Legislator Case Law & Legislation
202/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment in debt collection case involving public social security fund.

Case Number 202/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institution against the first-instance judgment of the Single District Court of Ilia. The lower court had accepted the individual's complaint to annul a debt assessment and declared specific loan installments time-barred, ruling that the institution failed to declare the entire debt due before the statute of limitations expired. The Court upheld this decision, finding the appeal arguments regarding the validity of partial installments and the timing of the debt declaration legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 250(15) of the Penal Code: The court held that where the statute of limitations for individual loan installments has expired, the creditor cannot declare the entire debt due and payable merely by citing the contract clause allowing such declaration upon default of two installments, as the right to claim the full amount was lost upon the expiration of the limitation period for the specific installments.

Keywords

AI generated
statute of limitations loan installments public social security fund debt collection appeal dismissal time-barred claims civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 250(15) of the Penal Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 202 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 202/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" (πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Θεοδώρου, κατοίκου Πύργου Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 334/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/8/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 334/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 4-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 22/2016 έφεση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α. - ΤΑΝ), οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ), κατά της με αριθμό 192/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 25-2-2013 και με αριθμό κατάθεσης 41/2013 ανακοπή του αναιρεσίβλητου Γ. Ν. και είχε ακυρωθεί η με αριθμό 952/2-3-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής, ποσού 3.473,30 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, του Διευθυντή Οικονομικού του Τ.Α.Ν, καθώς και η με αριθμό 40/4-1-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Πύργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ν.π.δ.δ. η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, όσον αφορά τα ν.π.δ.δ., εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αναφέρονται στο Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες ειδικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).

Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπόμενης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".

Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ν.π.δ.δ. οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω ΝΔ/τος, όπως αυτές τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Επιπροσθέτως και κατά το άρθρο 101 ΝΔ. 321/1969, όσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ν.π.δ.δ., εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Ακολούθως εκδόθηκε το ΝΔ 496/1974, που, με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρύθμιζε τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ν.π.δ.δ.. Η ισχύς αυτού άρχισε από 1-1-1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, οι οποίες δεν αφορούσαν την παραγραφή και η ισχύς των οποίων άρχιζε από τη δημοσίευσή του. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974 περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π., παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβέβαιώθη" (παρ. 1 εδ.

α') .... "Χρέη, προς το ν.π. α)...., β)....., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανόμενων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ. 2). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα N.Π.Δ.Δ. (πλην των αναφερομένων στην παρ.1) .... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".

Από τις τελευταίες διατάξεις πρρκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, εάν ν.π.δ.δ. εξαιρέθηκε από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ανωτέρω διατάγματος. Στην περίπτωση τέτοιας εξαίρεσης, όσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τά ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".

Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το μόνο άρθρο του οποίου ορίζει ότι ''εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Όργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Απο την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1601/2014).

Τέλος, στο άρθρο 1 του ν.δ. 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι·: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 τού έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ίδιου ν.

δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ, 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ.

α', υπό περ. γ' του ν. 3655/2008, εντάχθηκε στο ν.π.δ.δ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α)", που, κατ' άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχό του,- υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του ως άνω μόνου άρθρου του π.δ. 437/1977, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ν.π.δ.δ. Δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν ως προς αυτό οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).

Κατά τη διάταξη δε τού άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (ΑΚ 806). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 καί 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.

Μόνον, όμως, όταν η δεν τηρηθούν οι όροι της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων και καταγγελθεί γι' αυτόν τον λόγο το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο, η δε αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται πλέον στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή.

Εάν αντιθέτως δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση για καθεμία των περιοδικών δόσεων, η οποία διατηρεί την αυθυπαρξία της, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, 747/2012, 1455/2007, 637/1997). Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).

Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 18 του ως άνω ν. 2362/1995 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010), κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: "1.... 2.Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ)".

Και αυτό διότι, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω άρθρο 1Β ορισμούς, μόνον το γεγονός ότι οι ΟΤΑ και οι ΟΚΑ περιλαμβάνονται στον όρο "Γενική Κυβέρνηση", δεν συνεπάγεται ότι γι' αυτούς τους οργανισμούς τυγχάνουν εφαρμογής όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις του παραπάνω νόμου, δηλαδή και όσες αναφέρονται σε άλλους φορείς υπαγόμενους σε διαφορετικούς περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω άρθρο 1Β ορισμούς, όπως είναι το Δημόσιο (βλ.

την παρ, 4 του ίδιου άρθρου, κατά την οποίο ως Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος νοούνται η Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργείο και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και οι ανεξάρτητες Αρχές). Ενόψει αυτών των διαφοροποιήσεων δεν είναι δυνατό να υπαχθούν οι Ο.Κ.Α., βάσει του συγκεκριμένου νόμου, στη ρύθμιση του άρθρου 86 του ν. 2362/1995, που προβλέπει ρητώς και ειδικώς για το Δημόσιο: "Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου: 1.

Καμμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή έννοια). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή έννοια και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3.

Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α)...... ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία .βεβαίωση αυτής." Επιπροσθέτως δε, ενόψει του γεγονότος ότι το άρθρο 18 προστέθηκε στον ν. 2362/1995 με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), το ζήτημα της υπαγωγής στον αμέσως παραπάνω νόμο των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό οργανισμών δεν τίθεται καν και δεν είναι δυνατό να προκαλέσει οποιονδήποτε προβληματισμό επί απαιτήσεων των ΟΚΑ, που είχαν παραγραφεί πριν από τη σχετική προσθήκη.

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των. άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παράβολου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποισσδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.

Ήδη δε με το άρθρο. 137 παρ. 1 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), ορίσθηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ (ήτοι Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης) παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάζεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη.

Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η; παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς :

α)...., β)...., γ)...., δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις τού φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης. Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν..3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3-4-2008 (άρθρο 154), ρυθμίσθηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 253/2021, ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 1440/2017, 751/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, ταυτόσημη σχεδόν με αυτήν του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ, ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αριθμ.19 του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: " Κατόπιν του ισχυρού σεισμού που έπληξε την πόλη και την ευρύτερη περιοχή του Πύργου Ηλείας στις 26.3.1993, με την υπ'αριθμ. 3674/29.7.1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" αποφασίστηκε η χορήγηση δανείου στους σεισμοπαθείς άμισθους και έμμισθους ασφαλισμένους του, κατοίκους του Νομού Ηλείας. Στις 2 Αυγούστου 1993 ο ανακόπτων, Ν. Π. του Γ., δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας και κάτοικος Πύργου, συνήψε με το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", του οποίου το καθού η ανακοπή ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία " ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.ΤΑ.Α - Τ.Α.Ν.)" κατέστη καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 25 του ν.3655/2008, σύμβαση δανείου, ποσού 1.000.000 δρχ. άλλως 2.934,70 ευρώ. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36.150 δραχμών η καθεμία άλλως 106,09 ευρώ, της πρώτης καταβλητέας την 01.9.1994 και της τελευταίας (36ης) την 01η .8.1997, με συμβατικό επιτόκιο 18% και τελικό ποσό αποπληρωμής 3.819,24 ευρώ.

Σύμφωνα με ρητό όρο, υπ'αριθμόν 4, της δανειακής σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς- πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμό τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του.

Στις. 5.12.2011 απεστάλη στον ανακόπτοντα από τον Διευθυντή του καθού, ως καθολικού διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", το υπ' αριθμ. πρωτ. 46076/16.11.2011 έγγραφό του, με το οποίο ζητήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο χρέος του δανείου του, ποσού 1.166,99 ευρώ μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 952/02.3.2012 απόφαση;. καταλογισμού ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα οφειλή συνολικού ποσού 3.473,30 ευρώ και ειδικότερα για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 1.166,99 ευρώ και για τόκους το ποσό των 2.306,31 ευρώ και εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 40/4.1.2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πύργου και εστάλη στον ανακόπτοντα η υπ' αριθμ. 20/8.1.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι αξιώσεις του "Ταμείου Νομικών" για καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, ενόψει του ότι η σύμβαση αυτή ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο εκάστη εξ αυτών σε πενταετή παραγραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ.

Και τούτο διότι με το π.δ. 437/1977 "το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ.2 του ν.δ.496/1974, εξαιρέθηκαν της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, το οποίο στη διάταξη του άρθρου 44 ορίζει την παραγραφή υπέρ και κατά των νομικών προσώπων σε μια πενταετία, εκτός των απαιτήσεων από σύμβαση, των οποίων η παραγραφή ορίστηκε εικοσαετής, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που υπάγονταν .στο Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και το "Ταμείο Νομικών" το οποίο υπήχθη στην εποπτεία του με το άρθρο 36 παρ.7 του ν.δ. 1/1968.

Ενόψει δε του ότι στο καταστατικό του "Ταμείου Νομικών", που κυρώθηκε με το ν.4114/1960, δεν περιλαμβάνονται διατάξεις που να ρυθμίζουν ειδικώς το θέμα της παραγραφής, εφαρμογή, έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 137 παρ. εδ.δ.

του ν.3655/2008 (ΦΕΚ Α/ 58/3.4.2008), που θεσπίζει για τις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης πενταετή παραγραφή από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου η απαίτηση βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι οι επίδικες αξιώσεις του καθού για την καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ως καθολικού διαδόχου, του "Ταμείου Νομικών", είχαν ήδη προ της εφαρμογής του ανωτέρω νόμου παραγραφεί, ενόψει του ότι, ελλείψει καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως, εκάστη απαίτηση για καθεμία δόση δανείου παραγράφετο αυτοτελώς.

Ειδικότερα οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού 106,09 ευρώ εκάστη, που έπρεπε να καταβληθούν, η εικοστή έκτη (26η), δεδομένου ότι είχαν καταβληθεί είκοσι πέντε (25) δόσεις την 1.10.1996 και η τελευταία την 1.8.1997, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ σε συνδυάσμό με το άρθρο. 253 του ίδιου Κώδικα, που συμπληρώθηκε για την δεκάτη έβδομη την 1.1.2002 και για την τελευταία (τριακοστή έκτη) δόση την 1.1.2003 και συνεπώς όλες οι ενδιάμεσες εννέα (9) δόσεις παρεγράφησαν κατά το χρονικό διάστημα από την 1.01.2002, έως την 1.01.2003.

Επομένως, κατά την έναρξη ισχύος του ν.3655/2008 (3.4.2008) όλες οι δόσεις του δανείου είχαν παραγραφεί και καμία δεν καταλαμβάνεται από το νόμο αυτό.

Συνεπώς, οι τέταρτος και πέμπτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι κατ' ουσίαν. Με βάση τα όσα προεκτίθενται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.

Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1β παρ.2 και 25 αυτού, τύγχανε εφαρμογής πλην του Δημοσίου και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και ότι ως εκ τούτου ή επίδικη δανειακή σύμβαση διέπεται από το νόμο αυτό, καθόσον άμεσα συμβαλλόμενο σ' αυτήν ήταν φορέας κοινωνικής ασφάλισης, όπως ήταν το πρώην ΕΤΑΑ - ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), η δε έκκαλουμένη εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 του ν.2362/1995, κατά το οποίο η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις που έχει καταρτίσει, καθώς και απαιτήσεις που αφορούν περιοδικές παροχές, είναι είκοσι έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτών των χρεών και απαιτήσεων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς το Ταμείο Νομικών και τέως ΕΤΑΝ-ΤΑΝ ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 αυτού περί παραγραφής, έως το 2010, καθώς η διάταξη του άρθρου 1Β παρ.2 του ν.2362/1995, στο οποίο αναφέρεται ότι στην έννοια της Γενικής Κυβέρνησης περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), ήτοι σε χρόνο κατά το οποίο είχε παρέλθει από το 2003 η προθεσμία παραγραφής των ανεξόφλητων τοκοχρεολυτικών δόσεων του επίδικου δανείου, η οποία ήταν πενταετής με βάση τη γενική διάταξη του ΑΚ, καθώς και με το άρθρο μόνο του ΠΔ 437/1977 εξαιρέθηκε το "Ταμείο Νομικών", τέως ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, των διατάξεων του ν.δ.

περί λογιστικού του ν.π.δ.δ. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη έκρινε ότι επειδή δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως δανείου εκάστη τοκοχρεωλυτική δόση αυτού υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, καθώς κατά την δανειακή σύμβαση δεν απαιτείτο καταγγελία αυτής από το ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), ώστε να δικαιούται να αξιώσει ολόκληρο το ποσό του δανείου, το οποίο υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθώς από τον όρο υπ' αριθμόν 4 παρ.2 της επίδικης δανειακής σύμβασης σαφώς προκύπτει ότι, μόνο σε περίπτωση που το δάνειο είχε καταγγελθεί λόγω καθυστέρησης καταβολής δύο ή περισσότερων ληξιπρόθεσμων δόσεων "Σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσότερων δόσεων του δανείου το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου..." η αξίωση του εκκαλούντος προς εφάπαξ εξόφληση ολόκληρου του ποσού του δανείου μετά των τόκων θα υπόκειτο σε εικοσαετή παραγραφή.

Επομένως η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ.15 ΑΚ, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1Β παρ.2 και 86 παρ.1, 3 του ν.2362/1995, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίτπωση ήταν οι διατάξεις του άρθρου 251 αρ.15 ΑΚ και όχι εκείνες του άρθρου 86 παρ.1, 3 του ως άνω ν.2362/1995, που ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, με τις ως άνω παραδοχές του το Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.3655/2008 (3-4-2008), το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, το σχετικό όρο της σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεών του να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.15 ΠΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (3-4-2008), χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία.

Η παραδοχή δε του Πρωτοδικείου, ότι δεν υπήρξε καταγγελία της σύμβασης και, ως εκ τούτου, οι επί μέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, ουδόλως αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή ότι είχε οριστεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των ανωτέρω δόσεων, που είχε απλώς ως συνέπεια την επιβάρυνση αυτής με τόκους υπερημερίας από την καθυστέρηση καταβολής τους.

Υπό τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επιδίωξη της είσπραξης ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού του δανείου με τους τόκους υπερημερίας έλαβε χώρα μετά την ως άνω επελθούσα παραγραφή των επιμέρους από τις δόσεις αξιώσεων του Τ.Α.Ν., οπότε και εκδόθηκε η με αριθμό 952/2-3-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν, καθόσον το Ταμείο Νομικών δεν είχε προβεί πριν από την επελθούσα προηγουμένως παραγραφή (που συμπληρώθηκε και για την τελευταία δόση την 1-1-2003) στην κήρυξη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού του δανείου, με τους τόκους υπερημερίας, ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, όπως θα είχε, βάσει της δανειακής σύμβασης, τη δυνατότητα να πράξει, χωρίς μία τέτοια συνέπεια να επέρχεται αυτομάτως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης, με την καθυστέρηση καταβολής δύο δόσεων, όπως το αναιρεσείον ισχυρίζεται.

Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ κατά το κύριο σκέλος του και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ως προς το επικουρικό σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το αναιρεσείον να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όχι όμως μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957, διότι το αναιρεσείον απολαύει μεν των δικαστικών προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, η νομική υπεράσπισή του, όμως, στην ένδικη υπόθεση δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 366/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-8-2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α), για αναίρεση της με αριθμό 334/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ