιπροσώπου) με τον παραγωγό, ακόμη και αν αυτός τελεί σε γνώση του εν λόγω γεγονότος, γνώση που αποδείχθηκε στην προκειμένη περίπτωση, παραμερίζοντας τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο και εισαγωγέα και όταν ο τελευταίος με συνεχή, δαπανηρή διαφήμιση έχει πετύχει τη διατήρηση της υψηλής αναγνωρισιμότητας των προϊόντων στο καταναλωτικό κοινό, των οποίων το δικαίωμα της αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσώπευσης έχει ο ίδιος στην ημεδαπή, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 146/1914.

Και τούτο γιατί δεν συντρέχουν εκείνα τα πρόσθετα στοιχεία, τα οποία προσδίδουν σ' αυτή το χαρακτήρα της αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε, μολονότι γίνεται σχετική επίκληση από την ενάγουσα, ότι ο τρόπος κτήσης των προϊόντων από τη δεύτερη εναγομένη αντίκειται στα χρηστά ήθη, εφόσον δεν συντέλεσε με τη συμπεριφορά της στην παράβαση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής διάθεσης, είτε εξωθώντας ευθέως εκείνον σ' αυτή, είτε πείθοντάς τον ότι με την εμφάνιση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όπως τα αγοραζόμενα προϊόντα προορίζει για χώρα στην οποία δεν υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος.

Επιπρόσθετα, στην κρινόμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν άλλες ειδικές περιπτώσεις, που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη διάθεση αυτή από τη δεύτερη εναγομένη, κατ' εξαίρεση, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως συμβαίνει με την απόκτηση εμπορευμάτων με απάτη ή απατηλή εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής, με την εκμετάλλευση της αθέτησης της σύμβασης αυτής ή ενδεχομένως με την απειλή σε επιλεκτικό διανομέα να δώσει εμπορεύματα στο διανομέα εκτός δικτύου.

Άλλωστε, η παράλληλη εισαγωγή ραπτομηχανών με το σήμα SINGER από τη δεύτερη εναγομένη δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και δεν είναι πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού ούτε από το γεγονός ότι η ενάγουσα διατηρούσε ίδιο δίκτυο παροχής υπηρεσιών επισκευής των προϊόντων (Service), καθόσον το δίκτυο αυτό αποτελεί ιδία πρόσθετη επιχείρηση και οι υπηρεσίες επισκευής δεν είναι ποτέ αποκλειστικές, αφού υπάρχει παράλληλα μεγάλος αριθμός ελεύθερων επιχειρήσεων επισκευής των προϊόντων, όπου καταφεύγουν, κατά βούληση οι κάτοχοι αυτών.

Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη δικαιούται να εμπορεύεται τις ραπτομηχανές με το σήμα τους στη χώρα διάθεσής τους, εφόσον η χρήση από αυτή του σήματος SINGER περιορίστηκε μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την προώθηση των νομίμως κτηθέντων προϊόντων μέχρι τον τελικό καταναλωτή, δεδομένου ότι ο παράλληλος εισαγωγέας δικαιούται να προβαίνει σε κάθε πράξη, που διευκολύνει τη διάθεση των προϊόντων, με τη χρήση του σήματος, κάνοντας ακόμη και χρήση της διαφημιστικής του λειτουργίας, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να γνωστοποιηθεί στο καταναλωτικό κοινό ότι η επιχείρησή του διαθέτει τα φέροντα το σήμα εμπορεύματα, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρία ενήργησε κατά την απόπειρα διάθεσης των ραπτομηχανών κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της διαφημιστικής λειτουργίας του σήματος SINGER, εμφανιζόμενη ως παρέχουσα την εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι είναι ενταγμένη στο οργανωμένο (αποκλειστικά ή επιλεκτικά) δίκτυο διανομής της ενάγουσας είτε με τη χρήση αλλότριου σήματος εν είδει διακριτικού γνωρίσματος στην επωνυμία της επιχείρησής της ή χρησιμοποιώντας το σήμα αυτό στα λοιπά, πέραν των διαφημιστικών φυλλαδίων του προϊόντος, έγγραφα της εταιρίας της, με αποτέλεσμα να μην αποδειχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε η πρόκληση στον καταναλωτή σύγχυσης περί των οργανωτικών και οικονομικών σχέσεων της εταιρίας της ενάγουσας, του οργανωμένου από αυτή δικτύου διανομής των προϊόντων της και της δεύτερης εναγομένης-παράλληλης εισαγωγέας, γεγονός που σταθμίζεται από τον καταναλωτή, κατά την επιλογή του προμηθευτή του.

Ούτε αποδείχθηκε, ότι η γνωστοποίηση της δεύτερης εναγομένης είναι ανακριβής ως προς την προέλευση αυτών, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτή αποπειράθηκε να διαθέσει γνήσια προϊόντα με σήμα SINGER. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι, στην με τον ανωτέρω τρόπο δήλωση διάθεσης της δεύτερης εναγομένης περιέχεται οποιαδήποτε άλλη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ.

α' του Ν. 146/1914 δημόσια γενόμενες γνωστοποιήσεις, οι οποίες συνιστούν παραπλανητική διαφήμιση. Ακολούθως, το ποσό των 119 ευρώ, στο οποίο τιμολογήθηκε η συγκεκριμένη ραπτομηχανή, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, κατά τις συνήθειες στις συναλλαγές, με αποτέλεσμα να αποτελεί αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη και να προσβάλλεται παράλληλα η ενάγουσα αποκλειστική διανομέας από την υποτιμολόγησή του, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος τύπος ραπτομηχανής 1120 e, κατασκευάστηκε άπαξ και κατόπιν ειδικής παραγγελίας της πρώτης εναγομένης από την κατασκευάστρια εταιρία των ραπτομηχανών, ήταν δε ιδιαίτερα απλή ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές της και ο εν λόγω κωδικός στη συνέχεια καταργήθηκε και δεν κατασκευάστηκε ξανά, ούτε διατέθηκε προς πώληση είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή, οπότε και η τιμή του ήταν ανάλογη των τεχνικών προδιαγραφών και δυνατοτήτων του προϊόντος, το οποίο σημειωτέον ως κωδικός δεν διατέθηκε ποτέ από την ενάγουσα στην ημεδαπή, καθόσον είχε ήδη καταργηθεί, τουλάχιστον πριν από το έτος 2007 (βλ.

κατάθεση μάρτυρα απόδειξης). Εξάλλου, η τιμή του συγκεκριμένου προϊόντος και η παράλληλη προβολή του ως κύριου προϊόντος προς διάθεση, από τις 19-2-2009, στα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης, δεν λειτούργησε ως "κράχτης" για τα λοιπά προϊόντα της, εφόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι, με την ευκαιρία της διάθεσης του προϊόντος αυξήθηκε η αγορά και των λοιπών προϊόντων των καταστημάτων της δεύτερης εναγομένης, ούτε υπερτιμολογήθηκαν τα λοιπά προϊόντα της κατά παραπλάνηση και εκμετάλλευση του καταναλωτικού κοινού.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η παρουσίαση της επίμαχης ραπτομηχανής στο διαφημιστικό φυλλάδιο της δεύτερης εναγομένης προσέβαλε την επωνυμία της ενάγουσας, γιατί παρόμοιες διαφημιστικές παρουσιάσεις πραγματοποιούν περιοδικά και τα καταστήματα λιανικής πώλησης που εντάσσονται στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ούτε βέβαια (προσέβαλε την επωνυμία της) το γεγονός ότι το συγκεκριμένο προϊόν, με γνώμονα τις ανωτέρω επισημάνσεις περί του τύπου και των τεχνικών προδιαγραφών, θα ετίθετο προς διάθεση σε καταστήματα "εκπτωτικού" χαρακτήρα, όπως αυτά που διατηρεί η δεύτερη εναγομένη, αφενός γιατί, σε περίπτωση αποδοχής αυτού του συμπεράσματος (περί τρώσης του ονόματος της ενάγουσας), αυτό θα συνεπαγόταν εξ αρχής ανεπίτρεπτο αφορισμό των συγκεκριμένου τύπου καταστημάτων, που αντίκειται στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, αφετέρου διατίθενται στα συγκεκριμένα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης και άλλα επώνυμα προϊόντα (βλ.

κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης)>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ειδικότερα ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού, ώστε να μη δικαιούται αυτή αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και όσων άλλων επεδίωκε με την ένδικη αγωγή της από τις εναγόμενες κατά το μέρος που αυτή είχε έρεισμα στις διατάξεις του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", επικυρώνοντας κατόπιν τούτου την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, ως προς την παραπάνω βάση της.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. ε` εδ. α' και 13 παρ.1 και 4 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: "η ενάγουσα, ναι μεν ως εισαγωγέας των προϊόντων με το σήμα SINGER, η χρήση του οποίου της είχε επιτραπεί εγγράφως, είχε οργανώσει ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής των καταστημάτων λιανικής πώλησης των ειδών αυτών, θέτοντας τους δικούς της κανόνες κατά τρόπο ομοιόμορφο έναντι όλων των πωλητών, οι οποίοι παρείχαν εγγυήσεις για τον τρόπο έκθεσης των προϊόντων της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών, πλην όμως, η προμήθεια εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης εταιρίας των ραπτομηχανών με το σήμα SINGER, από την πρώτη εναγομένη, η οποία έχει το δικαίωμα αποκλειστικής εισαγωγής και διανομής τους και η διάθεση αυτών στην κατανάλωση, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αλλά απλώς αντισυμβατική συμπεριφορά των υπαιτίων απέναντι στην αναιρεσείουσα" σε συνδυασμό με τις λοιπές επί της ουσίας ανέλεγκτες παραδοχές δεν πληρούν το πραγματικό συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων αθέμιτης ανταγωνιστικής σε βάρος της αναιρεσείουσας ως αντίθετης προς τη νομική έννοια "των χρηστών ηθών", καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αυτό καθ' εαυτό το γεγονός ότι έμπορος εισάγει παράλληλα προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται ακόμη και συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διάθεσης άλλου εμπόρου (αποκλειστικού αντιπροσώπου) με τον παραγωγό, ακόμη και αν αυτός τελεί σε γνώση του εν λόγω γεγονότος, γνώση που αποδείχθηκε στην προκειμένη περίπτωση, παραμερίζοντας τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο και εισαγωγέα και όταν ο τελευταίος με συνεχή, δαπανηρή διαφήμιση έχει πετύχει τη διατήρηση της υψηλής αναγνωρισιμότητας των προϊόντων στο καταναλωτικό κοινό, των οποίων το δικαίωμα της αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσώπευσης έχει ο ίδιος στην ημεδαπή, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, εφόσον δεν συντρέχουν εκείνα τα πρόσθετα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, τα οποία προσδίδουν σ' αυτή το χαρακτήρα της αντίθεσης στα χρηστά ήθη.

Αναφορικά δε με το τελευταίο, δικαιολογείται ότι δεν υφίσταται αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων, ως αντικειμένης στην νομική έννοια των "χρηστών ηθών", τα ανελέγκτως επίσης πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εκ μέρους του Εφετείου, και συγκεκριμένα ότι: <<1) δεν αποδείχθηκε, ότι για τον τρόπο κτήσης των προϊόντων από τη δεύτερη εναγομένη, συντέλεσε αυτή με την συμπεριφορά της στην παράβαση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής διάθεσης, είτε εξωθώντας ευθέως εκείνον σ' αυτή, είτε πείθοντάς τον ότι με την εμφάνιση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όπως τα αγοραζόμενα προϊόντα προορίζει για χώρα στην οποία δεν υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος, 2) δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη απέκτησε τα ως άνω εμπορεύματα με απάτη ή απατηλή εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής, με την εκμετάλλευση της αθέτησης της σύμβασης αυτής ή με την απειλή σε επιλεκτικό διανομέα να δώσει εμπορεύματα στο διανομέα εκτός δικτύου, 3) δεν συσχετίζεται η παράλληλη εισαγωγή ραπτομηχανών με το σήμα SINGER από τη δεύτερη εναγομένη με το γεγονός ότι η ενάγουσα διατηρούσε ίδιο δίκτυο παροχής υπηρεσιών επισκευής των προϊόντων (Service), καθόσον το δίκτυο αυτό αποτελεί ιδία πρόσθετη επιχείρηση και οι υπηρεσίες επισκευής δεν είναι ποτέ αποκλειστικές, αφού υπάρχει παράλληλα μεγάλος αριθμός ελεύθερων επιχειρήσεων επισκευής των προϊόντων, όπου καταφεύγουν, κατά βούληση οι κάτοχοι αυτών, 4) δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρία ενήργησε κατά την απόπειρα διάθεσης των ραπτομηχανών κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της διαφημιστικής λειτουργίας του σήματος SINGER, εμφανιζόμενη ως παρέχουσα την εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι είναι ενταγμένη στο οργανωμένο (αποκλειστικά ή επιλεκτικά) δίκτυο διανομής της ενάγουσας είτε με τη χρήση αλλότριου σήματος εν είδει διακριτικού γνωρίσματος στην επωνυμία της επιχείρησής της ή χρησιμοποιώντας το σήμα αυτό στα λοιπά, πέραν των διαφημιστικών φυλλαδίων του προϊόντος, έγγραφα της εταιρίας της, με αποτέλεσμα να μην αποδειχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε η πρόκληση στον καταναλωτή σύγχυσης περί των οργανωτικών και οικονομικών σχέσεων της εταιρίας της ενάγουσας, του οργανωμένου από αυτή δικτύου διανομής των προϊόντων της και της δεύτερης εναγομένης-παράλληλης εισαγωγέας, γεγονός που σταθμίζεται από τον καταναλωτή, κατά την επιλογή του προμηθευτή του, 5) δεν αποδείχθηκε, ότι η γνωστοποίηση της δεύτερης εναγομένης είναι ανακριβής ως προς την προέλευση των άνω εμπορευμάτων, εφόσον αυτή αποπειράθηκε να διαθέσει γνήσια προϊόντα με σήμα SINGER, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι, στην με τον ανωτέρω τρόπο δήλωση διάθεσης της δεύτερης εναγομένης περιέχεται οποιαδήποτε άλλη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 εδ.

α'του Ν. 146/1914 δημόσια γενόμενες γνωστοποιήσεις, οι οποίες συνιστούν παραπλανητική διαφήμιση, 6) δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό των 119 ευρώ στο οποίο τιμολογήθηκε η συγκεκριμένη ραπτομηχανή ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, κατά τις συνήθειες στις συναλλαγές, με αποτέλεσμα να αποτελεί αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη και να προσβάλλεται παράλληλα η ενάγουσα αποκλειστική διανομέας από την υποτιμολόγησή του, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος τύπος ραπτομηχανής 1120 e, κατασκευάστηκε άπαξ και κατόπιν ειδικής παραγγελίας της πρώτης εναγομένης από την κατασκευάστρια εταιρία των ραπτομηχανών, ήταν δε ιδιαίτερα απλή ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές της και ο εν λόγω κωδικός στη συνέχεια καταργήθηκε και δεν κατασκευάστηκε ξανά, ούτε διατέθηκε προς πώληση είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή, οπότε και η τιμή του ήταν ανάλογη των τεχνικών προδιαγραφών και δυνατοτήτων του προϊόντος, το οποίο σημειωτέον ως κωδικός δεν διατέθηκε ποτέ από την ενάγουσα στην ημεδαπή, καθόσον είχε ήδη καταργηθεί, τουλάχιστον πριν από το έτος 2007, 7) δεν αποδείχθηκε, ότι η τιμή του συγκεκριμένου προϊόντος και η παράλληλη προβολή του ως κύριου προϊόντος προς διάθεση, από τις 19-2-2009, στα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης, λειτούργησε ως "κράχτης" για τα λοιπά προϊόντα της, εφόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι, με την ευκαιρία της διάθεσης του προϊόντος αυξήθηκε η αγορά και των λοιπών προϊόντων των καταστημάτων της δεύτερης εναγομένης, ούτε υπερτιμολογήθηκαν τα λοιπά προϊόντα της κατά παραπλάνηση και εκμετάλλευση του καταναλωτικού κοινού, ούτε όμως αποδείχθηκε ότι η παρουσίαση της επίμαχης ραπτομηχανής στο διαφημιστικό φυλλάδιο της δεύτερης εναγομένης προσέβαλε την επωνυμία της ενάγουσας, γιατί παρόμοιες διαφημιστικές παρουσιάσεις πραγματοποιούν περιοδικά και τα καταστήματα λιανικής πώλησης που εντάσσονται στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ούτε βέβαια (προσέβαλε την επωνυμία της) το γεγονός ότι το συγκεκριμένο προϊόν, με γνώμονα τις ανωτέρω επισημάνσεις περί του τύπου και των τεχνικών προδιαγραφών, θα ετίθετο προς διάθεση σε καταστήματα "εκπτωτικού" χαρακτήρα, όπως αυτά που διατηρεί η δεύτερη εναγομένη, αφενός γιατί, σε περίπτωση αποδοχής αυτού του συμπεράσματος (περί τρώσης του ονόματος της ενάγουσας), αυτό θα συνεπαγόταν εξ αρχής ανεπίτρεπτο αφορισμό των συγκεκριμένου τύπου καταστημάτων, που αντίκειται στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, αφετέρου διατίθενται στα συγκεκριμένα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης και άλλα επώνυμα προϊόντα>>.

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, η μη συνδρομή εν προκειμένω του πραγματικού των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 3 παρ.

ε` εδ. α'και 13 παρ.1 και 4 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", τις οποίες η προβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης (πρώτος) από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κατά τις σ` αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, λόγω της εισαγωγής από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη προς πώληση στην Ελλάδα, από την πρώτη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρία, η οποία επίσης είναι αποκλειστικής διανομέας των ίδιων προϊόντων, των οποίων έχει την αποκλειστική διανομή στην Ελλάδα η αναιρεσείουσα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι η προαναφερθείσα ως ελεγχόμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων ενέπιπτε στην έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπον στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Περαιτέρω, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ. 4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β)τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό, δεδομένου ότι αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να γίνεται καμιά περαιτέρω αναφορά, ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί αυτοί, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί προτάθηκαν και ποια επίδραση ασκούσαν στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου.

Επομένως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη. Με τις υπόλοιπες διατάξεις του Ν 146/1914 και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 3 έως 18, προστατεύεται η οικονομική ελευθερία από τις συγκεκριμένες ανταγωνιστικές ενέργειες που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, η διενέργεια των οποίων απαγορεύεται και συνεπώς είναι παράνομη, όπως είναι η παραπλανητική διαφήμιση (άρθρο 13) η εμπορική δυσφήμηση (άρθρα 11-12), η χρήση ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος, επωνυμίας ή εντύπου με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση (άρθρα 13-15) και η προστασία της επιχειρηματικής φήμης και του εμπορικού απορρήτου (άρθρα 16,17), χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να απαιτείται η ύπαρξη αντίθεσης στα χρηστά ήθη, όπως στην περίπτωση του άρθρου 1.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 Ν 146/1914, εκείνος που με σκοπό τον ανταγωνισμό ισχυρίζεται ή διαδίδει ειδήσεις, μεταξύ των άλλων και για την εργασία ή επιχείρηση άλλου, που μπορούν να βλάψουν τις εργασίες της επιχείρησης υποχρεούται σε ανόρθωση της ζημίας του αδικηθέντος ο οποίος έχει και αξίωση προς παράλειψη.

Στοιχεία της διάταξης αυτής που προστατεύει τον δυνάμενο να ζημιωθεί περιουσιακά ή ηθικά επιχειρηματία είναι: α) σκοπός αθέμιτου ανταγωνισμού, β) ισχυρισμός ή διάδοση βλαπτικών ειδήσεων, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση γίνεται εν γνώσει της αναληθείας των ειδήσεων, γ) οι ειδήσεις πρέπει να αφορούν είτε την εργασία ή επιχείρηση άλλου, είτε το πρόσωπο του ιδιοκτήτη ή διευθυντή αυτής, είτε τα εμπορεύματα ή τις βιομηχανικές εργασίες άλλου, δ) οι ειδήσεις πρέπει να είναι ικανές να βλάψουν τις εργασίες της επιχείρησης ή την εμπορική κίνηση άλλου, ε) οι ειδήσεις πρέπει να μην είναι κατά τρόπο ευαπόδεικτο αληθείς, ενώ δεν απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στον αδικηθέντα.

Επίσης, κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου όποιος εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίζεται ή διαδίδει ως προς την επιχείρηση ή εργασία άλλου το πρόσωπο του ιδιοκτήτη ή του διευθυντή αυτής, τα εμπορεύματα ή τις βιομηχανικές εργασίες τρίτου, ειδήσεις που μπορεί να βλάψουν την επιχείρηση, τιμωρείται με φυλάκιση....

Από τη διάταξη αυτή, η οποία προστατεύει την καλή φήμη στις συναλλαγές συνάγεται ότι, προς θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για παράβαση της εν λόγω διατάξεως, απαιτείται ο προσβολέας να ισχυρίζεται ή διαδίδει, εν γνώσει της αναληθείας, ειδήσεις με το παραπάνω περιεχόμενο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση που έχει προβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.

Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ο παθών, και επί της αδικοπραξίας του άρθρου 920 του ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 408/2007). Αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα και εν προκειμένω και οι ανώνυμες εταιρείες, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 387/2005 και 6/2004).

Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 179/2011).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997 και 28/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, εν συνεχεία των όσων ανωτέρω έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία αναφέρονται στη δεύτερη σκέψη της παρούσης, έγιναν δεκτά από το Εφετείο και τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<..... Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατόπιν αιτήσεων της ενάγουσας, εκδόθηκε προσωρινή διαταγή, η οποία απαγόρευσε στη δεύτερη εναγομένη να διαθέτει στα καταστήματά της τη συγκεκριμένη ραπτομηχανή και η τελευταία, συμμορφούμενη παραχρήμα, δεν εξέθεσε το εν λόγω προϊόν προς το καταναλωτικό κοινό.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι προστηθέντες υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, για να δικαιολογήσουν στους καταναλωτές τη μη διάθεση του προϊόντος, τοποθέτησαν σε τουλάχιστον δύο από τα διακόσια περίπου καταστήματά της και συγκεκριμένα στα καταστήματα Ν. Αττικής της περιοχής ... και ..., δύο επιγραφές στην είσοδο αυτών, από τις οποίες, η μεν πρώτη ανέγραφε "ΛΟΓΩ ΠΟΙΟΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ" και η δεύτερη "Αγαπητοί πελάτες.

Λυπούμαστε λόγω προβλήματος στην παραγωγή το συγκεκριμένο προϊόν δεν θα πωληθεί στα καταστήματά μας", θέτοντας τη δεύτερη επιγραφή υπέρ της μεγενθυσμένης εικόνας της ραπτομηχανής με το σήμα SINGER. Οι εν λόγω δηλώσεις δεν έλαβαν χώρα με σκοπό ανταγωνισμού της ενάγουσας, και έτσι δεν βρίσκει έρεισμα η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 του Ν. 146/1914, ωστόσο με την πράξη αυτή η δεύτερη εναγομένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, διέδωσε προς το καταναλωτικό κοινό, εν γνώσει της αναληθείας, την ως άνω είδηση, χωρίς να απαιτείται σκοπός ανταγωνισμού, η δε είδηση αυτή ήταν σε γνώση της ότι ήταν πρόσφορη και ικανή να προκαλέσει βλάβη στα οικονομικά συμφέροντα της ενάγουσας, να θίξει την αξιοπιστία της και να θέσει σε κίνδυνο την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Αποδείχθηκε λοιπόν ότι η ενάγουσα πράγματι υπέστη ηθική βλάβη, δεδομένου ότι θίχθηκε η αξιοπιστία της και προσβλήθηκε το κύρος της στην αγορά, με περαιτέρω αντίκτυπο στα οικονομικά συμφέροντά της από τη ψευδή διάδοση που αφορά στα εισαγόμενα από αυτή προϊόντα και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της προσβολής της ενάγουσας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης, το βαθμό του πταίσματος αυτής και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε και ειδικότερα ότι, ενώ ο αληθής λόγος της μη διάθεσης του επίμαχου προϊόντος ήταν η απαγόρευση αυτής από το δικαστήριο, η δεύτερη εναγομένη στην προσπάθεια να προασπίσει το όνομά της, μετακύλισε ουσιαστικά την ευθύνη της μη διάθεσης, στο προϊόν που εμπορεύεται η ενάγουσα, καθώς και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ενόψει του ότι πρόκειται για δύο οικονομικά εύρωστες εμπορικές εταιρίες, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα εύλογη χρηματική ικανοποίηση ύψους 30.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις της δεύτερης εναγομένης.

Συνεπώς, πρέπει να ανανωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, κατά παραδοχή της συνεκδικασθείσας έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μόνο όμως κατά το επιπλέον ποσόν που είχε επιδικάσει σ' αυτήν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας παράλληλα τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με το να μην επιδικάσει καθόλου χρηματική ικανοποίηση σ' αυτήν εις βάρος της πρώτης εναγομένης και με το να μην επιδικάσει το αιτηθέν μεγαλύτερο ποσόν για την ίδια αιτία εις βάρος της δεύτερης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ, που ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, επιδικάζοντας μόνο στην δεύτερη αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την προεκτεθείσα εις βάρος της αναιρεσείουσας αδικοπραξία αυτής, συνισταμένη στην επικόλληση στα καταστήματά της των προαναφερόμενων εγγράφων με το αναληθές εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της περιεχόμενο, προσδιορίζοντας αυτήν, με βάση την συγκεκριμένη αδικοπραξία, στο εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του ποσόν των 30.000 ευρώ, μετά από συνεκτίμηση των παραπάνω στοιχείων, ενώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθων 1, 3, 11, 12, 13 και 15 του Ν. 146/1914, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και ως προς το αίτημα της ένδικης αγωγής για την επιδίκαση σ'αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εις βάρος των αναιρεσίβλητων, αφού σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν ενήργησαν οι τελευταίες με σκοπό ανταγωνισμού αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, ώστε να μην συντρέχει λόγος επιδίκασης εις βάρος τους χρηματικής ικανοποίησης, όπως άλλωστε και αποζημίωσης, κατά τα προεκτεθέντα, και σε ότι αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη, η τελεσθείσα απ' αυτήν αδικοπραξία εις βάρος της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε χώρα με σκοπό ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 11 του ν. 146/1914, ώστε να πρέπει να ληφθεί υπόψη και το στοιχείο αυτό, για τον καθορισμό της επιδικασθείσας εις βάρος της χρηματικής ικανοποίησης.

Εξάλλου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, υπήγαγε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 ΑΚ, αναναφορικά με την επιδικασθείσα στην αναιρεσείουσα, εις βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής εις βάρος της, με βάση τα ως άνω στοιχεία που έλαβε υπόψη του, στα οποία αιτιολογημένα δεν περιέλαβε ότι η αδικοπραξία αυτή έλαβε χώρα με σκοπό ανταγωνισμού, ενώ παράλληλα, με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογείται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 12, 13 και 15 του Ν. 146/1914, τις οποίες δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει, τόσον ως προς το αίτημα της αποζημίωσης, όσον και αυτό της χρηματικής ικανοποίησης, κατά το μέρος που είχε έρεισμα η ένδικη αγωγή στις διατάξεις αυτές.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. β` ΚΠολΔ: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος, για να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρος, αποτελεί στοιχείο του υποστατού των ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενόψει της δίκης, κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται, και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, αν λείπει το στοιχείο αυτό, του οποίου η έλλειψη λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Επίσης, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους.

Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων (μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις) που προσκομίσθηκαν με επίκληση προς απόδειξη συγκεκριμένου πραγματικού ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτίμησε κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου δεν λήφθηκαν υπόψη τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται απ' αυτά που λήφθηκαν υπόψη, οπότε τα μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα δεν ασκούν καμιά επιρροή ως προς την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού και ο σχετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την αιτιολογία ότι: "Οι υπ' αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Ε. και Β. Χ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Φιόρη, που προσκομίζει η ενάγουσα, δεν θα ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης μόνο της δεύτερης εναγομένης (βλ.

υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Τ.), ενώ η πρώτη δεν κλητεύθηκε, με συνέπεια να αποτελούν ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο". Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ` ΚΠολΔ, καθόσον "αμφότερες οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, για τις οποίες κλητεύθηκε μόνον η δεύτερη αναιρεσίβλητη και όχι η πρώτη, αποδεικνύουν την αλήθεια και βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί δυσφήμισης της εταιρίας της αποκλειστικά και μόνο από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δηλαδή τα εκτιθέμενα σε αμφότερες τις ένορκες βεβαιώσεις αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία διά των προστηθέντων υπαλλήλων της προέβη σε συκοφαντική δυσφήμιση κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας, υποστηρίζοντας και διαδίδοντας αναληθείς πληροφορίες για τα εμπορεύματα που αυτή δικαιούται να εισάγει και να διανέμει στην Ελλάδα μέσω της κατά τα ανωτέρω ιστορούμενα ανάρτησης δυσφημιστικού περιεχομένου πινακίδων στις εισόδους τουλάχιστον δύο εκ των καταστημάτων της, ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη ουδεμία ανάμειξη είχε στις εν λόγω παράνομες ενέργειες της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να παρέλκει η κλήτευσή της κατά τη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων".

Όμως, και αληθούς υποτιθεμένου, ότι οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, αποδείκνυαν την αλήθεια και βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί δυσφήμισης της εταιρίας της αναιρεσείουσας αποκλειστικά και μόνο από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ώστε να αρκεί για τη νομιμότητά τους μόνον η κλήτευση αυτής, οπότε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποτελούσαν νόμιμα αποδεικτικά μέσα και έπρεπε να ληφθούν υπόψη προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού που αφορούσε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και θεμελίωνε χωριστή βάση της αγωγής μόνον ως προς την τελευταία, εν τούτοις, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι οποίες αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο, από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αγωγικός ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, αποδεικνύεται βάσιμος κατ' ουσίαν, κάνοντας δεκτή την σχετική βάση της αγωγής, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, σε τρόπον ώστε, η μη λήψη υπόψη των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων να μη ασκεί καμιά ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και επομένως, ο ερευνώμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ'του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 29-05-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 855/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-05-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 855/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ