Legislator Case Law & Legislation
202/2022 AI generated

202/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 202/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

202/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Επομένως το προσθέτως παρεμβάν Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", του οποίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 202 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 202/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. το γένος Σ. Δ., κατοίκου … , η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της και τον Αντώνιο Ρουπακιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας" (Σ.Ε.Φ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού και 3)νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Χειμώνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο, ο οποίος κατέθεσε τις ίδιες ως άνω προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 7/2/2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των: α) Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, υπέρ της αναιρεσείουσας και β) Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4238/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 712/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/5/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσείουσα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 80, 81, 82, 556§1, 558 εδ. α', 495 και 569 ΚΠολΔ, συνάγεται αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Ειδικότερα στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του ν. 4194/2013,που ισχύει ως εκ του χρόνου άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: (...) ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.

Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.

Επίσης, για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Επομένως το προσθέτως παρεμβάν Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", του οποίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Α.

Μ. είναι μέλος, επικαλούμενο ως έννομο συμφέρον στην προκείμενη υπόθεση την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της αναιρεσείουσας, των μελών του, αλλά και του δικηγορικού σώματος γενικότερα, ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων στην προκείμενη υπόθεση κανόνων δικαίου του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής με ελεύθερη συμφωνία μεταξύ του εντολοδόχου δικηγόρου και του εντολέως του (άρθρο 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων ν.δ 3026/1954, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει από 2-7-2011 με την παρ.6 του άρθρου 5 του ν.3919/2011 και άρθρο 58 του νέου Κώδικα των Δικηγόρων ν.4194/2013, όπως ισχύει από 27-9-2013), παραδεκτώς παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναίρεσης της υπέρ ου παρενέβη αναιρεσείουσας διαδίκου, καταθέτοντας το από 31.1.2019 και με αριθ.

κατάθεσης 3/7.2.2019 ίδιο δικόγραφο, το οποίο εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης" ως επιγράφεται, καθότι αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβαίνον είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχε διατηρήσει στη συνέχεια τόσο κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παρέστη, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου(ΑΠ 380/2019).

Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, Α.Π.1075/2011, ΑΠ 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται:1) κατά του παρισταμένου κατά την εκδίκαση αυτής δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην πρωτοβάθμια δίκη, κατ` εφαρμογή των άρθρων 80 επ., 679 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015 καθώς και 80 ν.1828/1989, είχε παρέμβει, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, προσθέτως με προφορική δήλωση υπέρ του εναγομένου πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας", αιτούμενο την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατ` αυτού και 2) κατά του παρισταμένου κατά την εκδίκαση αυτής τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", το οποίο κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην πρωτοβάθμια δίκη κατ` εφαρμογή των άρθρων 80επ., 679 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015 καθώς και 90 περ.ζ ν.4194/2013,είχε παρέμβει προσθέτως με προφορική δήλωση υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αιτούμενο την παραδοχή της αγωγής αυτής, εκτιμάται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως κλήτευση αυτών για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεδομένου ότι πρόκειται περί απλών και όχι αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, οι δε λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις (ΑΠ1249/2020,ΑΠ868/2018, ΑΠ711/2017, ΑΠ927/2017).

Με την από 23.5.2015 και με αριθ. κατάθεσης 584/56/23.5.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας(άρθρα 677-681 επ. ΚΠΟΛΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον ν.4335/2015) υπ` αριθ. 712/28.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν η από12-2-2015 (αρ. κατ.117/20-2-2015) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν με τις προτάσεις της εκκαλούσας καθώς και η από 18-8-2015 (αρ.κατ.568/20-8-2015)έφεση του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου (που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής έρευνας) έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ` ουσία οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη υπ` αρ.4238/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς .Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού συνεκδίκασε την από 31-12-2013 (αρ.κατ.9358/2013) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου Αθηνών για δικηγορικές αμοιβές κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία " Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας", τις ασκηθείσες με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" και του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της ενάγουσας Α. Μ.- Δ. και ήδη αναιρεσείουσας και του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας", καθώς και την από 7-2-2014 με αριθμό κατάθεσης 861/2014 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου προς την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την αγωγή και την ασκηθείσα υπέρ της ενάγουσας -αναιρεσείουσας πρόσθετη παρέμβαση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", ενώ απέρριψε την ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση καθώς και την ασκηθείσα υπέρ του εναγομένου πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), με τους οποίους ζητείται η αναίρεση της προβαλλόμενης κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής της για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα ενάγουσα δικηγορική αμοιβή με βάση έγγραφη συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής της για δικηγορικές υπηρεσίες (δικαστικές και εξώδικες) κατά το χρονικό διάστημα από 3-7-2001 έως 26-11-2013,που αυτή πραγματοποίησε ως εντολοδόχος του πρώτου αναιρεσίβλητου -εναγόμενου εντολέα της.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος Αθηνών Α. Μ. - Δ. ισχυρίσθηκε στην από 31-12-2013 και με αρ. κατάθεσης 9358/2013 αγωγή της, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ότι είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ότι, κατόπιν απόφασης που έλαβε το διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ) του εναγομένου - πρώτου αναιρεσίβλητου (Σ.Ε.Φ) στις 22-1-2010, αποφασίστηκε η ανάθεση σε αυτή κατά περίπτωση νομικών υποθέσεών του, ενώ με την από 17-9-2010 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, εξουσιοδοτήθηκε η Πρόεδρος του εναγομένου να αναθέτει στην ενάγουσα δικαστικές και εξώδικες, υποθέσεις του και οι παραπάνω αποφάσεις εγκρίθηκαν από τον Υπουργό Αθλητισμού.

Ότι η αμοιβή της ενάγουσας για κάθε υπόθεση καθορίζονταν αρχικά με ελεύθερη άτυπη συμφωνία με τον εκάστοτε Πρόεδρο του εναγομένου. Στη συνέχεια μετά την παροχή από την ενάγουσα εντολοδόχο των δικηγορικών υπηρεσιών (δικαστικών και εξωδίκων) καταρτιζόταν μεταξύ της ενάγουσας εντολοδόχου και του εντολέως εναγομένου έγγραφη συμφωνία ως προς το ύψος της δικηγορικής αμοιβής, που είχε αρχικά συμφωνηθεί προφορικά.

Η εν λόγω έγγραφη συμφωνία καταρτιζόταν με την έκδοση των υπογεγγραμμένων από την ενάγουσα δελτίων απόδειξης παροχής υπηρεσιών της, στα οποία αναφέρονταν οι δικηγορικές υπηρεσίες και η συμφωνηθείσα αμοιβή της και την υποβολή τους προς το εναγόμενο, που συνιστά έγγραφη πρόταση για κατάρτιση της συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής.

Την έγγραφη αυτή πρόταση αμοιβής της ενάγουσας ενέκρινε αρμοδίως το εναγόμενο κάθε φορά με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου, εξοφλώντας τα αναγραφόμενα ποσά στα δελτία απόδειξης παροχής υπηρεσιών, η ενέργεια δε αυτή του εναγομένου συνιστά έγγραφη αποδοχή από το εναγόμενο της παραπάνω έγγραφης πρότασης της ενάγουσας και ολοκλήρωση της έγγραφης συμφωνίας με τα προαναφερόμενα χωριστά έγγραφα της πρότασης και αποδοχής των διαδίκων ως προς το ύψος της αμοιβής της αναιρεσείουσας ενάγουσας.

Ότι στο πλαίσιο κάθε μίας από τις χορηγηθείσες σε αυτήν εντολές, η ενάγουσα προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες, για κάθε νομική υπόθεση, όπως ειδικότερα αυτές αναλύονται κατ' είδος και ποσό σε αυτήν . Ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011, το εναγόμενο, μολονότι ενέκρινε με αποφάσεις του Δ.Σ του τις αμοιβές της, παρακρατώντας και αποδίδοντας στο Δημόσιο τον αναλογούντα γι' αυτές φόρο 20%, εντούτοις σταμάτησε να είναι συνεπές ως προς την καταβολή των οφειλομένων, για κάθε υπόθεση, αμοιβών της, προβαίνοντας μόνο σε έναντι αυτών καταβολές, με αποτέλεσμα να οφείλεται, μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 31.625,61 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23%),όπως τα ειδικότερα κονδύλια αναλύονται στην αγωγή.

Ζήτησε δε ακολούθως, η ενάγουσα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει, το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, δηλαδή από την αναφερόμενη στη αγωγή ημερομηνία έκδοσης καθενός δελτίου απόδειξης παροχής υπηρεσιών της, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση κύρια με βάση τις επικαλούμενες από αυτήν έγγραφες συμφωνίες-συμβάσεις με το εναγόμενο ως προς το ύψος της αμοιβής της για τις δικαστικές και εξωδικαστικές υπηρεσίες της προς το εναγόμενο ως εντολοδόχος δικηγόρος αμειβόμενη καθ` υπόθεση κατά το χρονικό διάστημα από 22-2-2011 έως και 26-11-2013, άλλως επικουρικά, σε περίπτωση που οι περί αμοιβής συμφωνίες της ενάγουσας κριθούν άκυρες, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού το εναγόμενο ωφελήθηκε κατά το ποσό αυτό, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία και το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε άλλο δικηγόρο, με τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με αυτά της ενάγουσας, τον οποίο (δικηγόρο) θα απασχολούσε, δυνάμει έγκυρης συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής, υπό τις ίδιες συνθήκες .Η αγωγή συνεκδικάσθηκε:1) με την από 7-2-2014 και με αρ.

κατάθεσης 861/2014 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση του με την οποία το ανακοινούν τη δίκη - προσεπικαλούν εναγόμενο στην αγωγή, ισχυρίζονταν ότι ως προς τη διαχείριση της περιουσίας του εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού καθ' ού η ανακοίνωση προσεπικαλούμενο, η οποία εγκρίνει ή απορρίπτει τα αιτήματα για την καταβολή δαπανών κι έχει δικαίωμα να απορρίψει δαπάνες που έχουν ήδη εγκριθεί με αποφάσεις του Δ.Σ του, με υποχρέωση του τελευταίου να συμμορφώνεται αυτές, επικαλούμενο δε έννομο συμφέρον, καθόσον η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού έχει απορρίψει την αιτηθείσα με την ένδικη αγωγή αμοιβή της ενάγουσας, ζητούσε από το καθ' ού η ανακοίνωση - προσεπικαλούμενο να παρέμβει στην ανοιγείσα δίκη, 2) Με την πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία" Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" (Δ.Σ.Α), νόμιμα εκπροσωπούμενο, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναλύεται στις πρωτόδικες προτάσεις του, υπέρ της ενάγουσας, μέλους του, ως έχον έννομο συμφέρον, ζητούσε να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά του εναγομένου και 3) Με την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναλύεται στις πρωτόδικες προτάσεις του, υπέρ του εναγομένου, του οποίου τον έλεγχο και την εποπτεία ασκεί δια της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, καλύπτοντας με κρατική επιχορήγηση τις δαπάνες του κατά ποσοστό 50%, επικαλούμενο, έννομο συμφέρον, ζητούσε νι απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας.

Επί των παραπάνω δικογράφων εκδόθηκε η υπ`αρ.4238/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία: 1) απορρίφθηκε η ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση του εναγομένου προς την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας διαδίκου άλλως ως νόμω αβάσιμη, 2) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του εναγομένου- πρώτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας", 3) ως προς την αγωγή: α) έγινε δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ` ουσία κατά την κύρια βάση της μόνο για τις εξωδικαστικές νομικού περιεχομένου υπηρεσίες, που η ενάγουσα παρείχε στο εναγόμενο στις 22-2-2011 και στις 5-5-2011, επειδή δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση ότι υπήρχε μεταξύ της ενάγουσας εντολοδόχου δικηγόρου και του εναγομένου εντολέως έγκυρη προφορική σύμβαση ως προς το ύψος της αμοιβής της β) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά την κύρια βάση της για την επιδίκαση επί μέρους δικηγορικών αμοιβών από την παροχή δικαστικών υπηρεσιών για το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 μέχρι 26-11-2013, επειδή έκρινε ότι δεν είχε τηρηθεί για τη σχετική συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας εντολοδόχου δικηγόρου ο έγγραφος συστατικός τύπος, ενώ τη δέχθηκε, κατά το μέρος αυτό, ως νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη εν μέρει ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σε συνδυασμό με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυαν, επιδικάζοντας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μέρος από τις αιτούμενες αμοιβές όχι με βάση τις επικαλούμενες έγγραφες συμφωνίες ως προς το ύψος της αμοιβής, αλλά με βάση τις νόμιμες αμοιβές κατά τις διατάξεις του ισχύοντος κατά τον παραπάνω χρόνο Κώδικα των Δικηγόρων για το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 μέχρι έως 27-9-2013 (ν.δ3026/1954) και από 27-9-2013 μέχρι 26-11-2013 κατά τις διατάξεις του νέου Κώδικα των Δικηγόρων(ν.4194/2013), κρίνοντας ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν επικαλείται η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 έως 26-11-2013 έγγραφη συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής της αλλά άτυπη -προφορική συμφωνία περί αμοιβής και 4)απέρριψε αφενός ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της για τις επί μέρους αμοιβές για εξωδικαστικές υπηρεσίες κατά το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 μέχρι 26-11-2013, λόγω μη επίκλησης στην αγωγή έγκυρης έγγραφης συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας, αφετέρου ως αόριστη κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την αιτιολογία ότι ως προς τις επικαλούμενες εξωδικαστικές ενέργειες δεν αναφέρεται ο χρόνος που αναλώθηκε σε καθεμία από αυτές, προκειμένου να μπορεί να προσδιορισθεί η αμοιβή της, η οποία ανέρχεται σε 64 ευρώ ανά ώρα, σύμφωνα με την Κ.Υ.Α. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 2422/24-12-2007), ενώ αναφορικά με τις επικαλούμενες από αυτή συμβάσεις μίσθωσης δεν αναφέρεται η αξία αυτών, .ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί η αμοιβή της κατ' άρθρο 161 Ν.3026/1954.

Κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν η από12-2-2015 (αρ. κατ.117/20-2-2015) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν με τις προτάσεις της εκκαλούσας καθώς και η από 18-8-2015 (αρ.κατ.568/20-8-2015)έφεση του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου (που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής έρευνας), οι οποίες αφού συνεκδικάσθηκαν έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκαν κατ` ουσία οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη υπ` αρ.4238/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς .

Με το άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.6 του ν. 3919/2011 και, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 αυτού, άρχισε η ισχύς του από 3-7-2011, ορίζεται ότι: "1. Τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. [Οι] οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν.

Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης, έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκ- καθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ.1 [...].

Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή δια-δικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές" κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων.(ΑΠ 733/2018).

Επίσης στο νέο Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α' 208/27-9- 2013), με το άρθρο 166 παρ.2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων κώδικας (ν.δ. 3026/1954) από 27-9-2013, προβλέπεται στο άρθρο 58 αυτού "1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπο του.

2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες.

3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού.

4. Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα:

α) Διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από 3-7-2011 σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής του δικηγόρου αυτός δικαιούται τις νόμιμες αποδοχές σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, χωρίς προσφυγή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα (ΑΠ 766/2014). Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή, αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε. Η σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνο κατ` εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ` αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική ( ΑΠ 1587/2018, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1110/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 42/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα-ενάγουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, κατ` εκτίμηση του Δικαστηρίου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (νδ 3026/1954), όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ.6α ν 3919/2011,άρθρου 58 ν.4194/2013, άρθρων 5 παρ.1, 25 παρ.3 106 παρ.2 του Συντάγματος και των άρθρων 158 και 159 Α.Κ., έκρινε ότι δεν υφίσταται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο έγγραφος τύπος της συμφωνίας για το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικηγόρου για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (δικαστικών και εξωδίκων) για το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 μέχρι 26-11-2013, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής και στη συνέχεια αφού δέχθηκε ως νόμιμη την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για τις δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες αφενός να δεχθεί εν μέρει κατ `ουσία την αγωγή για τις δικαστικές υπηρεσίες, επιδικάζοντας όμως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με βάση τις ισχύουσες εκάστοτε νόμιμες αμοιβές του Κώδικα περί Δικηγόρων μικρότερο ποσό από το αιτούμενο με βάση την κύρια βάση της αγωγής από την αναφερόμενη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφετέρου να απορρίψει ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής για τις αναφερόμενες εξωδικαστικές ενέργειες, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ενάγουσα επικαλείται στην αγωγή γραπτή συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής της για τις δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες της κατά το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 μέχρι 26-11-2013, η οποία (γραπτή συμφωνία) ολοκληρώθηκε με χωριστά έγγραφα και συγκεκριμμένα με την γραπτή αποδοχή από το εναγόμενο της γραπτής προς αυτό πρότασης της ενάγουσας.

Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής κρίνοντας ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση έγγραφης συμφωνίας περί του ύψους της αμοιβής της αναιρεσείουσας ενάγουσας εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (νδ 3026/1954), όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ.6α ν 3919/2011, και του άρθρου 58 ν.4194/2013 και εσφαλμένα δεν εφήρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες αυτές των διατάξεων των άρθρων 185, 189 και 192 ΑΚ, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο κατ` άρθρο 562 παρ.4 ΚΠΟΛΔ (ΑΠ35/2019, ΑΠ234/2018, ΑΠ496/2009) .

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα ενάγουσα δικηγορική αμοιβή με βάση έγγραφη συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής της για δικηγορικές υπηρεσίες (δικαστικές και εξώδικες) κατά το χρονικό διάστημα από 3-7-2011 έως 26-11-2013, που πραγματοποίησε ως εντολοδόχος του πρώτου αναιρεσίβλητου - εναγόμενου εντολέα της, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των παραπάνω βασίμων λόγων της αναίρεσης. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.

Τέλος, το πρώτο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Δεν επιδικάζονται, κατ` άρθρο 182 παρ.1 ΚΠΟΛΔ, δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το αίτημά της και σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος στο δικαστήριο της ουσίας υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κληθέντος στην παρούσα δίκη με το δικόγραφο της αναίρεσης (κατ` ορθή εκτίμηση αυτού). Τούτο γιατί η αναιρεσείουσα, που νίκησε, δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα δικαστικά έξοδα σε σχέση με την εν λόγω πρόσθετη κατ` αυτής παρέμβαση, αφού η καθ `ής η πρόσθετη παρέμβαση- αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της κατ` αυτής παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ1147/2015, ΑΠ 901/1996). Επίσης τα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", η νομική υπηρεσία του οποίου δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, υπέρ της αναιρεσείουσας που νίκησε, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αντιδίκου αυτής πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί την απευθυνόμενη κατά του 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων (προσθέτως παρεμβάντων στα Δικαστήρια της ουσίας υπέρ του εναγομένου και της ενάγουσας αντίστοιχα) αίτηση αναίρεσης ως κλήση αυτών κατά την παρούσα συζήτηση.

Θεωρεί το από 31.1.2019 και με αριθ. κατάθεσης 3/7.2.2019 ίδιο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" υπέρ της αναιρεσείουσας -ενάγουσας, ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης"

Αναιρεί την 712/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το μέρος που ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ