Legislator Case Law & Legislation
202/2021 AI generated

Supreme Court dismisses civil suit against state for lack of jurisdiction, ruling administrative disputes belong to administrative courts.

Case Number 202/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled lower court decisions and dismissed the plaintiff's civil suit against the State. The plaintiff argued for civil court jurisdiction over a dispute involving state compensation, but the lower courts had previously recognized a substantive claim under specific legislation. The Supreme Court ruled that the matter constituted an administrative dispute arising from public law relations, which falls exclusively under the jurisdiction of administrative courts, not civil courts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 and 1 of the Constitution; Article 580(1) of the Code of Civil Procedure: Administrative disputes arising from public law relations or administrative acts fall under the exclusive jurisdiction of administrative courts, rendering civil court jurisdiction inadmissible.

Keywords

AI generated
administrative jurisdiction civil court competence state liability public law relations lack of jurisdiction annulment of decisions costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) and (2) of the Constitution
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580(1) of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 3717/2008

Cited Case Law

AI generated
AP 1562/2005
AP 98/2005
AP 31/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 202 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 202/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αναστάσιου Ράλλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) … 18), που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βιολέττας Βασιλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 867/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 376/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2017 αίτησή του και τους από 23-7-2018 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).

Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995).

Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 485/2008, ΑΠ 1485/2008, ΑΠ 1800/1987). Εξ άλλου σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ.2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. η του Ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).

Επίσης από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του δημοσίου, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο κλπ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ.

με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή με την έκδοση αυτής με μη σύννομο περιεχόμενο), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004).

Εάν, αντιθέτως, η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία έχει νομοθετηθεί κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος [και μάλιστα στο πλαίσιο νομοθέτησης δέσμης μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα], οι προκύπτουσες διαφορές από τη μη καταβολή της παροχής αυτής, είτε στηρίζονται απ' ευθείας στις διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν, είτε αφορούν την καταβολή αποζημίωσης από παράνομη παράλειψη των οργάνων της διοίκησης να προβούν στην έκδοση της τυχόν αναγκαίας εκτελεστής διοικητικής πράξης για την καταβολή αυτής, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Δεν υφίσταται δε έδαφος εφαρμογής του κριτηρίου της υποκειμένης σχέσης στην περίπτωση αυτή, καθότι ο δικαιούχος της ως άνω παροχής, πέραν του ως άνω χαρακτήρα της ως δημοσίου δικαίου, δεν συνδέεται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής δημόσιο φορέα. Επομένως στην περίπτωση αυτή είναι αδιάφορο το εάν ο δικαιούχος της ως άνω παροχής συνδεόταν με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, της οποίας έπαυσε η λειτουργία και της οποίας η οικονομική αδυναμία για καταβολή προβλεπόμενων από την εργατική νομοθεσία παροχών στους απασχολουμένους σε αυτήν μισθωτούς οδήγησε το Δημόσιο στη θέσπιση μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα, αναλόγου περιεχομένου, προς ανακούφιση των μισθωτών αυτών, ή το εάν η θέσπιση των μέτρων αυτών αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών που απασχολούντο στην επιχείρηση αυτή, αφού τα ανωτέρω ανάγονται στο σκοπό της θέσπισης της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Τέλος διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκειμένη σχέση είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2016 ΑΕΔ 12/2013, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 2/1993). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α 216) ορίσθηκε ότι "Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά:

α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν.2190/1920 και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται σης διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξή του ως εκκαθαριστή".

Εξάλλου, με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 ορίσθηκε ότι "Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της, ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής διορίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.

Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως.

Οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίζουν τα ίδια μέτρα και για συμβάσεις οι οποίες λύθηκαν ή ανεστάλησαν σύμφωνα με τα παραπάνω έως και έξι μήνες πριν από τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση". Επακολούθησε ο Ν. 3717/2008 (ΦΕΚ Α 239). "Κοινωνικές Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις εταιρείες Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε., Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.

και Ολυμπιακή Αεροπλοία Α.Ε. και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 239/26.11.2008), ο οποίος, κατά την αιτιολογική έκθεση, εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης για την Ολυμπιακή και στόχο έχει την ενίσχυση, την μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις προαναφερόμενες εταιρείες, θεσπίστηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζόμενους στις εν λόγω εταιρείες.

Με τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου ορίζεται "....το με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, καθώς και οι με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι των Σημερινών Εργοδοτών ... (4). Εποχικό Προσωπικό: ... (5). 'Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές" : το ποσό που ισούται με το βασικό μηνιαίο μισθό και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή εξομοιούμενες με συλλογικές συμβάσεις εργασίας διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008, προσαυξημένο κατά 2,5%.

Στα επιδόματα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού .... (6) "Ισοδύναμες Μηνιαίες αποδοχές":... (7). "Κρίσιμη Ημερομηνία": η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης με την οποία καθεμία από τις Εταιρείες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 A') που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν.3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α), όπως ισχύει.

Με την διάταξη του άρθρου 6 του ιδίου νόμου (3717/2008) προβλέπεται "ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης για τους Ιπτάμενους Χειριστές..Ειδικότερα, με την ανωτέρω διάταξη ορίζεται.....

"Άρθρο 6 Ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης για τους Ιπτάμενους Χειριστές 1. Οι ανήκοντες στο Τακτικό Προσωπικό κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία και κατέχοντες την ειδικότητα του Ιπτάμενου Χειριστή την 1.10.2008 έχουν δικαίωμα σε ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης επιπρόσθετο των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, το οποίο υπολογίζεται και καταβάλλεται ως εξής:

α. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και υποβάλλουν αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την Κρίσιμη Ημερομηνία, το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των Ισοδύναμων Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο (1/6), από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού αυτού πολλαπλασιαζόμενου επί εβδομήντα δύο (72). Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε εβδομήντα δύο (72) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα, και απαλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει συμπληρωθεί εξαετία από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται να λάβει το τμήμα της πρόσθετης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο αντιστοιχεί στους μήνες που έπονται της ημερομηνίας συμπλήρωσης εξαετίας από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή της ημερομηνίας ανάληψης εργασίας ή της ημερομηνίας συμπλήρωσης του εξηκοστού έτους της ηλικίας του. Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης της παρούσας περιπτώσεως βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων και εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της, στις οποίες αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιουμένου ποσού.

Για την επέλευση των συνεπειών από την ανάληψη εργασίας, απαιτείται αυτή να είναι μεταγενέστερη της υποβολής της σχετικής αίτησης για συνταξιοδότηση.

3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

4. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλονται από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών". Ακολούθως, 16. Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του ως άνω νόμου εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. με αριθμό Φ10621/οικ• 23964/1972 (ΦΕΚ Β' 2158/2-10-09), με την οποία αποφασίστηκε η χορήγηση των ποσών ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, η διαδικασία καταβολής αυτών και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως και ο υπόχρεος στην καταβολή των ποσών αυτών στους ως άνω δικαιούχους, φορέας (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους). Συγκεκριμένα στην εν λόγω Κ.Υ.Α. ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

"... Άρθρο 1 Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 του ν.3717/2008 δικαιούνται να λάβουν οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό κατά την κρίσιμη ημερομηνία, οι οποίοι κατέχουν την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή κατά την 1.10.2008 υπό τις εξής προϋποθέσεις:

Α) Εφ ' όσον θεμελιώνουν δικαίωμα προς λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και υποβάλλουν αίτηση για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την Κρίσιμη Ημερομηνία. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των Ισοδύναμων Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο (1/6).

από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού αυτού πολλαπλασιαζόμενου επί εβδομήντα δύο (72). Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε εβδομήντα δύο (72) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα. Η καταβολή του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 ν. 3717/2008 διακόπτεται όταν έχει συμπληρωθεί εξαετία από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία μετά την υποβολή της αιτήσεως νια συνταξιοδότηση ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του.

Το ύψος του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις κατόπιν αιτήσεως. Στις βεβαιώσεις του εκκαθαριστού αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιουμένου ποσού. Για τον υπολογισμό του ποσού της μηνιαίας σύνταξης, η οποία θα αφαιρείται από το ποσό των ανωτέρω ισοδύναμων Μηνιαίων Αποδοχών για τον προσδιορισμό του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ο δικαιούχος υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης στην Κεντρική Υπηρεσία Συντάξεων του ΙΚΑ.

Η Κεντρική Υπηρεσία Συντάξεων του ΙΚΑ υποχρεούται να εκδίδει εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών σχετική βεβαίωση. Η βεβαίωση αυτή, η οποία κοινοποιείται από το ΙΚΑ και στον ΟΑΕΔ, θα συνοδεύει και αποτελεί προσάρτημα του εγγράφου του εκκαθαριστή με το οποίο προσδιορίζεται το ύψος του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης.

Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 παράγραφος 1 εδ. α του ν.3717/2008 καταβάλλεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αιτήσεως και απαλλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση. Η αίτηση θα συνοδεύεται από την παραπάνω βεβαίωση του εκκαθαριστή.

Άρθρο 3 Οι δαπάνες που προκαλούνται από την καταβολή του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, συμπεριλαμβανομένων και των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών, καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλονται από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 3717/2008, του οποίου οι νομοθετικές ρυθμίσεις κατά την Αιτιολογική του Έκθεση στόχο έχουν την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις εταιρείες του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής και θέσης των εταιρειών του Ομίλου υπό ειδική εκκαθάριση, θεσπίστηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις άνω εταιρείες (Ολ ΣτΕ 2112/2014), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η χορήγηση του ανωτέρω ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης στους εργαζόμενους που είχαν την ειδικότητα του Ιπτάμενου Χειριστή την 1-10-2008 ως αντιστάθμισμα της λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών από τις εργοδότιδες εταιρείες αζημίως, χωρίς δηλαδή την καταβολή αποζημίωσης για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών, λόγω του καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης, υπό το οποίο τέθηκαν οι εν λόγω εταιρείες (Ολ ΣτΕ 3006/2014).

Μάλιστα η καταβολή του ανωτέρω ποσού εντάχθηκε στο νόμο αυτό, ως ένα από τα μέτρα κοινωνικής στήριξης των εργαζομένων, για τους οποίους, πέραν του μέτρου αυτού, θεσπίστηκαν διατάξεις για τη λειτουργία προγράμματος ειδικής επιδότησης ανεργίας διαρκείας μέχρι ενός έτους (άρθρ. 3 Ν. 371/2008) προβλέφθηκε η δυνατότητα μεταφοράς ύστερα από αίτηση τους σε υπηρεσίες του δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ανεξάρτητες αρχές ή σε ΝΠΙΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Μεταφορών, εφόσον υπάρχει κενή θέση ή ανάγκη του οικείου φορέα (άρθ. 7 του Ν. 3717/2008) και προβλέφθηκε η αυξημένη μοριοδότησή τους για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς του δημοσίου τομέα για την πρόσληψη υπαλλήλων (άρθ. 8 του Ν. 3717/2008).

Συνεπώς, το προαναφερόμενο ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, δεν συνιστά αποζημίωση απόλυσης, αλλά αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα που προβλέπεται από το νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας ερχομένων), καλύπτεται από τον κρατικό Υπολογισμό και καταβάλλεται από το Υπουργείο Οικονομικών οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσης, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο.

Επομένως οι προκύπτουσες από τη χορήγηση ή μη της εν λόγω κοινωνικής παροχής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου διαφορές συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 735/2020, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 1463/2019). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, με την επιφύλαξη του παρεμπίπτοντος ελέγχου του κύρους διοικητικής πράξης, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται, απαγορεύεται κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις υπαγόμενες στα διοικητικά δικαστήρια και ότι αγωγή που αφορά διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως εάν εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Τέλος η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 1524/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 19-12-2012 αγωγή τους εκθέτουν ότι προσελήφθησαν δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως Ιπτάμενοι Χειριστές από την εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε.", της οποίας ο πτητικός κλάδος αποσχίσθηκε και απορροφήθηκε από την εταιρεία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.".

Ότι από της προσλήψεως την και συνεχώς έκτοτε προσέφεραν τις υπηρεσίες των με την ανωτέρω ιδιότητά των μέχρι την 15-12-2009, οπότε η ως άνω εργοδότρια την, η οποία είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ' αριθμ. 5714/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το άρθρο 14Α του Ν. 3429/2005, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 3710/2008 και ορίσθηκε ως ειδική εκκαθαρίστρια αυτής η εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού", δια της ανωτέρω εκκαθαρίστριας εταιρείας κατήγγειλε αζημίως τις ως άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 Α του Ν. 3429/2005, την 15-12-2009.

Ότι κατά το άρθρο 3 του Ν. 3717/2008 μπορούσαν να ενταχθούν σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας από τον ΟΑΕΔ μέχρι την ανάληψη νέας εργασίας, ενώ βάσει του άρθρου 6 του ιδίου νόμου (Ν. 3717/2008) δικαιούντο επί πλέον, το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης από τότε που υπέβαλαν αίτηση για λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος μέχρι την 4-4-2011, οπότε κατόπιν αιτήσεώς των κλήθηκαν να αναλάβουν εργασία στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

Ότι παρά το γεγονός ότι πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 6 του ως άνω νόμου 3717/2008 για την λήψη της ανωτέρω ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, εν τούτοις το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αρνείται παρανόμως και υπαιτίως δια των αρμοδίων οργάνων του να τους καταβάλει το ως άνω ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο τους οφείλει κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 του Ν. 3717/2008, άλλως ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, καθόσον το εναγόμενο υπαιτίως παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου αυτού προκαλώντας σ' αυτούς ισόποση ζημία, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι με τη μη καταβολή του ως άνω ποσού σ' αυτούς κατέστη πλουσιότερο εις βάρος τους.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν, μετά από περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά των ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση με προφορική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή για τον κάθε ένα εξ αυτών χρηματικό ποσό πλην των 9ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου, 17ου και 18ης των εναγόντων οι οποίοι μετέτρεψαν (9ος, 12ος, 14ος και 17ος) το αίτημα κατά το ποσό που αναλογεί στην δόση του Μαρτίου του έτους 2011 σε αναγνωριστικό, οι δε 13ος, 15ος και 18η μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό το αίτημα κατά το ποσό που αναλογεί στις δόσεις των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2011, για το υπόλοιπο δε ποσό που οφείλεται βάσει του άρθρου 6 του Ν. 3717/2008 αιτούνται και αυτοί την καταψηφιστική επιδίκαση αυτού, όλοι δε οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει σε κάθε ένα εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την αδικοπραξία, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ στον καθένα ως αποζημίωση για παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999 (παράλειψη της διοίκησης να αποφανθεί εντός του ευλόγου χρόνου).

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω αγωγή, τόσο κατά την κύρια εκ του νόμου όσο και κατά τις επικουρικές από αδικοπραξία και εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεις εισάγει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, διοικητική διαφορά ουσίας και συνακόλουθα δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα η αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση έχει ως αντικείμενο την καταβολή του ανωτέρω ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο προβλέπεται από το νόμο (αρθ. 6 του Ν. 3717/2008) προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας) και επομένως η απορρέουσα από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης αξίωση των εναγόντων, οι οποίοι δεν συνδέονται άλλωστε με τον υπόχρεο δημόσιο φορέα για την καταβολή της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τυγχάνει στην ουσία διοικητικής φύσης και ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο.

Ωσαύτως η αγωγή δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων τόσο κατά την από αδικοπραξία βάση αυτής (ανεξαρτήτως του ότι μόνη η εκ μέρους των οργάνων των εναγομένων παρά το νόμο παράλειψη εφαρμογής των προβλεπομένων από τη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν. 3717/2008 δεν ιδρύει αδικοπρακτική ευθύνη αυτών κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ], εφόσον η επικαλούμενη με την αγωγή παρανομία τελέσθηκε σε συνάρτηση με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και δεν συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του εναγομένου, ούτε οφείλεται κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα σε προσωπικό πταίσμα οργάνου αυτού ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, όσο και κατά την έτερη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής, διότι η υποκειμένη σχέση είναι κατά τα ανωτέρω σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΠ 735/2020, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 1463/2019, ΑΠ 1272/2018).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μόνο κατά την κύρια εκ του νόμου (άρθ. 6 του Ν. 3717/2008) βάση της αγωγής, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ασκηθέντος κατά της πρωτόδικης απόφασης ενδίκου μέσου με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 376/2017 απόφασή του απέρριψε τον ενώπιον του επαναφερθέντα με τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ισχυρισμό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι η ένδικη διαφορά είναι ιδιωτικού χαρακτήρα, καθότι η προβλεπόμενη από το Ν. 3717/2008 παροχή της εφάπαξ κοινωνικής ενίσχυσης συναρτάται και έχει ως υπόβαθρο αυτής τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ενάγοντος με την αδικότητα αυτού ως ιπτάμενου χειριστή με την εργοδότριά του εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε." και την καταγγελία της ως άνω σύμβασης αζημίως εκ μέρους της ειδικής εκκαθαρίστριας αυτής και ως εκ τούτου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 1 εδ. α και 2 του ΚΠολΔ, 1 του Ν. 1406/1983 και 4 του Ν. 3717/2008. Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Στο ίδιο επίσης σφάλμα υπέπεσε και η με αρ. 867/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία τον περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια προέβη στην εκδίκαση της διαφοράς και α) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την από αδικοπραξία και σιωπηρά από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσεις αυτής και συνακόλουθα και ως προς το αίτημα καταβολής γραμματικής ικανοποίησης και β) δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, μετά τον γενόμενο περιορισμό του αιτήματος αυτής, ως βάσιμη κατ' ουσία κατά την βάση της εκ του άρθρου 6 Ν. 3717/2008 και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ενώ συγχρόνως υποχρέωσε αυτό να καταβάλει σε κάθε ένα εξ αυτών τα αναφερόμενα επίσης ποσά ως ποσά ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 του Ν. 3717/2008, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με τη διάταξη της παρ.1 του όρθρου 580 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για υπέρβαση δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα ν' ασχοληθούν με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή συναναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή (ΑΠ 1562/2005, ΑΠ 98/2005, ΑΠ 31/2004).

Εν όψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθούν η προσβαλλόμενη με αριθ. 376/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η επικυρωθείσα από αυτή με αριθμό 867/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει το ίδιο σφάλμα και στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η από 19-12-2012 (αρ.

κατάθ. 209374/6333) αγωγή, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος τα δικαστικά έξοδα για την παρούσα αναιρετική δίκη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ως προς το ζήτημα συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις αποφάσεις με αριθμούς 376/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την με αριθμό 867/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 19-12-2012 και με αριθμό 209374/6333/2012 αγωγή.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ